Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

4364 - Άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης

www.freelaw.gr
4364 - Άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης
Είδος Νόμου: 
Τυπικός Νόμος
Έτος: 
2016

Ν. 4364/2016, (Φ.Ε.Κ. Α/13/05.02.2016). Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας:

  1. στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων (αντ)ασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)
  2. στα άρθρα 2 και 8 της Oδηγίας 2014/51/ΕΕ [τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, για τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ - EIOPA) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών],
  3. καθώς και στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις.

Τροποποιήσεις:

[2016] Ν. 4446/2016

AttachmentSize
4364.pdf761.5 KB

Άρθρα νόμου

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Γενικοί κανόνες σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α: Σκοπός, Ορισμοί, Κλάδοι ασφάλισης, Πεδίο Εφαρμογής

Άρθρο 1 Σκοπός − πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

Με τον παρόντα νόμο σκοπείται η θέσπιση κανόνωνκαι η ρύθμιση:

α) της ανάληψης και της άσκησης δραστηριοτήτωνπρωτασφάλισης και αντασφάλισης από ιδιωτικές επι−χειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε υπό κα−θεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερηςπαροχής υπηρεσιών,

β) της εποπτείας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικώνομίλων και

γ) της εξυγίανσης και εκκαθάρισης των επιχειρήσεωνπρωτασφάλισης.

Προς το σκοπό αυτόν ενσωματώνονται διά του παρόντος στην ελληνική νομοθεσία:

α) οι διατάξεις της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκησηδραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)

β)  οι  διατάξεις  των  άρθρων  2  και  8  της  Oδηγίας 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροπο−ποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και τωνκανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες τηςΕυρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και ΕπαγγελματικώνΣυντάξεων (εφεξής ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών καιγ) οι διατάξεις του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωμα−τική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων πουανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενώνδραστηριοτήτων.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 2 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται:

α) στις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουν έδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των ασφαλίσεων ζημιών και ζωής,που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτευπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχήςυπηρεσιών,

β) στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι οποίεςασκούν  μόνον  αντασφαλιστικές  δραστηριότητες,  μεέδρα στην Ελλάδα, ή που επιθυμούν να αποκτήσουνέδρα στην Ελλάδα, για το σύνολο των αντασφαλίσεων,που αυτές ασκούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτευπό καθεστώς εγκατάστασης είτε ελεύθερης παροχήςυπηρεσιών, με εξαίρεση τις διατάξεις του ΤετάρτουΜέρους του παρόντος,

γ) στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρή−σεις με έδρα σε τρίτη χώρα που λειτουργούν στην Ελλάδα, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Θ ́ του παρόντος Μέρους,

δ) στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρή−σεις με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που λειτουργούν στην Ελλάδα είτε υπόκαθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερηςπαροχής υπηρεσιών, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η’ του παρόντος Μέρους.

2. Η χρήση των όρων «ασφαλιστική εταιρεία» ή «ασφαλιστική επιχείρηση» ή «ασφαλιστής», ή οποιασδήποτεξενόγλωσσης απόδοσής του στην επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο επιχείρησης επιτρέπεται μόνο σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσειςπου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος δύνανται να χρησιμοποιούν, για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους στην Ελλάδα, την ίδια επωνυμία και τονίδιο διακριτικό τίτλο, που χρησιμοποιούν στο κράτοςκαταγωγής τους. Η Εποπτική Αρχή δύναται να απαιτείτην προσθήκη στην επωνυμία ή στο διακριτικό τίτλο μιαςεπεξηγήσεως σε περίπτωση ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 13 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου δίδονται οιακόλουθοι ορισμοί:

1. «Ασφαλιστική Επιχείρηση»: η επιχείρηση πρωτασφά−λισης ζωής ή κατά ζημιών η οποία έχει λάβει άδειαλειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 7 ή 10 και 11 τουπαρόντος ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική επιχεί−ρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης, έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τοάρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2. «Εξαρτημένη Ασφαλιστική Επιχείρηση»: η ασφαλιστική επιχείρηση, ανήκουσα είτε σε χρηματοπιστωτικήεπιχείρηση εκτός από ασφαλιστική ή αντασφαλιστικήεπιχείρηση ή όμιλο ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικώνεπιχειρήσεων υπό την έννοια της περίπτωσης γ ́ τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, είτε σε μηχρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναιη παροχή ασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τουςκινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στιςοποίες ανήκει, ή για τους κινδύνους της επιχείρησης ήτων επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου είναι μέλοςη εξαρτημένη ασφαλιστική επιχείρηση.

3. «Ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας»: η ασφα−λιστική επιχείρηση η οποία, αν είχε την καταστατικήέδρα της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα χρειαζότανάδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της Οδηγίας2009/138/ΕΚ.

4. «Αντασφαλιστική Επιχείρηση»: η επιχείρηση η οποίαέχει λάβει άδεια λειτουργίας για την άσκηση αντα−σφαλιστικών εργασιών σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11του παρόντος ή, εφόσον πρόκειται για αντασφαλιστικήεπιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος της Ευρω−παϊκής Ένωσης, έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωναμε το άρθρο 14 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

5.  «Εξαρτημένη  Αντασφαλιστική  Επιχείρηση»:  ηαντασφαλιστική  επιχείρηση,  ανήκουσα  είτε  σε  χρη−ματοπιστωτική επιχείρηση εκτός από ασφαλιστική ήαντασφαλιστική  επιχείρηση  ή  ομίλου  ασφαλιστικώνή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια τηςπερίπτωσης γ ́ της παραγράφου 1 του άρθρου 170 τουπαρόντος, είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση,σκοπός της οποίας είναι η παροχή αντασφαλιστικήςκάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχεί−ρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή γιατους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεωντου ομίλου του οποίου είναι μέλος η εξαρτημένη αντα−σφαλιστική επιχείρηση.

6.  «Αντασφαλιστική  Επιχείρηση  Τρίτης  Χώρας»:  ηαντασφαλιστική επιχείρηση η οποία, εάν είχε την κα−ταστατική έδρα της εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θαχρειαζόταν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

7. «Αντασφάλιση»: η δραστηριότητα που συνίσταταιστην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή, στην περίπτωσητης ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Lloyd’s, ηδραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνωνπου εκχωρούνται από οποιοδήποτε μέλος των Lloyd’sκαι αναλαμβάνονται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστικήεπιχείρηση άλλη από την ένωση ασφαλιστών Lloyd’s.

8. «κράτος − μέλος Καταγωγής»:

α) όσον αφορά στηνασφάλιση κατά ζημιών, το κράτος − μέλος στο οποίοβρίσκεται η καταστατική έδρα της ασφαλιστικής επιχεί−ρησης που καλύπτει τον κίνδυνο,

β) όσον αφορά στηνασφάλιση ζωής, το κράτος − μέλος στο οποίο βρίσκε−ται η καταστατική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησηςπου αναλαμβάνει την ασφαλιστική υποχρέωση, γ) όσοναφορά στην αντασφάλιση, το κράτος − μέλος στο οποίοβρίσκεται η καταστατική έδρα της αντασφαλιστικήςεπιχείρησης ή της ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκείαντασφαλιστικές δραστηριότητες.

9. «κράτος − μέλος Υποδοχής»:

α) όσον αφορά σταυποκαταστήματα, το κράτος − μέλος, εκτός από το κρά−τος − μέλος καταγωγής, στο οποίο μια ασφαλιστική ήαντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα,

β) όσοναφορά στην παροχή υπηρεσιών, το κράτος − μέλος,εκτός από το κράτος − μέλος καταγωγής, στο οποίομια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχειυπηρεσίες. Για τις ασφαλίσεις ζωής και κατά ζημιών,κράτος − μέλος παροχής υπηρεσιών θεωρείται αντίστοιχα το κράτος − μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσηςή το κράτος − μέλος στο οποίο βρίσκεται ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος, τόσο όταν η ασφάλιση ασκείται απότην έδρα της επιχείρησης, όσο και όταν ασκείται απόάλλου κράτους − μέλους υποκατάστημα αυτής.

10. «Εποπτικές Αρχές»: οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμό−διες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικέςεπιχειρήσεις. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι ηΤράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργοτης εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικώνεπιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου καιτου Καταστατικού της.Οι αρμοδιότητες εποπτείας της ιδιωτικής ασφάλισηςασκούνται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με το Καταστατικό της. Οι αρμοδιότητες αυτές μπορεί να εξειδικεύονται, ως προς τις λεπτομέρειεςεφαρμογής τους, με περαιτέρω αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Ανεξαρτήτως της εφαρμογής των οικείων ποινικώνδιατάξεων του παρόντος νόμου και του άρθρου 55Α του Καταστατικού της η Τράπεζα της Ελλάδος μπορείνα επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 256του παρόντος. Η παράγραφος 9 του άρθρου 256 του παρόντος ισχύεικαι για τα ανωτέρω σχετικά εξουσιοδοτημένα όργανατης Τράπεζας Της Ελλάδος, όπως και για τα μέλη τωνσυλλογικών οργάνων διοίκησης αυτής.

11. «Υποκατάστημα»: το πρακτορείο ή υποκατάστημαασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίοβρίσκεται σε άλλο κράτος − μέλος από το κράτος − μέ−λος καταγωγής της. Με υποκατάστημα εξομοιώνεταικάθε μόνιμη παρουσία ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης στην Ελλάδα, που ασκείται μέσω απλούγραφείου το οποίο διευθύνεται από το προσωπικό τηςίδιας της επιχείρησης, ή από ανεξάρτητο πρόσωπο,εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρησηόπως θα ενεργούσε ένα πρακτορείο.

12. «Εγκατάσταση»: η καταστατική έδρα ή υποκατά−στημα της επιχείρησης.

13. «κράτος − μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος»(για ασφαλίσεις κατά ζημιών):

α) το κράτος − μέλος στο οποίο βρίσκονται τα ασφαλιζόμενα περιουσιακά στοιχεία, όταν η ασφάλιση αφορά ακίνητα ή ακίνητα και το περιεχόμενό τους, στομέτρο που το περιεχόμενο αυτών καλύπτεται από τοίδιο ασφαλιστήριο,

β) το κράτος − μέλος καταχώρισης των ασφαλιζομέ−νων μεταφορικών μέσων, όταν η ασφάλιση αφορά κάθεείδους μεταφορικά μέσα,

γ) το κράτος − μέλος στο οποίο ο αντισυμβαλλόμενος συνήψε τη σύμβαση, προκειμένου περί συμβάσεωνδιάρκειας μικρότερης ή ίσης των τεσσάρων μηνών οιοποίες αφορούν σε κινδύνους, οι οποίοι ανακύπτουνκατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών, ανεξαρτήτωςκλάδου ασφάλισης,

δ) σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται στιςως άνω υπό α ́, β ́, και γ ́ περιπτώσεις το κράτος − μέλοςόπου βρίσκεται η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου ή, εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο,το κράτος − μέλος όπου βρίσκεται η αναφερόμενη στησύμβαση εγκατάσταση του νομικού αυτού προσώπου.

14. «κράτος − μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης»(για ασφαλίσεις ζωής): το κράτος − μέλος, στο οποίοβρίσκεται η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου,ή εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, τοκράτος − μέλος στο οποίο βρίσκεται η αναφερόμενηστη σύμβαση εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλ−λομένου.

15. «Μητρική Επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση κατάτην έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν.4308/2014 (Α ́ 251), ή, εφόσον πρόκειται για μητρική επι−χείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος − μέλοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατά την έννοιατου άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L 193/18.7.1983).

16. «Θυγατρική Επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρησηκατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 τουν. 4308/2014 (Α ́ 251), ή, εφόσον πρόκειται για θυγατρι−κή επιχείρηση με καταστατική έδρα σε άλλο κράτος− μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιχείρηση κατάτην έννοια του άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L193/18.7.1983). Η θυγατρική της θυγατρικής θεωρείταιεπίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναιεπικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.

17. «Στενοί Δεσμοί»: η κατάσταση κατά την οποία δύοή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονταιμε δεσμό ελέγχου, όπως ορίζεται στην περίπτωση (18)κατωτέρω ή μέσω συμμετοχής, όπως ορίζεται στην περίπτωση (20) κατωτέρω. Στενός δεσμός μεταξύ δύο ήπερισσότερων προσώπων δημιουργείται επίσης από μίακατάσταση όπου τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμαμε το ίδιο πρόσωπο με δεσμό ελέγχου.

18. «Έλεγχος»: η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικήςεπιχείρησης προς θυγατρική κατά την έννοια της πα−ραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α ́ 251), ήτου άρθρου 1 της Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ (L 193/18.7.1983),ή οποιαδήποτε παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτεφυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης.

19. «Συναλλαγή στο πλαίσιο Ομίλου (Ενδοομιλική)»:οποιαδήποτε συναλλαγή, συμβατική ή χωρίς σύμβαση,με τίμημα ή χωρίς, δυνάμει της οποίας μια ασφαλιστικήή αντασφαλιστική επιχείρηση αναμένει, άμεσα ή έμμεσα,την εκπλήρωση οποιασδήποτε παροχής ή υποχρέωσηςαπό επιχείρηση του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτεφυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με επιχείρησητου εν λόγω ομίλου με στενούς δεσμούς.20. «Συμμετοχή»: η άμεση ή έμμεση μέσω δεσμού ελέγ−χου κατοχή τουλάχιστον του 20% του κεφαλαίου ή τωνδικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης.

21.  «Ειδική  Συμμετοχή»:  η  άμεση  ή  έμμεση  κατοχήτουλάχιστον του 10% του μετοχικού κεφαλαίου ή τωνδικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυ−νατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείρισητης επιχείρησης αυτής. Για τον υπολογισμό της ειδικήςσυμμετοχής λαμβάνονται υπόψη τα οριζόμενα στην πα−ράγραφο 2 του άρθρου 43 του παρόντος.

22. «Οργανωμένη Αγορά»: α) στην Ελλάδα, η οριζόμενηστην παράγραφο 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/07 (Α ́ 195),β) σε άλλο κράτος − μέλος, η οριζόμενη στο σημείο 14 τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, καιγ) σε τρίτη χώρα, η αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων ηοποία πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:γα) είναι αναγνωρισμένη από το κράτος − μέλος κα−ταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχεί−ρησης και πληροί προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνεςτης Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, καιγβ) τα διαπραγματεύσιμα χρηματοπιστωτικά μέσαείναι ανάλογης ποιότητας προς εκείνα που διαπραγμα−τεύονται στις οργανωμένες αγορές του κράτους − μέ−λους καταγωγής της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης, καιγγ) έχει οριστεί κατ’ εφαρμογή της περίπτωσης γ ́ τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 59 του ν. 4099/2012 (Α ́ 250).

23. «Εθνικό Γραφείο Ασφαλίσεως»: το εθνικό γραφείοασφαλίσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 1 της Οδη−γίας 72/166/ΕΟΚ (L 103/24.4.1972) και για την Ελλάδα τοΓραφείο Διεθνούς Ασφάλισης του άρθρου 26 του κ.ν.489/1976 (Α ́ 331).

24. «Εθνικό Ταμείο Εγγυήσεως»: ο φορέας της παρα−γράφου 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ και γιατην Ελλάδα το Επικουρικό Κεφάλαιο του άρθρου 16 τουκ.ν. 489/1976 (Α ́ 331).

25. «Χρηματοπιστωτική Επιχείρηση»: μία εκ των κάτωθιαναφερόμενων επιχείρηση ή οντότητα:α) πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή επιχεί−ρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών, όπως ορίζονταιστα σημεία 1, 26 και 18 αντιστοίχως της παραγράφου1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ήτων σημείων 1, 22 και 17 αντιστοίχως της παραγράφου1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α ́ 107),β) ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή εταιρεία ασφαλιστικών συμμετοχών, κατά τηνέννοια της περίπτωσης στ ́ της παραγράφου 1 του άρθρου 212 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή κατά την έννοιατης περίπτωσης στ ́ της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος,γ) επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατάτην έννοια του σημείου 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ ή της ανώνυμης εταιρείαςπαροχής επενδυτικών υπηρεσιών των παραγράφων 1και 2 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007 (Α ́ 195),δ)  μικτή  χρηματοοικονομική  εταιρεία  συμμετοχών(ΜΧΕΣ), κατά την έννοια της παραγράφου 15 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ ή της παραγράφου 15 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (Α ́ 84).

26. «Φορέας Ειδικού Σκοπού»: οποιαδήποτε επιχείρηση,με εταιρική μορφή ή χωρίς, η οποία, χωρίς να έχει λάβειάδεια λειτουργίας ως ασφαλιστική ή αντασφαλιστικήεπιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικέςή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλή−ρως την έκθεσή της σε αυτούς με έσοδα από ομολογι−ακές εκδόσεις ή άλλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς,όπου η επιστροφή κεφαλαίου, ήτοι η αποπληρωμή, τωνομολογιούχων ή των εν γένει κατόχων των τίτλων πουεκδόθηκαν στο πλαίσιο των χρηματοδοτικών αυτώνμηχανισμών, έπεται της ικανοποίησης των υποχρεώσε−ων αντασφάλισης που φέρει ο φορέας ειδικού σκοπού.

27. «Μεγάλοι κίνδυνοι» θεωρούνται:

α)  οι  κίνδυνοι  που  κατατάσσονται  στους  κλάδουςασφαλίσεων κατά ζημιών 4 «Σιδηροδρομικά οχήματα»,5 «Αεροσκάφη», 6 «Πλοία» (θαλάσσια, λιμναία και ποτά−μια σκάφη)», 7 «Μεταφερόμενα εμπορεύματα», 11 «Αστι−κή ευθύνη από αεροσκάφη» και 12 «Αστική ευθύνη απόθαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη» της ταξινόμησηςτης παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος,

β)  οι  κίνδυνοι  που  κατατάσσονται  στους  κλάδουςασφαλίσεων κατά ζημιών 14 «Πιστώσεις» και 15 «Εγγυήσεις» της ταξινόμησης της παραγράφου 1 του άρθρου4 του παρόντος, όταν ο αντισυμβαλλόμενος ασκεί κατ’επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ήελεύθερο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τηδραστηριότητα αυτή,

γ)  οι  κίνδυνοι  που  κατατάσσονται  στους  κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών 3 «Χερσαία οχήματα (εκτόςσιδηροδρομικών)», 8 «Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως»,9 «Λοιπές ζημίες αγαθών», 10 «Αστική ευθύνη από χερ−σαία αυτοκίνητα οχήματα», 13 «Γενική αστική ευθύνη»,16 «Διάφορες χρηματικές απώλειες» της ταξινόμησηςτης παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσονο αντισυμβαλλόμενος πληροί δύο τουλάχιστον από ταακόλουθα τρία αριθμητικά κριτήρια:γα) διαθέτει σύνολο ισολογισμού άνω των έξι εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων (6.200.000) ευρώ,γβ) διαθέτει καθαρό ποσό κύκλου εργασιών, κατά τηνέννοια της Οδηγίας78/660/ΕΟΚ ή του Παραρτήματος Α ́του ν. 4308/2014 (Α ́ 251) άνω των δώδεκα εκατομμυρίωνοχτακοσίων χιλιάδων (12.800.000) ευρώ,γγ) απασχολεί, κατά μέσο όρο, πάνω από 250 άτομακατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος μετέχει σε σύνολο επιχει−ρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούςσύμφωνα με την Οδηγία 83/349/ΕΟΚ ή του παραρτήματος Α ́ του ν. 4308/2014 (Α ́ 251), η συνδρομή των κρι−τηρίων που παρατίθενται στην ανωτέρω περίπτωση γ ́ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων αυτών λογαριασμών.

28. «Εξωτερική Ανάθεση (Εξωπορισμός)»: συμφωνία,οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ μιας ασφαλιστικής ήαντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός παρόχου υπηρεσιών, υποκείμενου ή όχι σε εποπτεία, με την οποία ο ενλόγω πάροχος αναλαμβάνει, άμεσα ή ως υπεργολάβος,τη διεκπεραίωση διαδικασιών, την παροχή υπηρεσιώνή την εκτέλεση δραστηριοτήτων, που διαφορετικά θαείχαν διενεργηθεί από την ίδια την ασφαλιστική ή τηναντασφαλιστική επιχείρηση. Η έννοια της εξωτερικήςανάθεσης περιλαμβάνει και τις συμφωνίες ή διακανονι−σμούς της παραγράφου 4 του άρθρου 48 του παρόντος.

29. «Λειτουργία»: κάθε αρμοδιότητα διοίκησης, διαχεί−ρισης, εκπροσώπησης ή ελέγχου συγκεκριμένων εργασιών μίας επιχείρησης εντός ενός ενιαίου συστήματος δι−ακυβέρνησης. Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνεικατ’ ελάχιστο τις ακόλουθες βασικές λειτουργίες: α) τηλειτουργία διαχείρισης κινδύνων, β) τη λειτουργία κα−νονιστικής συμμόρφωσης, γ) τη λειτουργία εσωτερικούελέγχου και δ) την αναλογιστική λειτουργία. Ως κρίσιμεςή σημαντικές λειτουργίες θεωρούνται κατ’ ελάχιστον οιως άνω βασικές λειτουργίες.

30. «Κίνδυνος Ανάληψης Ασφαλίσεων» (Ασφαλιστι−κός Κίνδυνος): ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, λόγωακατάλληλων παραδοχών κατά την τιμολόγηση και τοσχηματισμό προβλέψεων.

31. «Κίνδυνος Αγοράς»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούςχρηματοοικονομικής μεταβολής, που απορρέει, άμεσαή έμμεσα, από τις διακυμάνσεις στο επίπεδο και στημεταβλητότητα των τιμών αγοράς των στοιχείων τουενεργητικού ή του παθητικού και των χρηματοπιστω−τικών μέσων.

32. «Πιστωτικός Κίνδυνος»: ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμε−νούς χρηματοοικονομικής μεταβολής, που απορρέει απόδιακυμάνσεις στην πιστοληπτική κατάσταση των εκδο−τών των χρηματοπιστωτικών μέσων ως και των εν γένειαντισυμβαλλομένων και οφειλετών προς τους οποίουςοι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναιεκτεθειμένες. Ο εν λόγω κίνδυνος εκδηλώνεται είτε ωςκίνδυνος μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσηςαπό αντισυμβαλλόμενο (κίνδυνος αθέτησης) είτε ωςκίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου είτε ως κίνδυνος συ−γκέντρωσης κινδύνων αγοράς.

33. «Επιλέξιμος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: ο κε−ντρικός αντισυμβαλλόμενος που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (EΕ)αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τουΣυμβουλίου  για  τα  εξωχρηματιστηριακά  παράγωγα,τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχείακαταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201) είτε έχει αναγνωρι−στεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού.

34. «Λειτουργικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος ζημίας, είτελόγω ανεπαρκειών και ελλείψεων στις εσωτερικές διαδικασίες, στα μηχανογραφικά και λοιπά λειτουργικάσυστήματα ή στο ανθρώπινο δυναμικό είτε λόγω δυ−σμενών εξωτερικών παραγόντων,

35. «Κίνδυνος Ρευστότητας»: ο κίνδυνος αδυναμίας τηςασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης να εκ−ποιήσει επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία προ−κειμένου να προβεί στο διακανονισμό των οικονομικώντης υποχρεώσεων όταν αυτές καταστούν απαιτητές.

36. «Κίνδυνος Συγκέντρωσης»: όλες οι εκθέσεις στονκίνδυνο με ενδεχόμενη ζημία αρκετά σημαντική, σε βαθμό που να απειλείται η φερεγγυότητα ή η χρηματοοικο−νομική κατάσταση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης.

37. «Τεχνικές Μετριασμού του Κινδύνου»: όλες οι τεχνικές οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα στην ασφα−λιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση να μεταβιβάζειτμήμα ή όλους τους κινδύνους της σε τρίτα μέρη.

38. «Αποτελέσματα Διαφοροποίησης»: η μείωση τηςέκθεσης στον κίνδυνο ασφαλιστικών και αντασφαλι−στικών επιχειρήσεων και ομίλων, που σχετίζεται με τηδιαφοροποίηση των εργασιών τους και απορρέει απότο γεγονός ότι το δυσμενές αποτέλεσμα από κάποιοκίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκότεροαποτέλεσμα ενός άλλου κινδύνου, όταν οι κίνδυνοι αυτοίδεν είναι πλήρως συσχετισμένοι μεταξύ τους.

39. «Προβλεπτική Πιθανοθεωρητική Κατανομή»: μα−θηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει μια πιθανότηταεπέλευσης σε ένα εξαντλητικό σύνολο αμοιβαία απο−κλειόμενων μελλοντικών γεγονότων.

40. «Μέτρο Κινδύνου»: μαθηματική συνάρτηση η οποίααποδίδει μία χρηματική τιμή σε μια δεδομένη προβλε−πτική πιθανοθεωρητική κατανομή και αυξάνεται μονο−τονικά με το επίπεδο έκθεσης στον κίνδυνο στον οποίοστηρίζεται η εν λόγω προβλεπτική πιθανοθεωρητικήκατανομή.

41. «Εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ECAI»: οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικήςικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιη−μένος σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, γιατους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανό−τητας (ΕΕ L 302), ή κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδειπιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρ−μογή του εν λόγω κανονισμού.

42. Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και ΕπαγγελματικώνΣυντάξεων ή «ΕΑΑΕΣ»: η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσε−ων και Επαγγελματικών Συντάξεων που έχει συσταθείμε τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του ΕυρωπαϊκούΚοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Διαβάστε περισσότερα..

 (άρθρα 2, 197 και Παραρτήματα I και V της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλίσεις κατά ζημιών ταξινομούνται στουςακόλουθους κλάδους ανάλογα με τον κίνδυνο που κα−λύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση:

α) Κλάδος 1 «Ατυχήματα» (συμπεριλαμβανομένων τωνεργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών). Περιλαμβάνει τα εξής:1.1 κατ’ αποκοπήν παροχές1.2 περιοδικές παροχές αποζημιώσεων1.3 συνδυασμούς των ανωτέρω1.4 μεταφερόμενα πρόσωπα.

β) Κλάδος 2 «Ασθένειες»:Περιλαμβάνει τα εξής:2.1. περιοδικές παροχές2.2. κατ’ αποκοπήν παροχές2.3. συνδυασμούς των ανωτέρω.

γ) Κλάδος 3 «Χερσαία οχήματα» (εκτός σιδηροδρο−μικών):Καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται αυτοκι−νούμενα και μη, χερσαία οχήματα εκτός των σιδηρο−δρομικών.

δ) Κλάδος 4 «Σιδηροδρομικά οχήματα»:Καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται τα σιδηροδρομικά οχήματα.

ε) Κλάδος 5 «Αεροσκάφη»:Καλύπτει κάθε ζημία την οποία υφίστανται αεροσκάφη.

στ) Κλάδος 6 «Πλοία» (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμιασκάφη):Καλύπτει κάθε ζημία, την οποία υφίστανται:6.1. ποτάμια σκάφη6.2. λιμναία σκάφη6.3. θαλάσσια σκάφη/ πλοία,

ζ) Κλάδος 7 «Μεταφερόμενα εμπορεύματα» (συμπεριλαμβανομένων των εμπορευμάτων, αποσκευών καικάθε άλλου αγαθού):Καλύπτει κάθε ζημία την οποία υφίστανται τα μετα−φερόμενα εμπορεύματα, περιλαμβανομένων αποσκευώνκαι κάθε άλλου αγαθού, ανεξαρτήτως του μεταφορικούμέσου.η) Κλάδος 8 «Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως»:Καλύπτει κάθε ζημία που υφίστανται αγαθά, εξαιρου−μένων των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους3, 4, 5, 6 και 7 ανωτέρω, εφόσον προξενείται από:8.1. πυρκαϊά,8.2. έκρηξη,8.3. θύελλα,8.4. στοιχεία της φύσεως άλλα εκτός θυέλλης,8.5. πυρηνική ενέργεια και8.6. καθίζηση του εδάφους.

θ) Κλάδος 9 «Λοιπές ζημίες αγαθών»:Καλύπτει κάθε ζημία που υφίστανται αγαθά, εξαιρουμένων των αγαθών που περιλαμβάνονται στους κλάδους3, 4, 5, 6 και 7 ανωτέρω, εφόσον προξενήθηκε από χαλάζιή παγετό, καθώς και από κάθε άλλο συμβάν, όπως επίπαραδείγματι κλοπή, εκτός των συμβάντων που υπά−γονται στον κλάδο 8.

ι) Κλάδος 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνηταοχήματα»:Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη, που προκύπτειαπό τη χρήση χερσαίων αυτοκινήτων οχημάτων, συμπε−ριλαμβανομένης της ευθύνης του μεταφορέως.

ια) Κλάδος 11 «Αστική ευθύνη από αεροσκάφη»:Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη, που προκύπτειαπό τη χρήση αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένης τηςευθύνης του μεταφορέως.

ιβ) Κλάδος 12 «Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναίακαι ποτάμια σκάφη»: Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη, που προκύπτει από τη χρήση θαλάσσιων, λιμναίων ήποτάμιων σκαφών, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνηςτου μεταφορέως.

ιγ) Κλάδος 13 «Γενική αστική ευθύνη»:Καλύπτει κάθε είδους αστική ευθύνη που δεν εμπίπτειστους κλάδους 10 έως 12 ανωτέρω.

ιδ) Κλάδος 14 «Πιστώσεις»:Στον ως άνω κλάδο, ο ασφαλιστής έναντι ασφαλί−στρου καλύπτει τον ασφαλισμένο για ζημία την οποίααυτός πιθανόν να υποστεί ως αποτέλεσμα της αποτυ−χίας ενός ή περισσοτέρων οφειλετών του να εκπληρώ−σουν τις υποχρεώσεις τους προς αυτόν (ασφαλισμένο).Καλύπτει τα εξής:14.1. γενική αφερεγγυότητα,14.2. εξαγωγικές πιστώσεις (αφορά εξαγωγικές πι−στώσεις που δεν γίνονται για λογαριασμό ή με τηνυποστήριξη του Κράτους),14.3. πωλήσεις με δόσεις,14.4. ενυπόθηκες πιστώσεις,14.5. αγροτικές πιστώσεις.

ιε) Κλάδος 15 «Εγγυήσεις»:Στον ως άνω κλάδο ο ασφαλιστής έναντι ασφαλί−στρου εγγυάται για τον ασφαλισμένο την εκτέλεση απόαυτόν των συμβατικών του υποχρεώσεων. Περιλαμβάνει:15.1. άμεσες εγγυήσεις15.2. έμμεσες εγγυήσεις.

ιστ) Κλάδος 16 «Διάφορες χρηματικές απώλειες»:Καλύπτει διάφορες χρηματικές απώλειες που προκα−λούνται από κινδύνους, όπως:16.1. κίνδυνος απώλειας επαγγελματικής απασχόλησης,16.2. γενική ανεπάρκεια εισοδήματος,16.3. κακοκαιρία,16.4. απώλεια κερδών,16.5. τρέχοντα γενικά έξοδα,16.6. απρόβλεπτες εμπορικές δαπάνες,16.7. απώλεια / μείωση αγοραίας αξίας,16.8. απώλεια μισθωμάτων ή εισοδημάτων,16.9. έμμεσες εμπορικές απώλειες εκτός από αυτέςπου ήδη αναφέρθηκαν16.10. μη εμπορικές οικονομικές απώλειες,16.11. λοιπές οικονομικές απώλειες.

ιζ) Κλάδος 17 «Νομική προστασία»:Περιλαμβάνει την ανάληψη δικαστικών εξόδων και τηνπαροχή νομικής προστασίας.

ιη) Κλάδος 18 «Βοήθεια»: Περιλαμβάνει την ανάληψη της υποχρέωσης άμεσηςπαροχής βοήθειας, στις περιπτώσεις και με τους όρουςπου προβλέπει σύμβαση, σε χρήμα ή σε είδος, έναντιπροηγούμενης καταβολής ασφαλίστρου, προς πρόσωπα, που περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά τη διάρκειαμετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τοντόπο συνήθους διαμονής τους είτε υπό άλλες περιστάσεις ανεξάρτητα από μετακίνηση ή απουσία. Η σε είδοςπαροχή βοήθειας είναι δυνατόν να συνίσταται και στηνχρησιμοποίηση του προσωπικού και του εξοπλισμούπου ανήκουν σε αυτόν που παρέχει την βοήθεια. Δενσυνιστούν υπηρεσίες βοήθειας οι υπηρεσίες συντήρησης ή διατήρησης, η εξυπηρέτηση μετά την πώληση,ούτε η απλή υπόδειξη ή πρόβλεψη παροχής βοήθειαςως μεσολάβηση.

2. Όταν η άδεια λειτουργίας παρέχεται συγχρόνως γιαπερισσότερους από τους ακόλουθους κλάδους, φέρειτις εξής ονομασίες:

α) για τους Κλάδους 1 και 2: «Ατυχήματα και Ασθένειες»,

β) για τους Κλάδους 1.4., 3, 7 και 10: «Ασφάλιση αυτοκινήτων»,

γ)  για  τους  Κλάδους  1.4.,  4,  6,  7  και  12:  «Ασφάλισηθαλάσσης και μεταφορών»,

δ) για τους Κλάδους 1.4., 5, 7 και 11: «Ασφάλιση αερο−σκαφών»,

ε) για τους Κλάδους 8 και 9: «Πυρκαϊές και λοιπέςζημίες σε αγαθά»,

στ) για τους Κλάδους 10, 11, 12 και 13: «Αστική ευθύνη»,

ζ) για τους Κλάδους 14 και 15: «Πιστώσεις και εγγυ−ήσεις»,

η) για όλους τους Κλάδους: «Γενικών ΑσφαλίσεωνΖημιών». Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη, καθώς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη χρήση τηςονομασίας του σημείου η ́ της παρούσας παραγράφου.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 3, 10 και 12 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

Στις διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εντάσσονται:

α) φορείς υπαγόμενοι στο εθνικό σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης,

β) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες από τις 10 Δεκεμβρίου του 2007, έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου, με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους. Η Εποπτική Αρχή καταρτίζει κατάλογο των επιχειρήσεων αυτών και τον γνωστοποιεί στις εποπτικές αρχές όλων των άλλων κρατών − μελών,

γ) οργανισμοί που εγγυώνται αποκλειστικά την καταβολή παροχών σε περίπτωση θανάτου, εφόσον το ύψος των παροχών αυτών δεν υπερβαίνει την μέση αξία των εξόδων κηδείας για κάθε θάνατο ή εφόσον οι παροχές αυτές καταβάλλονται σε είδος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 4 και 7 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Στους αλληλασφαλιστικούς συνεταιρισμούς που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών και έχουν συνάψει με άλλο αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό σύμβαση είτε για συνολική αντασφάλιση όλων των συναπτόμενων από αυτούς ασφαλίσεων είτε για υποκατάσταση του εκδοχέα συνεταιρισμού στον εκχωρητή συνεταιρισμό για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις εν λόγω ασφαλίσεις, υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος.Ο αντασφαλίζων ή ο εκδοχέας αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, εμπίπτουν στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου.

2. Επίσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος σε ασφαλιστική επιχείρηση που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις, εφεξής καλούμενη ως εξαιρουμένη λόγω μεγέθους:

α) τα ακαθάριστα ετήσια εγγεγραμμένα ασφάλιστρά της δεν υπερβαίνουν τα πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ,

β) οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος, μη λαμβανομένων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,

γ) αν η επιχείρηση ανήκει σε όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 51 του παρόντος, μη λαμβανομένων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,

δ) οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης αστικής ευθύνης ή πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός εάν συνιστούν παρεπόμενους κινδύνους κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος,

ε) οι τυχόν αντασφαλιστικές εργασίες της επιχείρησης αντιστοιχούν σε ετήσιο έσοδο μικρότερο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ σε όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και σε συνολική τεχνική πρόβλεψη μικρότερη των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) ευρώ και σε ποσοστό μικρότερο του 10% των συνολικών ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και σε ποσοστό μικρότερο του 10% του συνόλου των τεχνικών της προβλέψεων. Για τους υπολογισμούς της παρούσας περίπτωσης δεν λαμβάνονται υπόψη τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού,

στ) η ασφαλιστική επιχείρηση δεν παρέχει υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η΄ του Πρώτου Μέρους του παρόντος.

3. Εάν οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, τότε η επιχείρηση υπάγεται στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου από το τέταρτο έτος (άρση εξαίρεσης λόγω μεγέθους).

4. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, εφαρμόζεται το σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου σε επιχειρήσεις (χαρακτηριζόμενες ως μη εξαιρούμενες λόγω μεγέθους) που ζητούν άδεια λειτουργίας για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες, εφόσον τα ετήσια ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα ή οι ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις, μη λαμβανομένων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, αναμένεται να υπερβούν εντός των επόμενων πέντε ετών τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος.

5. Μη εξαιρουμένη λόγω μεγέθους ασφαλιστική επιχείρηση που δεν παρέχει υπηρεσίες σε άλλα κράτη − μέλη, είτε με εγκατάσταση είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παύει να υπάγεται στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου, υπαγόμενη πλέον στις διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος (εξαιρείται λόγω μεγέθους), εφόσον η Εποπτική Αρχή, με απόφασή της επαληθεύσει, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της επιχείρησης, ότι πληρούνται και οι δύο κατωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις:

α) οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 δεν υπερκαλύπτεται κατά τα τρία τουλάχιστον τελευταία συνεχή έτη, και

β) οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 δεν αναμένεται να υπερκαλυφθεί εντός των επόμενων πέντε ετών.

6. Εξαιρουμένη λόγω μεγέθους ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή αίτηση για εκούσια υπαγωγή της στο σύνολο των διατάξεων του νόμου αυτού (εκούσια άρση εξαίρεσης λόγω μεγέθους).

7. Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος και επιθυμούν να χαρακτηριστούν ως αρχικά εξαιρούμενες λόγω μεγέθους ασφαλιστικές επιχειρήσεις μέχρι την 31.12.2015, υποβάλλουν υποχρεωτικά σχετική αίτηση προς την Εποπτική Αρχή το αργότερο μέχρι την 31.3.2016.Η Εποπτική Αρχή αποφασίζει για την ανωτέρω αίτηση επί τη βάσει των κριτηρίων της παραγράφου 2 του παρόντος, θεωρώντας ως τεχνικές προβλέψεις του άρθρου 51 του παρόντος το σύνολο των τεχνικών αποθεμάτων που σχημάτισε η επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΝΔ 400/1970 (Α΄ 10) κατά την 31.12.2014. Σε περίπτωση θετικής απόφασης ή σε περίπτωση έλλειψης απόφασης μέχρι την 31.5.2016 οι ανωτέρω επιχειρήσεις χαρακτηρίζονται ως αρχικά εξαιρούμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν υπέβαλλαν αίτηση μέχρι την 31.3.2016 ή η Εποπτική Αρχή αποφάσισε αρνητικά επί της σχετικής αίτησης μέχρι την 31.5.2016 χαρακτηρίζονται ως μη εξαιρούμενες λόγω μεγέθους και υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του παρόντος νόμου. Αιτήσεις εξαίρεσης που υποβάλλονται μετά την 31.3.2016 ελέγχονται από την Εποπτική Αρχή ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 5 του παρόντος.

8. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ετήσια προς αυτή υποβαλλόμενα οικονομικά και λοιπά στοιχεία για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος και το περιεχόμενο των αιτήσεων των παραγράφων 5, 6 και 7 παρόντος άρθρου.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 5 και 6 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Αναφορικά με τις ασφαλίσεις κατά ζημιών, ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες:

α) σε ειδικές εργασίες κεφαλαιοποιήσεως, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους − μέλους,

β) στις εργασίες των ιδρυμάτων προνοίας και αλληλοβοηθείας, οι παροχές των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται βάσει σταθερού ποσοστού, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους − μέλους,

γ) στις εργασίες που πραγματοποιούνται από οργανισμό ο οποίος δεν έχει νομική προσωπικότητα και του οποίου το αντικείμενο συνίσταται στην αλληλασφάλιση των μελών του, άνευ πληρωμής ασφαλίστρων και άνευ δημιουργίας τεχνικών προβλέψεων, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους − μέλους,

δ) στις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση του Κράτους ή όταν το Κράτος είναι ο ασφαλιστής,

ε) στις εργασίες βοήθειας, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

εα) η βοήθεια παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος που συμβαίνει στην Ελλάδα,

εβ) η παροχή περιορίζεται στις εξής εργασίες:

εβα) στην επιτόπου επισκευή, για την οποία ο παρέχων τη βοήθεια χρησιμοποιεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, δικό του προσωπικό και υλικό,

εββ) στη μεταφορά του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο διενέργειας της επισκευής, ενδεχομένως δε και στη μεταφορά, κατά κανόνα με το ίδιο μέσο βοήθειας, του οδηγού ή και των επιβατών, μέχρι τον πλησιέστερο τόπο απ’ όπου θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με άλλα μέσα,

εβγ) στη μεταφορά του οχήματος, ενδεχομένως μαζί με τον οδηγό και τους επιβάτες, μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό τους προορισμό, εντός της Ελλάδας,

εγ) η βοήθεια δεν παρέχεται από επιχείρηση που υπάγεται στον παρόντα νόμο.

2. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στη δραστηριότητα βοήθειας ακόμη και εάν δεν συντρέχει η υποπερίπτωση εα΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του παρόντος όσον αφορά στα εδάφια εβα΄ και εββ΄ της υποπερίπτωσης εβ΄ της ιδίας περίπτωσης, εφόσον ο δικαιούχος της βοήθειας είναι μέλος οργανισμού και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται μετά από απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση από ανάλογο οργανισμό του κράτους − μέλους όπου συνέβη το ατύχημα ή η βλάβη, βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αναφορικά με τις ασφαλίσεις ζωής, ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες και δραστηριότητες:

α) στις εργασίες των ιδρυμάτων προνοίας και αλληλοβοηθείας, οι παροχές των οποίων ποικίλλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με σταθερό ποσοστό, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους − μέλους,

β) στις εργασίες που διενεργούνται από άλλους οργανισμούς, εκτός των επιχειρήσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παρόντος, σκοπός των οποίων είναι η καταβολή παροχών σε εργαζομένους, μισθωτούς ή μη, που ανήκουν σε μια επιχείρηση ή σε έναν όμιλο επιχειρήσεων ή σε μία επαγγελματική κατηγορία ή σε ομάδα επαγγελματικών κατηγοριών, σε περίπτωση θανάτου, επιβιώσεως ή διακοπής ή μείωσης της απασχόλησης, είτε οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασίες αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου και ανά πάσα στιγμή από τις μαθηματικές προβλέψεις είτε όχι, όπως ορίζονται από το δίκαιο κάθε κράτους − μέλους,

2. Ο παρών νόμος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται ή τις οποίες εγγυάται πλήρως, η ελληνική κυβέρνηση ή κυβέρνηση άλλου κράτους − μέλους όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται ανέφικτη η ανάληψη του αντασφαλιστικού κινδύνου από ιδιωτικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων (αντ)ασφάλισης

Άρθρο 10. Απαγόρευση άσκησης ασφάλισης και αντασφάλισης χωρίς προηγούμενη άδεια

(άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου Η’ του Πρώτου Μέρους του παρόντος «Ελευθερία Εγκατάστασης και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών», η άσκηση δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης που εμπίπτει στον παρόντα νόμο υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή η οποία ισχύει για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενιαία άδεια) σε περίπτωση που η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρόκειται να ασκήσει τις δραστηριότητές της σε άλλο κράτος − μέλος, είτε με καθεστώς εγκατάστασης, είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στα άρθρα 6, 8 και 9 του παρόντος, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατ’ επάγγελμα άσκηση εργασιών ασφάλισης ζωής ή κατά ζημιών ή αντασφάλισης στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του παρόντος, κατά τις διακρίσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και την άδεια λειτουργίας τους.
3. Όποιος ασκεί ασφάλιση ή αντασφάλιση ή μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται, πλέον των αναφερομένων στον παρόντα νόμο διοικητικών προστίμων, και με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, οι δε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις είναι άκυρες. Σε περίπτωση που η ασφάλιση ή αντασφάλιση ασκείται από νομικό πρόσωπο, με την ποινή της παρούσας παραγράφου τιμωρείται όποιος ασκεί διοίκηση ή διαχείριση στο νομικό πρόσωπο. Η ακυρότητα δεν μπορεί να προταθεί εις βάρος των καλόπιστων συναλλασσομένων.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 14, 15, 25 και 73 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παρ. 3 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 48 του παρόντος, η ασφαλιστική επιχείρηση λαμβάνει άδεια λειτουργίας είτε για άσκηση ασφαλίσεων κατά ζημιών είτε για άσκηση ασφαλίσεων ζωής.

2. Για την άσκηση πρωτασφαλιστικών εργασιών, η άδεια λειτουργίας χορηγείται κατά κλάδο ασφάλισης, για όλους ή μερικούς από τους κινδύνους που υπάγονται σε αυτόν τον κλάδο, καθώς και κατά ομάδα δύο ή περισσότερων κλάδων ασφάλισης σύμφωνα με την κατάταξη που προβλέπεται στα άρθρα 4 και 5 του παρόντος.Επιχείρηση που έλαβε άδεια για έναν κλάδο ή ομάδα κλάδων ασφαλίσεων κατά ζημιών δεν μπορεί να καλύπτει κινδύνους που περιλαμβάνονται σε άλλο κλάδο ασφάλισης, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση παρεπόμενων κινδύνων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του παρόντος.Στην άδεια λειτουργίας απαριθμούνται οι κίνδυνοι και οι κλάδοι ασφάλισης τους οποίους η επιχείρηση μπορεί να ασκεί.

3. Η επέκταση των εργασιών ασφαλιστικής επιχείρησης για άσκηση κλάδων ή ασφάλιση κινδύνων που δεν περιλαμβάνονται στην άδεια λειτουργίας της υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή.

4. Για την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, η άδεια χορηγείται, είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες κατά ζημιών, είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες ζωής, είτε ενιαία για όλα τα είδη αντασφαλιστικών εργασιών. Η επέκταση των εργασιών  αντασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί αντασφαλιστικές εργασίες είτε μόνον κατά ζημιών είτε μόνον ζωής υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή.Ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να ασκούν αντασφαλιστικές δραστηριότητες (αναλήψεις) μόνο στους κινδύνους ή τους κλάδους για τους οποίους διαθέτουν άδεια άσκησης πρωτασφαλίσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

5. Η άδεια λειτουργίας των παραγράφων 1, 2 και 4 του παρόντος και τυχόν επέκταση αυτής χορηγείται από την Εποπτική Αρχή σύμφωνα με την αίτηση και το πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που η επιχείρηση υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του παρόντος. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να περιορίζει το πεδίο ισχύος της άδειας, που έχει ζητηθεί για έναν κλάδο, στις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της αιτούσας επιχείρησης.

6. Για την παροχή υπηρεσιών βοήθειας, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υποχρεωτικά άδεια για άσκηση του Κλάδου 18 σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ιη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, εκτός εάν η βοήθεια παρέχεται συμπληρωματικά σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση, η παροχή υπηρεσιών βοήθειας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, εφόσον διενεργείται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

7. Η Εποπτική Αρχή τηρεί μητρώο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα, αλλοδαπών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που παρέχουν ασφάλιση ή αντασφάλιση είτε με εγκατάσταση είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής, ως και επιχειρήσεων που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό, το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τους ασκούμενους από κάθε επιχείρηση ασφαλιστικούς κινδύνους ή κλάδους ή τις αντασφαλιστικές δραστηριότητες. Το μητρώο ενημερώνεται εντός εύλογου χρόνου από την επέλευση οποιασδήποτε αλλαγής.

8. Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα οφείλουν να συμμορφώνονται διαρκώς με τις προβλέψεις του παρόντος νόμου.

9. Η Εποπτική Αρχή ενημερώνει την αιτούσα επιχείρηση εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης χορήγησης ή επέκτασης άδειας λειτουργίας, για τη σχετική χορήγηση ή την αιτιολογημένη απόρριψη της άδειας. Κατά της απορριπτικής απόφασης ή της τυχόν μη απάντησης της Εποπτικής Αρχής εντός της ως άνω αποκλειστικής προθεσμίας των έξι (6) μηνών χωρεί αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

10. Η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί αμελλητί στην ΕΑΑΕΣ κάθε χορήγηση και ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στις επιχειρήσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7 του παρόντος δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των Ενοτήτων 1, 2 και 3 του Κεφαλαίου Δ΄, καθώς και του Κεφαλαίου ΣΤ’ του παρόντος Μέρους, ενώ οι υπόλοιπες διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται αναλόγως.Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του παρόντος, η χορηγούμενη άδεια στις ως άνω επιχειρήσεις από την Εποπτική Αρχή ισχύει μόνον εντός της Ελλάδας, η άσκηση δε ασφαλιστικών εργασιών σε άλλες χώρες εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης διενεργείται συμφώνως προς τις εθνικές διατάξεις κάθε χώρας.

2. Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζει κάθε γενικότερο ή ειδικότερο θέμα για τη λειτουργία των επιχειρήσεων της παραγράφου 1 του παρόντος, ενδεικτικά ως τις ελάχιστες προϋποθέσεις διακυβέρνησης, τον τρόπο υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων, τον τρόπο αποτίμησης των περιουσιακών τους στοιχείων, το ύψος και το είδος του κεφαλαίου φερεγγυότητας και της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 16 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια για κυρίως κίνδυνο συγκεκριμένου κλάδου ή ομάδα κλάδων κατά ζημιών του άρθρου 4 του παρόντος, μπορεί να καλύπτει συμπληρωματικά κινδύνους που περιλαμβάνονται σε άλλον κλάδο ασφάλισης ζημιών του άρθρου αυτού (παρεπόμενους κινδύνους), χωρίς να απαιτείται άδεια και για τον κλάδο στον οποίο υπάγονται οι κίνδυνοι αυτοί, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Οι εν λόγω κίνδυνοι συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο,

β) αφορούν στο αντικείμενο που είναι ασφαλισμένο κατά του κυρίως κινδύνου και

γ) καλύπτονται με το ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο καλύπτεται ο κυρίως κίνδυνος.

2. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1 του παρόντος, οι κίνδυνοι που περιλαμβάνονται στους Κλάδους 14 «Πιστώσεις», 15 «Εγγυήσεις» και 17 «Νομική Προστασία» της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος δεν θεωρούνται παρεπόμενοι άλλων κλάδων και απαιτείται πάντοτε χωριστή άδεια, με εξαίρεση τον Κλάδο 17 «Νομική Προστασία», ο οποίος μπορεί να καλυφθεί συμπληρωματικά προς τον κυρίως ασκούμενο Κλάδο 18 «Βοήθεια», εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 του παρόντος και οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους όρους:

α) ο κυρίως κίνδυνος αφορά μόνον στη βοήθεια που παρέχεται στα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσιών από την κατοικία ή τον τόπο συνήθους διαμονής ή

β) η ασφάλιση αφορά διαφορές ή κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

 (άρθρα 17, 18, 20, 21 και Παράρτημα ΙΙΙ της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η Εποπτική Αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εφόσον:

α) η επιχείρηση έχει την καταστατική της έδρα και την κεντρική της διοίκηση στην Ελλάδα.

β) Η επιχείρηση έχει τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή, εφόσον πρόκειται για επιχείρηση ασφάλισης κατά ζημιών ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και τη μορφή του αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού. Η επιχείρηση μπορεί να έχει επίσης τη μορφή ευρωπαϊκής εταιρείας όπως ορίζεται στον Κανονισμό Νο 2157/2001 (L.294/10.11.2011).Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επεκτείνονται οι μορφές του παρόντος, και καθορίζονται όροι και προϋποθέσεις για την άσκηση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών από επιχειρήσεις του δημοσίου, ώστε να διασφαλίζεται η ισοδυναμία των όρων και προϋποθέσεων αυτών με τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο.

γ) Η ασφαλιστική επιχείρηση έχει αποκλειστικό σκοπό δραστηριότητες ασφάλισης, καθώς και εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτές, αποκλειόμενης οποιασ δήποτε άλλης εμπορικής δραστηριότητας. Η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει αποκλειστικό σκοπό δραστηριότητες αντασφάλισης και σχετιζόμενες εργασίες, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης συμμετοχών σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο χρηματοοικονομικό τομέα κατά την έννοια της παραγράφου 8 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ (L. 35/11.2.2003) ή της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του Ν 3455/2006 (Α΄ 84). Κατά παρέκκλιση του προηγουμένου εδαφίου, η αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να περιλαμβάνει στον σκοπό της επιπρόσθετες σχετικές της αντασφάλισης εργασίες, ενδεικτικά η παροχή στατιστικών ή αναλογιστικών συμβουλών, ανάλυση κινδύνων ή έρευνα για τους πελάτες της.

δ) Η επιχείρηση υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή το καταστατικό της και πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος.

ε) Η επιχείρηση παρέχει αποδείξεις στην Εποπτική Αρχή ότι:

εα) Διαθέτει επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, όπως προβλέπεται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος.

εβ) Είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν πλήρως την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στα άρθρα 76 ως 100 του παρόντος.

εγ) Είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτουν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, όπως προβλέπεται στα άρθρα 101 ως 103 του παρόντος.

στ) Η επιχείρηση αποδεικνύει ότι είναι σε θέση να συμμορφώνεται προς το σύστημα διακυβέρνησης κατά τα οριζόμενα στην Ενότητα 2 του Κεφαλαίου Δ΄ του παρόντος Μέρους.

ζ) Στην περίπτωση που η επιχείρηση καλύπτει κινδύνους του Κλάδου 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα» (εξαιρουμένης της ασφάλισης ευθύνης του μεταφορέα), ενημερώνει την Εποπτική Αρχή για το όνομα και τη διεύθυνση όλων των αντιπροσώπων για τον διακανονισμό των ζημιών, που χρησιμοποιεί σε κάθε ένα από τα λοιπά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι οποίοι έχουν τις προϋποθέσεις και τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 255 του παρόντος.

η) Πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας.

2. Για την επέκταση αδείας ασφαλιστικής επιχείρησης σε νέους κλάδους ή σε κινδύνους ενός κλάδου, ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε νέες εργασίες, η επιχείρηση υποβάλλει προς την Εποπτική Αρχή πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 16 και αποδεικνύει ότι διαθέτει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας και της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 76 και 101 του παρόντος.

3. Ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης ζωής δύναται να ζητήσει τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στους κινδύνους που ταξινομούνται στους Κλάδους 1 «Ατυχήματα» ή 2 «Ασθένειες» του άρθρου 4 του παρόντος, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 48 του παρόντος, εφόσον αποδεικνύει, επιπλέον των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, στην Εποπτική Αρχή ότι:

α) διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, καθώς και το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης κατά ζημιών, όπως ορίζονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος,

β) αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 49 του παρόντος και εντεύθεν.

4. Ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί μόνο δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών για τους κινδύνους που ταξινομούνται στους Κλάδους 1 «Ατυχήματα» ή 2 «Ασθένειες» του άρθρου 4 του παρόντος δύναται να ζητήσει τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε κινδύνους ασφάλισης ζωής, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 48 του παρόντος, εφόσον αποδεικνύει, επιπλέον των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, στην Εποπτική Αρχή ότι:

α) Διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, καθώς και το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης για επιχειρήσεις ασφάλισης κατά ζημιών, όπως αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 102 του παρόντος,

β) αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 49 του παρόντος  και εντεύθεν.

5. Οι ιδρυτές ή οι μέτοχοι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης παρέχουν όλες τις πληροφορίες, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει η Εποπτική Αρχή να αξιολογήσει ότι η επιχείρηση κατά το χρόνο που θα λάβει την άδεια λειτουργίας θα πληροί τις προϋποθέσεις για να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

6. Η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης, καθώς και κάθε επέκταση αυτής παρέχονται με αποφάσεις της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

7. Η διαδικασία για την έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων διέπεται από τις ισχύουσες γενικές διατάξεις. Απαιτείται έγκριση της Εποπτικής Αρχής για την τροποποίηση που αφορά στο είδος των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, καθώς και σε κάθε περίπτωση μείωσης ή αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, ή των αλληλασφαλιστικών μερίδων σε περίπτωση αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών, η οποία δεν καλύπτεται ολοσχερώς με μετρητά είτε οι πράξεις αυτές συνοδεύονται από τροποποίηση των καταστατικών διατάξεων είτε όχι.Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στην εποπτική αρχή τις τροποποιήσεις που δεν υπόκεινται σε έγκρισή της μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη λήψη της σχετικής απόφασης.

8. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και καθορίζονται τα έγγραφα που η επιχείρηση πρέπει να υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 19, 22 και 24 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι μετοχές των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εταιρειών ή οι αλληλασφαλιστικές μερίδες προκειμένου περί αλληλασφαλιστικού συνεταιρισμού είναι ονομαστικές. Η Εποπτική Αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μόνο εφόσον γνωρίζει την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων ή μελών, φυσικών ή νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών. Η Εποπτική Αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας εφόσον, εν όψει της ανάγκης να διασφαλιστεί η χρηστή και συνετή διαχείριση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή μελών.

2. Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Εποπτική Αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

3. Η Εποπτική Αρχή απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να της παρέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητά επιπροσθέτως αυτών της παραγράφου 14 του άρθρου 43 του παρόντος ώστε να μπορεί να βεβαιώνεται ότι πληρούνται σε συνεχή βάση οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος.

4. Η Εποπτική Αρχή δεν χορηγεί άδεια εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων, καθώς και εάν η λειτουργία της επιχείρησης προσκρούει στις διατάξεις του παρόντος ή τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή προς τα χρηστά ήθη ή την δημόσια τάξη.

5. Η Εποπτική Αρχή δεν χορηγεί άδεια εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 43 του παρόντος.

6. Για την χορήγηση της άδειας λειτουργίας, η Εποπτική Αρχή δεν εξετάζει την σχετική αίτηση υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς.

7. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται ο χρόνος υποβολής των στοιχείων της παραγράφου 3 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

 (άρθρο 23 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος, προκειμένου η επιχείρηση να πάρει άδεια λειτουργίας ή άδεια επέκτασης των εργασιών της και σε άλλους κλάδους ασφάλισης, περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία που αφορούν ενδεικτικά στα εξής:α) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύψει η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση,β) το είδος των αντασφαλιστικών συμβάσεων που η αντασφαλιστική επιχείρηση προτίθεται να παρέχει στις εκχωρούσες επιχειρήσεις,γ) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση και την αντεκχώρηση,δ) τα περιουσιακά στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που συγκροτούν το κατώτατο όριο της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης,ε) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον Κλάδο 18 «Βοήθεια», τα μέσα που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για την παροχή βοηθείας.

2. Για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις, το πρόγραμμα δραστηριοτήτων της επιχείρησης περιλαμβάνει πέραν των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος τα εξής:

α) προβλεπόμενο ισολογισμό,

β) τις προβλέψεις για την μελλοντική Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 1 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ΄ του παρόντος Μέρους, επί τη βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού της περίπτωσης α΄ ανωτέρω, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,

γ) τις προβλέψεις για την μελλοντική Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση, όπως προβλέπεται στα άρθρα 101 και 102 του παρόντος, επί τη βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού της περίπτωσης α΄ ανωτέρω, καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις,

δ) Τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση και την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας,

ε) σε περίπτωση άσκησης ασφάλισης κατά ζημιών και αντασφάλισης, επιπλέον τα εξής:

εα) Τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες,

εβ) τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές που θα πραγματοποιηθούν και τις προβλέψεις για αποζημιώσεις.

στ) Σε περίπτωση άσκησης ασφάλισης ζωής, επιπλέον προϋπολογιστική κατάσταση στην οποία να εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, αναφορικά με τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης, τις αποδοχές αντασφάλισης, καθώς και τις εκχωρήσεις αντασφάλισης.

3. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται πρόσθετα στοιχεία που μπορούν να αποτελούν περιεχόμενο του υποβλητέου προγράμματος δραστηριότητας επιχειρήσεων προς αδειοδότηση ή επέκταση δραστηριοτήτων, όπως ενδεικτικά αποτελέσματα χρήσης, πρόβλεψη ταμειακών ροών, αποτελέσματα ανά κλάδο ασφάλισης ή κατηγορία δραστηριοτήτων και αναλυτική τεκμηρίωση παραδοχών.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 26 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η Εποπτική Αρχή ζητά, πριν από τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση:

α) τη γνώμη της αρμόδιας αρχής του εμπλεκόμενου κράτους − μέλους, όταν η αιτούσα:

αα) είναι θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος − μέλος, ή

αβ) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος − μέλος, ή

αγ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος − μέλος.

β) τη γνώμη της αρμόδιας αρχής για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και εταιριών επενδύσεων του άλλου εμπλεκόμενου κράτους − μέλους, όταν η αιτούσα:

βα) είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος − μέλος, ή

ββ) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος − μέλος, ή

βγ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια στο άλλο κράτος − μέλος.γ) τη γνώμη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όταν η αιτούσα είναι θυγατρική ή ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα επιχείρησης που έχει αδειοδοτηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2. Η Εποπτική Αρχή ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές της προηγούμενης παραγράφου, τόσο για τη χορήγηση της άδειας όσο και σε κάθε επόμενο στάδιο διαρκούς ελέγχου της εφαρμογής των όρων λειτουργίας, κάθε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων ή μελών, καθώς και με τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας όλων των μελών της διοίκησης της επιχείρησης ή ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες και που εμπλέκονται με τη διοίκηση ή διαχείριση άλλης επιχείρησης του ιδίου ομίλου. Η διαβούλευση της παραγράφου 1 του παρόντος είναι υποχρεωτική για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μετόχων και των μελών της διοίκησης ή ασκούν σε αυτήν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, τόσο κατά τη διαδικασία αδειοδότησης όσο και σε κάθε μεταγενέστερη περίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 21 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η κατάρτιση των τιμολογίων που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα, είτε με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, είναι ελεύθερη και γίνεται σύμφωνα με τις τεχνοοικονομικές ανάγκες της κάθε επιχείρησης.

2. Οι γενικοί και ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων και αντασφαλιστηρίων συμβολαίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των τεχνικών προβλέψεων, και τυχόν άλλων εγγράφων που η επιχείρηση χρησιμοποιεί κατά την παροχή ασφαλίσεων ή την άσκηση ή λήψη αντασφαλίσεων δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση, ούτε κοινοποιούνται συστηματικά σε καμία διοικητική αρχή.Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

3. Κατά παρέκκλιση των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος:

α) Στοιχεία επί των τιμολογίων και των αυξήσεων επ’ αυτών μπορούν να κοινοποιούνται αποκλειστικά στην Εποπτική Αρχή, κατόπιν απόφασής της, που εκδίδεται επί τη βάσει του παρόντος άρθρου, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καθορίζει ρητά ότι η κοινοποίηση γίνεται μόνο στο πλαίσιο γενικού ελέγχου τιμών. Στην απόφαση προσδιορίζονται οι λοιπές αρμόδιες διοικητικές αρχές, που μπορούν να λαμβάνουν την σχετική πληροφορία στο πλαίσιο τυχόν αρμοδιότητάς τους επί του γενικού ελέγχου τιμών και εξειδικεύονται η μορφή, ο χρόνος παροχής και εν γένει κάθε τεχνικό θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά στην παροχή της ως άνω πληροφορίας και την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.Διάταξη που επιβάλλει ή κατ’ αποτέλεσμα καθιερώνει την προηγούμενη κοινοποίηση ή την έγκριση προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων από οποιαδήποτε διοικητική αρχή καταργείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου,

β) η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαιτεί από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής, μετά την σε αυτές χορήγηση άδειας λειτουργίας, με μόνο σκοπό τον έλεγχο της τήρησης διατάξεων σχετικά με τις αναλογιστικές αρχές, τη συστηματική κοινοποίηση των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ασφαλίστρων και των σχετικών τεχνικών προβλέψεων και

γ) η Εποπτική Αρχή μπορεί να ζητά κάθε στοιχείο που κρίνει απαραίτητο για τον έλεγχο του προσωπικού και του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται άμεσα και έμμεσα από ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την άσκηση του Κλάδου 18 «Βοήθεια». Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται τα επαγγελματικά προσόντα των ιατρικών ομάδων και η πιστοποίηση του εξοπλισμού που διατίθεται από την επιχείρηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από την άσκηση του εν λόγω κλάδου.

4.*

5. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι, προϋποθέσεις και τεχνικές προδιαγραφές, οι οποίοι δύναται να είναι κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 3651/2008 (Α΄ 44) για την άσκηση του Κλάδου 18 «Βοήθεια» από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς και τα έγγραφα που είναι αναγκαίο να κοινοποιούνται σε αυτή για την ομαλή άσκηση του εποπτικού ελέγχου της.

*δεν υπάρχει παράγραφος 4 στο κείμενο του νόμου.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ: Γενικοί Κανόνες Εποπτείας

Άρθρο 19. Σκοπός και γενικές αρχές της εποπτείας (άρθρα 27, 28 και 29 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η Εποπτική Αρχή εποπτεύει την ορθή λειτουργία της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και διασφαλίζει τη διαρκή συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας κατά τη λειτουργία τους έως και την εκκαθάρισή τους, αλλά και κατά την παροχή υπηρεσιών από αυτές και από τους συνεργαζόμενους με αυτές ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και κατά την εφαρμογή της περί υποχρεωτικής ασφάλισης και της περί ασφάλισης οχημάτων νομοθεσίας. Η εποπτεία ασκείται επί τη βάσει διερευνητικής και βασισμένης στον κίνδυνο προσέγγισης και περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό εποπτικής δράσης εντός και εκτός των χώρων της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης και είναι ανάλογη προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των κινδύνων, που κάθε επιχείρηση αναλαμβάνει σύμφωνα με τις δραστηριότητές της.

2. Σκοπός της εποπτείας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου είναι η προστασία των ληπτών της ασφάλισης, των ασφαλισμένων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση. Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει επιπροσθέτως, για την άσκηση της εποπτείας, υπόψη:

α) την ενδεχόμενη επίπτωση κάθε εποπτικής πράξης στην σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών συστημάτων, ιδιαίτερα σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει εκείνη την χρονική στιγμή και

β) το ενδεχόμενο της κάθε εποπτικής πράξης να εντείνει περαιτέρω τον οικονομικό κύκλο, ιδιαίτερα σε περιόδους ασυνήθιστων κινήσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές.

3. Η Εποπτική Αρχή μεριμνά να διαθέτει σε συνεχή βάση επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος.

4. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η εισφορά των εποπτευομένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, για την εξασφάλιση των πόρων που απαιτούνται για την επιτέλεση του σκοπού της σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σε ποσοστό μέχρι 1,5 τοις χιλίοις επί των ακαθάριστων ετήσιων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων.

5. Σε περίπτωση που η Εποπτική Αρχή εισηγείται προς τον Υπουργό Οικονομικών την υιοθέτηση νομοθετικών ρυθμίσεων του πλαισίου της ιδιωτικής ασφάλισης, συνοδεύει την εισήγηση αυτή υποχρεωτικά από σχετική γνωμοδότησή της.

6. Η Εποπτική Αρχή δύναται να επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 256 του παρόντος νόμου, τόσο στην ίδια την επιχείρηση και στους νόμιμους εκπροσώπους της, όσο και στα μέλη διοίκησης και ελέγχου αυτής της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του παρόντος νόμου. Επίσης, δύναται να επιβάλλει τα προβλεπόμενα από την εν γένει κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία πρόστιμα, πειθαρχικές ποινές και λοιπές διοικητικές κυρώσεις.

7. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα δεδομένα με τα οποία διασφαλίζεται η συνεπής εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος, ιδιαίτερα όσον αφορά στις μικρές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τα κριτήρια αξιολόγησης και εποπτικής δράσης των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 30 και 33 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παρ. 6 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Η Εποπτική Αρχή ασκεί χρηματοοικονομική εποπτεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου:

α) επί των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ελλάδα, περιλαμβανομένων και των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην αλλοδαπή,

β) επί των εγκατεστημένων στην Ελλάδα υποκαταστημάτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες.

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος, τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος υπάγονται στη χρηματοοικονομική εποπτεία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής.

3. Η χρηματοοικονομική εποπτεία της παραγράφου 1 του παρόντος περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή των υποκαταστημάτων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων, των στοιχείων του ενεργητικού της και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος νόμου και του ευρωπαϊκού δικαίου. Ειδικά για επιχειρήσεις που ασκούν τον Κλάδο 18 «Βοήθεια» κατά ζημιών, η εποπτεία εκτείνεται και στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν αναλάβει.

4. Εάν ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος ή η ασφαλιστική υποχρέωση βρίσκεται στην Ελλάδα ή η Ελλάδα είναι κράτος υποδοχής μίας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και η Εποπτική Αρχή έχει λόγους να θεωρεί ότι οι δραστηριότητες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους – μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης.Σε περίπτωση υποκαταστήματος ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος − μέλος, εκπρόσωποι των αρμοδίων αρχών του κράτους καταγωγής της επιχείρησης ή άτομα εξουσιοδοτημένα από τις αρχές για το σκοπό αυτό, δύνανται, αφού ενημερώσουν την Εποπτική Αρχή, να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους εντός της Ελλάδος με σκοπό την επαλήθευση των αναγκαίων πληροφοριών ώστε να διασφαλίσουν τη χρηματοοικονομική εποπτεία της επιχείρησης. Η Εποπτική Αρχή και η ΕΑΑΕΣ δύναται να συμμετέχουν στους ανωτέρω επιτόπιους ελέγχους.

5. Η Εποπτική Αρχή, ως εποπτική αρχή καταγωγής, εξακριβώνει, με κάθε πρόσφορο μέσο και με επιτόπιο έλεγχο, εφόσον απαιτείται, εάν η επιχείρηση τηρεί τις αρχές της συνετούς διαχείρισης, όπως ορίζονται στον παρόντα νόμο, ή εφόσον λάβει αντίστοιχα ειδοποίηση από αρμόδια εποπτική αρχή κράτους υποδοχής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζόμενης.

Η Εποπτική Αρχή δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για κάθε περίπτωση κατά την οποία, ενώ έχει ενημερώσει τις εποπτικές αρχές ενός κράτους υποδοχής ότι προτίθεται να διενεργήσει επιτόπιους ελέγχους σύμφωνα με το ανωτέρω εδάφιο, της απαγορεύεται να ασκήσει το δικαίωμά της για διενέργεια αυτών των επιτόπιων ελέγχων ή για κάθε περίπτωση κατά την οποία η εποπτική αρχή του κράτους μέλος υποδοχής αδυνατεί να ασκήσει στην πράξη το δικαίωμά της για συμμετοχή στους ανωτέρω επιτόπιους ελέγχους.

6. Η ΕΑΑΕΣ μπορεί να συμμετέχει σε επιτόπιους ελέγχους στις περιπτώσεις που αυτές διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες εποπτικές αρχές.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 31 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παρ. 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Η Εποπτική Αρχή ασκεί την εποπτεία σύμφωνα με τις αρχές της εμπιστευτικότητας, της διαφάνειας και της ευθύνης, όπως αυτές προβλέπονται στις οικείες διατάξεις.

2. Στο διαδικτυακό τόπο της Εποπτικής Αρχής δημοσιεύονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

α) όλες οι διατάξεις της κείμενης περί ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων νομοθεσίας, συμπεριλαμβανόμενου του παρόντος νόμου, των οικείων αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και των ευρωπαϊκών νομοθετημάτων, ως και κάθε εγκύκλιος, οδηγία ή γενική σύσταση στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων αυτών,

β) τα γενικά κριτήρια και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος, περιλαμβανομένων των εποπτικών εργαλείων της παραγράφου 4 του άρθρου 23 του παρόντος,

γ) συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για βασικές παραμέτρους εφαρμογής του πλαισίου της προληπτικής εποπτείας,

δ) ο τρόπος χρήσης των εθνικών διακριτικών ευχερειών της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

ε) οι στόχοι, οι βασικές λειτουργίες και οι δραστηριότητες εποπτείας.

3. Η Εποπτική Αρχή συντάσσει και υποβάλλει στη Βουλή ετήσια έκθεση σχετικά με τις εποπτικές της δραστηριότητες και υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 32 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

Η Εποπτική Αρχή δεν δύναται να απορρίπτει σύμβαση αντασφάλισης ή αντεκχώρησης, ανάμεσα σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης που δέχεται την αντεκχώρηση ή αναλαμβάνει την αντασφάλιση, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι αδειοδοτημένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 11 του παρόντος ή του άρθρου 14 της Οδηγίας 2009/ 138/ΕΚ.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σχετικά με τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και αντασφάλισης, η Εποπτική Αρχή ασκεί την εποπτεία σε προληπτική, διορθωτική και κατασταλτική βάση. Δύναται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα και αναγκαία μέτρα, ώστε αφ’ ενός οι δραστηριότητες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να είναι σύμφωνες με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στην Ελλάδα και στα άλλα κράτη - μέλη και αφετέρου να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων. Σχετικά με τη δραστηριότητα της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η Εποπτική Αρχή εποπτεύει την τήρηση της νομοθεσίας για την ασφαλιστική και αντασφαλιστική διαμεσολάβηση, ιδίως όσον αφορά την τήρηση και το περιεχόμενο του οικείου μητρώου κατά κατηγορία διαμεσολαβούντος. Μπορεί να καθορίζει συγκεκριμένες υποχρεώσεις εσωτερικής οργάνωσης των επιχειρήσεων ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, καθώς και την υποβολή και το περιεχόμενο οικονομικών καταστάσεων ή άλλων οικονομικών και λοιπών αναγκαίων στοιχείων για την άσκηση της εποπτείας.

2. Στο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί, η Εποπτική Αρχή μπορεί να διενεργεί, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, γενικούς ή ειδικούς, επιτόπιους ή μη, ελέγχους στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και στα εποπτευόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.

3. Η Εποπτική Αρχή, κατά την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της, διά των εντεταλμένων οργάνων της:

α) Έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή άλλο στοιχείο υπό οποιαδήποτε μορφή, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης εντός και εκτός της Ελλάδας και που τηρούνται είτε στις εποπτευόμενες ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και σε άλλες επιχειρήσεις ή οργανισμούς, ενδεικτικά που εκτελούν χρέη θεματοφύλακα της περιουσίας, και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφό του, ακόμη και εάν αυτό περιέχει απλά ή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του Ν 2472/1997 (Α` 50).

β) Μπορεί να ζητά πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο ή δημόσια αρχή.γ) Μπορεί να απαιτεί τη διακοπή της πώλησης συγκεκριμένου ασφαλιστικού προϊόντος ή τη διακοπή κάθε δραστηριότητας ή πρακτικής που είναι αντίθετη με το νόμο αυτόν, την αντίστοιχη Ευρωπαϊκή ασφαλιστική νομοθεσία ή τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

δ) Μπορεί να απαγορεύει προσωρινά, για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, σε πρόσωπα την εξακολούθηση της άσκησης ή την ανάληψη καθηκόντων του άρθρου 31 του παρόντος σε μία ή περισσότερες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

ε) Μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, ενδεικτικά αναλογιστές και ελεγκτές των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και να αναθέτει εξακριβώσεις, μελέτες ή έρευνες σε ορκωτούς λογιστές, αναλογιστές και άλλους εμπειρογνώμονες.

στ) Μπορεί να λαμβάνει κάθε πληροφορία σχετικά με συμβάσεις που βρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών ή έχουν συναφθεί με τρίτους.

ζ) Πέραν των οριζομένων στην παράγραφο 2 του παρόντος, έλεγχοι μπορεί να διενεργούνται και:

ζα) Σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου αλλά, είτε του έχουν ανατεθεί εξωτερικά λειτουργίες ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 37 του παρόντος, είτε είναι τρίτος με τον οποίον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει πραγματοποιήσει συναλλαγή, ο έλεγχος του οποίου είναι αναγκαίος για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος.

ζβ) Σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, μόνο όμως στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων της κείμενης ασφαλιστικής νομοθεσίας και εφόσον ο έλεγχος δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

4. Κατά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μπορεί, εφόσον το θεωρεί αναγκαίο, να αναπτύσσει, επιπροσθέτως του υπολογισμού της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, πρόσθετα ποσοτικά εποπτικά εργαλεία (ενδεικτικά διαγνωστικές ασκήσεις και ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), με τα οποία θα εξετάζεται η δυνατότητα των επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται σε πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές αλλαγές της οικονομικής συγκυρίας τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική χρηματοοικονομική τους θέση. Η εφαρμογή των ως άνω εποπτικών εργαλείων και ασκήσεων από τις επιχειρήσεις είναι υποχρεωτική.

5. Κατά τη διενέργεια ελέγχων από την Εποπτική Αρχή ή τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών - μελών, δυνάμει του παρόντος νόμου και της εν γένει ισχύουσας νομοθεσίας περί άσκησης της εποπτείας, τα υποκείμενα στους ελέγχους αυτούς πρόσωπα δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων ή τη νομοθεσία περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων ή άλλο απόρρητο έναντι των αρμόδιων αρχών ή των εξουσιοδοτημένων από αυτές για τη διενέργεια του ελέγχου προσώπων.

6. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι εν γένει ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του ασφαλιστικού, αντασφαλιστικού και συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την εγγραφή του ασφαλιστικού, αντασφαλιστικού και συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή στο οικείο Επιμελητήριο, κατ’ άρθρο 4 ΠΔ 190/2006, το ελάχιστο όριο κάλυψης και το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσό απαλλαγής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων επαγγελματικής αστικής ευθύνης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών, και ο καθορισμός των εν γένει προθεσμιών που προβλέπονται στα άρθρα 3, 4 και 5 του ΠΔ 190/2006, όπως ενδεικτικά η προθεσμία για την ανανέωση εγγραφής στο οικείο Επαγγελματικό Επιμελητήριο.

7. Με απόφαση της Εποπτική Αρχή, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ως προς τη συνεργασία ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που διαμεσολαβούν στην ιδιωτική ασφάλιση με νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που δραστηριοποιούνται στις χρηματοπιστωτικές εργασίες κυρίως ως προς τη διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων, χωρίς να παραβιάζονται οι κείμενες διατάξεις περί ανταγωνισμού.

8. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζονται τα ελάχιστα κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας που εντάσσονται στις σχετικές πολιτικές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συνδεδεμένοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές και οι προστηθέντες τους ενεργούν εντίμως, νομίμως και με την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, διαθέτουν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τους πόρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται προς το συμφέρον των ασφαλισμένων και λαμβάνουν μέτρα ώστε να εντοπίζουν και να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις συγκρούσεις συμφερόντων.

 

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 35 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παρ. 7 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη για την άσκηση της εποπτείας, χωρίς οι επιχειρήσεις να δικαιούνται να αντιτάξουν οποιοδήποτε απόρρητο έναντι της Εποπτικής Αρχής. Η εν λόγω πληροφόρηση περιλαμβάνει:

α) ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους,

β) στοιχεία που αφορούν στο ιστορικό, στην εκάστοτε τρέχουσα κατάσταση ή μελλοντική κατάσταση ή σε κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους,

γ) δεδομένα από εσωτερικές ή εξωτερικές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης πηγές, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους.

2. Οι πληροφορίες της παραγράφου 1 του παρόντος πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες αρχές:

α) να αντικατοπτρίζουν τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης επιχείρησης, και ιδίως τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές,

β) να είναι προσβάσιμες, πλήρεις από κάθε ουσιώδη άποψη, συγκρίσιμες και με χρονική συνέπεια, και

γ) να είναι συναφείς με το θέμα, αξιόπιστες και κατανοητές.

3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και δομές, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, καθώς και τεκμηριωμένη έγγραφη πολιτική, που έχει λάβει την έγκριση του Διοικητικού τους Συμβούλιου, ώστε να εξασφαλίζεται σε συνεχή βάση η καταλληλότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται.

4. Η Εποπτική Αρχή, έχοντας υπόψη της τους σκοπούς της εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 19 του παρόντος, ζητά και λαμβάνει τις πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, που κατ’ ελάχιστον της επιτρέπουν να εφαρμόσει επιτυχώς τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος, και ειδικότερα:

α) να αξιολογεί, για κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση που εποπτεύει, το σύστημα διακυβέρνησης που εφαρμόζει, τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές δραστηριότητες που ασκεί, τους κανόνες αποτίμησης που ακολουθεί για τον υπολογισμό των εποπτικών της κεφαλαίων, τους κινδύνους που αντιμετωπίζει και τα συστήματα διαχείρισης των κινδύνων αυτών, την κεφαλαιακή της δομή, τις κεφαλαιακές της ανάγκες και τον τρόπο άσκησης της διοίκησής τους,

β) να λαμβάνει τις κατάλληλες αποφάσεις και να προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

5. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να απαιτείται ο έλεγχος του συνόλου ή μέρους των πληροφοριών του παρόντος άρθρου από εξωτερικούς ελεγκτές και να καθορίζονται η φύση, η έκταση και η μορφή των πληροφοριών, ο χρόνος υποβολής τους, είτε σε προκαθορισμένες περιόδους, είτε κατά τον χρόνο προκαθορισμένων γεγονότων, είτε κατά την διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

6. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 102 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή με απόφασή της, κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μπορεί να περιορίζει, αναφορικά με την συγκεκριμένη επιχείρηση, τη συχνότητα υποβολής των πληροφοριών του παρόντος άρθρου. Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να υποβάλλονται τουλάχιστον μία φορά ετησίως.Για την λήψη της απόφασης του προηγουμένου εδαφίου, η Εποπτική Αρχή εξετάζει αν η συχνότητα υποβολής των πληροφοριών αυτών από την επιχείρηση θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε όμιλο υπό την έννοια της περίπτωσης (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, η επιχείρηση αποδεικνύει στην Εποπτική Αρχή ότι η συχνότερη από μια φορά το έτος εποπτική αναφορά αντενδείκνυται δεδομένης της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου.Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που απολαμβάνουν ετησίως τα ωφελήματα της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνουν το 20% της αγοράς ασφαλίσεων ζωής και ζημιών, όπου το μερίδιο του κλάδου ζημιών προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και το μερίδιο του κλάδου ζωής προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων.Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν προτεραιότητα κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τη λήψη των ωφελημάτων αυτών.

7. Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της, κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερομένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μπορεί, αναφορικά με την συγκεκριμένη επιχείρηση, να περιορίζει τη συχνότητα ή και να την εξαιρεί από την υποβολή αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών.Για την λήψη της απόφασης του προηγουμένου εδαφίου, η Εποπτική Αρχή εξετάζει αν πληρούνται σωρευτικά τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών από την επιχείρηση θα ήταν υπερβολικά επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης, και

β) η υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών από την επιχείρηση δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτεία επί της επιχείρησης, και

γ) η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ένωση, και

δ) η ενδιαφερόμενη επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει πληροφορίες άμεσα, όποτε της ζητείται από την Εποπτική Αρχή. Σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε όμιλο υπό την έννοια της περίπτωσης (γ) της παραγράφου 1 του άρθρου 170 του παρόντος, η επιχείρηση αποδεικνύει στην Εποπτική Αρχή ότι η εξαίρεση από την υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών αντενδείκνυται δεδομένης της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου και ότι δεν υπονομεύει τον εποπτικό στόχο του άρθρου 19 του παρόντος, περί σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εξαιρούνται από την υποβολή των αναλυτικών για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο πληροφοριών δεν υπερβαίνουν το 20% της αγοράς ασφαλίσεων ζωής και ζημιών, όπου το μερίδιο του κλάδου ζημιών προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και το μερίδιο του κλάδου ζωής προσδιορίζεται με όρους ακαθάριστων τεχνικών προβλέψεων.Η Εποπτική Αρχή διασφαλίζει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν προτεραιότητα κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τις εξαιρέσεις αυτές.

8. Για τους σκοπούς των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος, όταν η Εποπτική Αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, εξετάζει αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης,

β) τη διακύμανση των απαιτήσεων αποζημιώσεων και παροχών που καλύπτει η επιχείρηση,

γ) τους κινδύνους αγοράς που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης,

δ) το επίπεδο συγκεντρώσεων κινδύνου,

ε) τον συνολικό αριθμό των κλάδων ασφαλίσεων ζωής και κατά ζημιών για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας,

στ) τις πιθανές επιπτώσεις από τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα,

ζ) τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας, καθώς και την τεκμηριωμένη έγγραφη πολιτική της παραγράφου 3 του παρόντος,η) την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης,

θ) το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας και την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση,

ι) το γεγονός αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 36 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η Εποπτική Αρχή εξετάζει και αξιολογεί, σε τακτική βάση, τις στρατηγικές, τις διεργασίες και τις διαδικασίες πληροφόρησης που εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για την συμμόρφωσή τους στην κείμενη νομοθεσία, καθώς και στις υποδείξεις και σχετικές συστάσεις της Εποπτικής Αρχής. Η αξιολόγηση που διενεργείται περιλαμβάνει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης, τη διαπίστωση των πιθανών κινδύνων στους οποίους αυτή εκτίθεται ή μπορεί να εκτεθεί και η ικανότητα της επιχείρησης να διαγνώσει την έκθεσή της ή την πιθανή έκθεσή της στους εν λόγω κινδύνους λαμβανομένου υπόψη και του περιβάλλοντος στο οποίο η επιχείρηση αυτή λειτουργεί.

2. Η Εποπτική Αρχή εξετάζει, σε κάθε περίπτωση, και αξιολογεί:

α) για το σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 2, του Κεφαλαίου Δ` του παρόντος Μέρους,

β) για τις τεχνικές προβλέψεις, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 2 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους,

γ) για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις των Ενοτήτων 4 και 5 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους,

δ) για τους επενδυτικούς κανόνες, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 6 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους,

ε) για την ποιότητα και την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων, τη συμμόρφωση της επιχείρησης με τις διατάξεις της Ενότητας 3 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους,

στ) για το τυχόν εφαρμοζόμενο από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, τη συνεχή συμμόρφωσή της προς τις διατάξεις του Τμήματος 3 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους.

3. Η Εποπτική Αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης του παρόντος άρθρου:

α) αναπτύσσει και διατηρεί κατάλληλα εργαλεία, ενδεικτικά ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που επιβάλλονται σε συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, στατιστικούς δείκτες, διαγνωστικές ασκήσεις, δείκτες επιμέτρησης επικινδυνότητας, τα οποία της παρέχουν τη δυνατότητα να επισημαίνει την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να παρακολουθεί τον τρόπο επανόρθωσης αυτής της κατάστασης,

β) αξιολογεί την επάρκεια των μεθόδων και πρακτικών τις οποίες εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επισημαίνουν τα πιθανά γεγονότα ή τις μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική τους κατάσταση,

γ) αξιολογεί την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται στην περίπτωση τέτοιων πιθανών γεγονότων ή μελλοντικών μεταβολών στις οικονομικές συνθήκες,

δ) απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που επισημάνθηκαν κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.

4. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα απαραίτητα εργαλεία της παραγράφου 3 του παρόντος, οι διοικητικές ενέργειες στις οποίες μπορεί να προβαίνει η Εποπτική Αρχή για την εφαρμογή της διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, η ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο των εν λόγω εξετάσεων και αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 37 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παρ. 8 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Η Εποπτική Αρχή μπορεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, μετά την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 του παρόντος διαδικασίας εποπτικής αξιολόγησης, να επιβάλλει με αιτιολογημένη απόφασή της σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση.

2. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν διαπιστώνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας με την τυποποιημένη μέθοδο του Τμήματος 2 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους «Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας - τυποποιημένη μέθοδος», και:

αα) η απαίτηση για χρήση εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 93 του παρόντος κρίνεται ακατάλληλη ή έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική, ή

αβ) η επιχείρηση βρίσκεται σε διαδικασία ανάπτυξης πλήρους ή μερικού εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 93 του παρόντος,

β) όταν διαπιστώνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας, που διενεργείται με βάση το από την επιχείρηση χρησιμοποιούμενο εσωτερικό υπόδειγμα, πλήρες ή μερικό, διότι ορισμένοι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη από το εν λόγω υπόδειγμα ενώ η προσαρμογή του, ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το δεδομένο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης, δεν έχει πραγματοποιηθεί σε χρόνο που είχε προγενέστερα τεθεί από την Εποπτική Αρχή,

γ) όταν διαπιστώνει ότι το σύστημα διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις διατάξεις της Ενότητας 2 του Κεφαλαίου Δ` του παρόντος Μέρους «Σύστημα Διακυβέρνησης», ότι οι εν λόγω αποκλίσεις εμποδίζουν την επιχείρηση να αναγνωρίσει, να αποτιμήσει, να παρακολουθήσει, να διαχειρισθεί ή να αναφέρει ορθά τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, και ότι η επιβολή στην επιχείρηση άλλων εποπτικών μέτρων δεν εκτιμάται ως πιθανό ότι θα αποκαταστήσει επαρκώς τις ελλείψεις μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα,

δ) όταν διαπιστώνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος ή τα μεταβατικά μέτρα των άρθρων 274 και 275 του παρόντος, στις περιπτώσεις που η επιχείρηση κάνει χρήση κάποιας από τις προσαρμογές και τα μεταβατικά αυτά μέτρα.

3. Στις περιπτώσεις α` και β` της παραγράφου 2 του παρόντος η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση υπολογίζεται από την Εποπτική Αρχή κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς τις περιπτώσεις β`, γ` και δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος, στην περίπτωση γ` της παραγράφου 2 του παρόντος η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις ελλείψεις που οδηγούν την Εποπτική Αρχή στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, ενώ στην περίπτωση δ` της παραγράφου 2 του παρόντος, η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις αποκλίσεις που αναφέρονται στην εν λόγω περίπτωση δ`. Στις περιπτώσεις β` και γ` της παραγράφου 2 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή μεριμνά ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.

4. Η Εποπτική Αρχή επανεξετάζει τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο την απόφασή της για επιβολή κεφαλαιακής προσαύξησης και αίρει το σχετικό μέτρο, όταν η επιχείρηση έχει αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή του.

5. Η προσαυξημένη, λόγω πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης, Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, αντικαθιστά την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας που κρίθηκε ανεπαρκής.Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο, η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας που χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου της παραγράφου 5 του άρθρου 52 του παρόντος δεν περιλαμβάνει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση που έχει επιβληθεί σύμφωνα με την περίπτωση γ` της παραγράφου 2 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 38 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 9 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 37 του παρόντος, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να αναθέτουν λειτουργία ή δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης σε τρίτο πάροχο, εφόσον διασφαλίζουν ότι:

α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο (πάροχος υπηρεσιών) στο οποίον γίνεται η ανάθεση συνεργάζεται με την Εποπτική Αρχή όσον αφορά στην εκτέλεση των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων που του έχουν ανατεθεί, λαμβάνοντας υπόψη και τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 47 του παρόντος,

β) οι ίδιες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι ελεγκτές τους και η Εποπτική Αρχή έχουν ουσιαστική και άμεση πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν στις λειτουργίες και στις δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί εξωτερικά,

γ) η Εποπτική Αρχή διαθέτει ουσιαστική και άμεση πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών και είναι σε θέση να ασκεί αυτό το δικαίωμα πρόσβασης.

2. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαγορεύσει σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τη διενέργεια ή τη διατήρηση της εξωτερικής ανάθεσης, εφόσον κρίνει ότι δεν πληρούνται οι όροι της προηγούμενης παραγράφου.

3. Αρμοδίως εξουσιοδοτημένα στελέχη ή εκπρόσωποι αρχών εποπτείας ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύνανται, αφού ενημερώσουν την Εποπτική Αρχή, καθώς και την αρμόδια κατά περίπτωση ελληνική εποπτική αρχή, να προβαίνουν σε επιτόπιους ελέγχους εντός της Ελλάδος σε παρόχους υπηρεσιών που εμπίπτουν στην εποπτική αρμοδιότητα της αρχής αυτής. Η Εποπτική Αρχή αναλαμβάνει την ευθύνη του συντονισμού των εμπλεκόμενων αρμόδιων ελληνικών εποπτικών αρχών σε συνεργασία με τις αρχές εποπτείας των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η Εποπτική Αρχή και η ΕΑΑΕΣ δύναται να συμμετέχει στους ανωτέρω ελέγχους. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να διενεργεί η ίδια ελέγχους σε παρόχους υπηρεσιών, που εμπίπτουν στην εποπτική της αρμοδιότητα, κατόπιν σχετικής ανάθεσης από την εποπτική αρχή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.Η Εποπτική Αρχή μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους, κατόπιν ενημέρωσης της αρμόδιας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής, ή να αναθέτει στην αρμόδια ευρωπαϊκή εποπτική αρχή την διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, σε παρόχους υπηρεσιών εκτός Ελλάδας, στους οποίους έχει γίνει εξωτερική ανάθεση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα. Εάν ο πάροχος των υπηρεσιών είναι μη εποπτευόμενη επιχείρηση εντός της Ελλάδας, αρμόδια εποπτική αρχή για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου είναι η Εποπτική Αρχή, η οποία μπορεί να διενεργεί απευθείας προς αυτόν επιτόπιο ή άλλο έλεγχο.

4. Η Εποπτική Αρχή δύναται να απευθύνεται στην ΕΑΑΕΣ και να ζητά την βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού ΕΕ 1094/2010 για κάθε περίπτωση κατά την οποία, ενώ είτε έχει ενημερώσει την αρμόδια ευρωπαϊκή εποπτική αρχή του παρόχου υπηρεσιών ότι προτίθεται να διενεργήσει είτε ήδη διενεργεί επιτόπιους ελέγχους σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος, αδυνατεί να ασκήσει στην πράξη το δικαίωμά της για την διενέργεια των ανωτέρω επιτόπιων ελέγχων.

5. Η ΕΑΑΕΣ μπορεί να συμμετέχει σε επιτόπιους ελέγχους στις περιπτώσεις που αυτοί διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες εποπτικές αρχές.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 39 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα διενεργείται κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, δύναται δε να αφορά μέρος ή το σύνολο του χαρτοφυλακίου ασφαλιστηρίων συμβολαίων της είτε αυτά έχουν συναφθεί με καθεστώς εγκατάστασης είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλη ή άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος.

2. Η μεταβίβαση εγκρίνεται κατά την προηγούμενη παράγραφο εφόσον η επιχείρηση προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση έχει κατάλληλη άδεια λειτουργίας των κλάδων στους οποίους κατατάσσονται οι κίνδυνοι ή οι υποχρεώσεις του μεταβιβαζόμενου χαρτοφυλακίου και κατέχει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας της παραγράφου 1 του άρθρου 76 του παρόντος, αφού ληφθεί υπόψη η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου.Εφόσον η μεταβίβαση διενεργείται προς ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, η απαίτηση του προηγουμένου εδαφίου πιστοποιείται αποκλειστικά από την εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της επιχείρησης προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Η Εποπτική Αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση εφόσον έχει λάβει τη συγκατάθεση της εποπτικής αρχής του κράτους - μέλους στον οποίο βρίσκονται οι κίνδυνοι ή οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις, που έχουν αναληφθεί από την εκχωρούσα ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σε περίπτωση μη απάντησης εποπτικής αρχής κράτους - μέλους εντός τριών μηνών από τη λήψη του αιτήματος διαβούλευσης από την Εποπτική Αρχή, θεωρείται ότι υπάρχει σιωπηρή συγκατάθεση της εν λόγω εποπτικής αρχής.

3. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 2 του παρόντος, σε περιπτώσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων η μεταβίβαση της παραγράφου 1 του παρόντος εγκρίνεται εφόσον κατά την κρίση της Εποπτικής Αρχής, και αφού ληφθούν υπόψη και αξιολογηθούν τυχόν ενστάσεις ή εναντιώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος, δεν θίγονται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων ή άλλων προσώπων που έχουν δικαιώματα ή υπέχουν υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εκχωρούμενες συμβάσεις.Η μεταβίβαση μπορεί να εγκρίνεται με όρο που θέτει η Εποπτική Αρχή ότι οι αντισυμβαλλόμενοι στις μεταβιβαζόμενες ασφαλιστικές συμβάσεις μπορούν να καταγγείλουν τις συμβάσεις τους εντός προθεσμίας μετά τη μεταφορά οριζόμενης από την Εποπτική Αρχή.

4. Υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, εγκατεστημένο στην Ελλάδα, που προτίθεται να μεταβιβάσει σε άλλη επιχείρηση με έδρα στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος, το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως τη συγκατάθεση της Εποπτικής Αρχής. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα. Υποκατάστημα ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος που προτίθεται να μεταβιβάσει σε ελληνική επιχείρηση, το σύνολο ή μέρος του χαρτοφυλακίου του υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως την έγκριση της Εποπτικής Αρχής. Η Εποπτική Αρχή δίδει την ανωτέρω έγκριση μόνον εφόσον πιστοποιεί την απαίτηση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος.

5. Σε περίπτωση μεταβίβασης χαρτοφυλακίου που έχει συναφθεί με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για την κάλυψη κινδύνων ή υποχρεώσεων στην Ελλάδα η εποπτική αρχή του κράτους καταγωγής της εκχωρούσας ασφαλιστικής επιχείρησης, επιτρέπει τη μεταβίβαση μόνον αφού λάβει τη συγκατάθεση της Εποπτικής Αρχής.Στην περίπτωση που ο εκδοχέας είναι ευρωπαϊκή επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ελλάδα, τα συμβόλαια αυτά θεωρούνται ότι έχουν συνομολογηθεί υπό καθεστώς εγκατάστασης. Για τα συμβόλαια αυτά ισχύει ότι είχε συμφωνηθεί εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος θελήσει να ακολουθήσει το ελληνικό δίκαιο και γλώσσα. Στην περίπτωση που ο εκδοχέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα, απαιτείται να ασκεί δραστηριότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα.Στην περίπτωση που ο εκδοχέας είναι ελληνική επιχείρηση υποχρεούται να ζητήσει προηγουμένως την έγκριση της Εποπτικής Αρχής. Η Εποπτική Αρχή δίδει την ανωτέρω έγκριση μόνον εφόσον πιστοποιεί την απαίτηση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος.

6. Οι εποπτικές αρχές όλων των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των οποίων ζητείται η γνώμη για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων, ανακοινώνουν τη γνώμη ή τη συγκατάθεσή τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους - μέλους καταγωγής της εκχωρούσας επιχείρησης, εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή της σχετικής αίτησης. Σε περίπτωση που δεν έχει δοθεί απάντηση μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, θεωρείται ότι υπάρχει ευνοϊκή γνώμη ή σιωπηρή συγκατάθεση.

7. Η μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα στην Ελλάδα πραγματοποιείται, όσον αφορά στα ασφαλιστήρια συμβόλαια εν ισχύι είτε με τη διαδικασία της περίπτωσης α` είτε της περίπτωσης β` της παρούσας παραγράφου, και αναφορικά με εκκρεμείς υποχρεώσεις και λοιπές ασφαλιστικές υποχρεώσεις με τη διαδικασία της περίπτωσης β` της παρούσας παραγράφου.

α)

αα) Ο εκχωρητής ενημερώνει εγγράφως κάθε αντισυμβαλλόμενο ξεχωριστά για την πρόθεση μεταφοράς του συμβολαίου του, κατόπιν έγκρισης της Εποπτικής Αρχής, από τον ίδιο στον εκδοχέα, καθώς και μια σειρά στοιχείων του εκδοχέα, όπως την επωνυμία του, το σκοπό, τη νομική μορφή και τον τρόπο λειτουργίας του στην Ελλάδα (εγκατάσταση, ελεύθερη παροχή υπηρεσιών), το κράτος - μέλος καταγωγής του, στοιχεία για την οικονομική ευρωστία του εκδοχέα και την δέσμευσή του να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, για το δικαίωμα εναντίωσης της μεταφοράς που διαθέτει ο αντισυμβαλλόμενος, την ακολουθούμενη διαδικασία και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να ασκηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

αβ) Η Εποπτική Αρχή θέτει προθεσμία εναντίωσης που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρείς (3) μήνες από την ημερομηνία ανακοίνωσης που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής.

αγ) Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής που εγκρίνει τη μεταβίβαση περιλαμβάνει τη μεταφορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων στον εκδοχέα, οι αντισυμβαλλόμενοι των οποίων δεν εναντιώθηκαν στη μεταφορά της ασφαλιστικής τους σύμβασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

αδ) Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής της ανωτέρω υποπερίπτωσης αγ` μπορεί να περιλαμβάνει τη μεταφορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων στον εκδοχέα, οι αντισυμβαλλόμενοι των οποίων εναντιώθηκαν στη μεταφορά της ασφαλιστικής τους σύμβασης εντός της ταχθείσας προθεσμίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν το 15% του συνολικού πλήθους των υπό μεταφορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

αε) Εντός εξήντα (60) ημερών από την έγκριση της Εποπτικής Αρχής, ο εκδοχέας ενημερώνει εγγράφως τους αντισυμβαλλόμενους για τη μεταφορά της ασφαλιστικής τους σύμβασης και εκδίδει για κάθε μία ασφαλιστική σύμβαση πιστοποιητικό ανάληψης της υποχρέωσης, το οποίο περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, την επωνυμία, το σκοπό, τη νομική μορφή και τον τρόπο λειτουργίας του εκδοχέα στην Ελλάδα, το κράτος - μέλος καταγωγής του εκδοχέα, τη διεύθυνση της έδρας και αναλυτικά στοιχεία επικοινωνίας του εκδοχέα.

β) Με ανακοίνωση που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και σε μια ημερήσια εφημερίδα και μια ημερήσια ή εβδομαδιαία οικονομική εφημερίδα της έδρας της επιχείρησης, τάσσεται, κατόπιν εγκρίσεως της Εποπτικής Αρχής, από την επιχείρηση για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων προθεσμία μέχρι τριών (3) μηνών προς υποβολή ενστάσεων υπό των ενδιαφερομένων.

8. Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής που εγκρίνει τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις αρμόδιες εποπτικές αρχές των λοιπών κρατών - μελών όπου βρίσκονται οι κίνδυνοι ή οι υποχρεώσεις που ενδεχόμενα κάλυπτε η εκχωρούσα ελληνική ασφαλιστική επιχείρηση. Οι ενημερώσεις και ανακοινώσεις αδειών μεταβίβασης σε επιχειρήσεις με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος οι οποίες καλύπτουν κινδύνους ή υποχρεώσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα, δημοσιεύονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.Μετά την έγκριση της μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο δεν δύναται να αντιταχθούν κατά της μεταβίβασης αυτής οι ασφαλισμένοι, οι συμβαλλόμενοι στην ασφαλιστική σύμβαση, οι δικαιούχοι του ασφαλίσματος και οι πιστωτές της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

9. Σε κάθε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων αναφέρεται ρητά ποιος φέρει το βάρος της κάλυψης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μεταβιβαζομένου χαρτοφυλακίου στο οποίο αναφέρεται το τίμημα της μεταβίβασης και αναλυτικά το είδος και το ύψος των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων κατά την ημερομηνία συντάξεως του πρωτοκόλλου.

10. Διασπάσεις ή συγχωνεύσεις ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν έδρα στην Ελλάδα επιτρέπονται μόνο μετά από εγκριτική απόφαση της Εποπτικής Αρχής και εφόσον η αίτηση της ενδιαφερόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης συνοδεύεται και από ολοκληρωμένη μελέτη σκοπιμότητας και βιωσιμότητας (πρόγραμμα δραστηριότητας) της νέας επιχείρησης.

11. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζονται διαφορετικές ή επιπρόσθετες απαιτήσεις ή διαδικασίες ενημέρωσης, συναίνεσης, εναντίωσης ή ένστασης, να καθορίζονται οι διαδικασίες μεταφοράς χαρτοφυλακίου αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στην Ελλάδα και να ρυθμίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο του πρωτοκόλλου παράδοσης παραλαβής.

12. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται οι γενικότεροι και ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλίσεων προς υποκαταστήματα τρίτων χωρών που λειτουργούν στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΙΑΟ Δ: Προϋποθέσεις Διακυβέρνησης

Ενότητα 1: Ευθύνη του ΔΣ - μέλη διοίκησης

Άρθρο 29. Ευθύνη διοικητικού συμβουλίου - μέλη διοίκησης (άρθρο 40 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων, καθώς και ευρωπαϊκών αντιστοίχων αποτελεί ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

2. Ως μέλη διοίκησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης νοούνται κατ’ ελάχιστον τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα στην επιχείρηση και το οποίο είναι υπεύθυνο και λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο για την καθημερινή διοίκηση της επιχείρησης, περιλαμβανομένων των προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη δρατηριότητα της επιχείρησης.

3. Το διοικητικό συμβούλιο κάθε ελληνικής ασφαλιστικής επιχείρησης αποτελείται κατά πλειοψηφία από Έλληνες πολίτες ή πολίτες άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ενότητα 2: Σύστημα Διακυβέρησης

Άρθρο 30. Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης

(άρθρο 41 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης που διασφαλίζει τη χρηστή και συνετή διοίκησή τους. Το σύστημα διακυβέρνησης περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον επαρκή και διαφανή οργανωτική δομή (οργανόγραμμα) με σαφή κατανομή και κατάλληλο διαχωρισμό καθηκόντων, καθώς και αποτελεσματικό μηχανισμό με τον οποίο διασφαλίζεται η μετάδοση των πληροφοριών εντός της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση το σύστημα διακυβέρνησης εγγυάται την τήρηση των οριζομένων στα άρθρα 31 έως 37 του παρόντος.Το σύστημα διακυβέρνησης υπόκειται σε περιοδικό εσωτερικό έλεγχο και ανασκόπηση.

2. Το σύστημα διακυβέρνησης είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα του τρόπου λειτουργίας και διοίκησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν έγγραφες πολιτικές, που εγκρίνονται με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων και οι οποίες κατ’ ελάχιστον αφορούν στη διαχείριση των κινδύνων, στο σύστημα εσωτερικού ελέγχου, στη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου και, όπου υπάρχει, στην εξωτερική ανάθεση.Για τις μικρές ή λιγότερο πολύπλοκες επιχειρήσεις, οι πολιτικές αυτές μπορεί να προβλέπουν τη σώρευση των εργασιών που περιλαμβάνονται σε περισσότερες από μία βασικές λειτουργίες σε ένα μόνο πρόσωπο ή μία μόνη οργανωτική μονάδα.Οι πολιτικές επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται ή αναθεωρούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση, προσαρμόζονται δε σε κάθε εσωτερική ή εξωτερική επιχειρησιακή ή επιχειρηματική μεταβολή. Οι επιχειρήσεις διασφαλίζουν ότι οι πολιτικές εφαρμόζονται.

4. Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης σχεδίων έκτακτης ανάγκης. Για το σκοπό αυτόν, οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν και χρησιμοποιούν κατά τρόπο κατάλληλο και αναλογικό, συστήματα, μέσα και διαδικασίες.

5. Η Εποπτική Αρχή επαληθεύει το εφαρμοζόμενο από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύστημα διακυβέρνησης και αξιολογεί τους αναδυόμενους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί από τις ίδιες τις επιχειρήσεις και που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία.Η Εποπτική Αρχή μπορεί να κατονομάζει μια λειτουργία ως σημαντική ή κρίσιμη, να απαιτεί την ανάληψη από την επιχείρηση συγκεκριμένων ενεργειών για τη βελτίωση, αναμόρφωση, τροποποίηση ή ενίσχυση του συγκεκριμένου μέρους ή του συνόλου του συστήματος διακυβέρνησης εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, να κατονομάζει ή να απαιτεί την αλλαγή ή αντικατάσταση ενός ή περισσοτέρων ατόμων εκ των μελών διοίκησης και των υπευθύνων για μία ή περισσότερες εργασίες που περιλαμβάνονται στις σημαντικές και κρίσιμες λειτουργίες ή εργασίες, να απαιτεί την άμεση απαλλαγή της επιχείρησης από έναν ή περισσότερους κινδύνους ή κατηγορίες κινδύνων, να απαγορεύει την ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου για ορισμένο χρόνο, να απαιτεί την άμεση ή σε συχνότερη βάση διεξαγωγή της αξιολόγησης του άρθρου 33 του παρόντος και να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς τις υποχρεώσεις διακυβέρνησής της, όπως αυτές ορίζονται ειδικότερα στα άρθρα 31 έως 37 του παρόντος.

6. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται κριτήρια ανεξαρτησίας και αποδεκτών σωρεύσεων αρμοδιοτήτων ή εργασιών σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή οργανωτικές μονάδες και καθορίζονται οι μικρές ή λιγότερο πολύπλοκες επιχειρήσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρα 42 και 43 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε όλα τα μέλη της διοίκησης, καθώς και όλα τα πρόσωπα τα οποία ασκούν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες, να πληρούν διαρκώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ότι διαθέτουν επαρκή επαγγελματικά προσόντα, γνώσεις και εμπειρία, ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση και διοίκησή τους (καταλληλότητα),

β) ότι διαθέτουν καλή φήμη και ακεραιότητα (αξιοπιστία),

2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κοινοποιούν στην Εποπτική Αρχή την ταυτότητα των μελών διοίκησης και των προσώπων που είναι υπεύθυνοι για εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες της επιχείρησης. Η κοινοποίηση συνοδεύεται με όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να εξακριβωθεί η καταλληλότητα και αξιοπιστία των εν λόγω προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κοινοποιούν αμελλητί στην Εποπτική Αρχή κάθε μεταβολή στα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου μαζί με όλα τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο στοιχεία. Περαιτέρω ενημερώνουν αμελλητί την Εποπτική Αρχή εάν κάποιο από τα εν λόγω πρόσωπα έπαψε να πληροί τις προϋποθέσεις καταλληλότητας και αξιοπιστίας της παραγράφου 1 του παρόντος.

3. Οι λειτουργούσες στην Ελλάδα ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου προβαίνουν σε κοινοποίηση προς την Εποπτική Αρχή των προσώπων της παραγράφου 2 του παρόντος το αργότερο μέχρι τις 15.2.2016.

4. Ως απόδειξη καλής φήμη των προσώπων της παραγράφου 1 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή δέχεται κατ’ ελάχιστον επικυρωμένα αντίγραφα ποινικού μητρώου, του πιστοποιητικού μη πτώχευσης, καθώς και του πιστοποιητικού πτωχευτικής αποκατάστασης με τα οποία να αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν καταδικασθεί για κλοπή, υπεξαίρεση, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, δωροδοκία, χρεωκοπία, λαθρεμπορία, καταδολίευση δανειστών, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, καθώς επίσης δεν έχουν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης.

5. Σε περίπτωση πολιτών κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Εποπτική Αρχή δέχεται ως απόδειξη καλής φήμης δικαστικά πιστοποιητικά ή διοικητικά έγγραφα, που εκδίδονται από δικαστικές ή διοικητικές αρχές κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και έχουν περιεχόμενο αντίστοιχο του ποινικού μητρώου, του πιστοποιητικού μη πτώχευσης ή πτωχευτικής αποκατάστασης.Όταν στο κράτος - μέλος του οποίου το πρόσωπο είναι υπήκοος δεν εκδίδονται τα προβλεπόμενα ως άνω έγγραφα, αρκεί ένορκη βεβαίωση ή, εφόσον ούτε ένορκη βεβαίωση προβλέπεται από το εν λόγω κράτος - μέλος, υπεύθυνη δήλωση του προς αξιολόγηση προσώπου ενώπιον αρμοδίας δικαστικής ή διοικητικής αρχής ή, κατά περίπτωση, ενώπιον συμβολαιογράφου του κράτους - μέλους του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος. Η εν λόγω αρχή ή ο συμβολαιογράφος εκδίδει πιστοποιητικό που βεβαιώνει τη γνησιότητα αυτής της ενόρκου βεβαιώσεως ή της υπευθύνου δηλώσεως.Ένορκη βεβαίωση ή υπεύθυνη δήλωση περί μη πτωχεύσεως ή περί πτωχευτικής αποκατάστασης μπορεί να γίνει και ενώπιον τυχόν αρμόδιου επαγγελματικού ή εμπορικού οργανισμού του κράτους - μέλους του οποίου το πρόσωπο αυτό είναι υπήκοος.

6. Τα εν γένει έγγραφα και πιστοποιητικά του παρόντος άρθρου θα πρέπει να είναι πρόσφατα και να έχουν εκδοθεί το πολύ εντός του προηγουμένου της υποβολής τριμήνου.

7. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται επιπρόσθετα αποδεικτικά ή κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας που θα ζητούνται ή θα εξετάζονται στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, οι δικαστικές, διοικητικές ή λοιπές αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση των εγγράφων αξιοπιστίας και ο τρόπος υποβολής τους στην Εποπτική Αρχή.8. Η Εποπτική Αρχή εντός έξι (6) μηνών από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, κοινοποιεί στις εποπτικές αρχές των λοιπών κρατών - μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αρμοδιότητά της, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου, να λαμβάνει τα έγγραφα καταλληλότητας και αξιοπιστίας του παρόντος άρθρου, καθώς και κατάλογο των ελληνικών δικαστικών, διοικητικών ή λοιπών αρχών που είναι αρμόδιες για την έκδοση κάθε ενός από τα έγγραφα αξιοπιστίας του παρόντος άρθρου. Επίσης, κοινοποιεί κάθε μεταγενέστερη μεταβολή τους.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 44 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 10 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης κινδύνων, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες αναφοράς που απαιτούνται για τη, σε συνεχή βάση, αναγνώριση, μέτρηση, παρακολούθηση, διαχείριση και αναφορά των κινδύνων, μεμονωμένα και συγκεντρωτικά, στους οποίους είναι ή θα μπορούσαν να είναι εκτεθειμένες, ως και τις αλληλεξαρτήσεις των εν λόγω κινδύνων.Το σύστημα διαχείρισης των κινδύνων είναι αποτελεσματικό και κατάλληλα εντεταγμένο στην οργανωτική δομή και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα μέλη της διοίκησης της επιχείρησης ή των ατόμων που ασκούν σε αυτήν εργασίες που περιλαμβάνονται στις βασικές λειτουργίες.

2. Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τόσο τους κινδύνους της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος που λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας όσο και εκείνους που λαμβάνονται μερικώς ή δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της εν λόγω απαίτησης.Το σύστημα διαχείρισης κινδύνων καλύπτει τουλάχιστον τις ακόλουθες περιοχές:

α) την ανάληψη των ασφαλιστικών κινδύνων και το σχηματισμό των τεχνικών προβλέψεων,

β) τη διαχείριση του ενεργητικού και του παθητικού,

γ) τις επενδύσεις, ιδίως σε παράγωγα και παρόμοιες συναλλαγές,

δ) τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητας και συγκέντρωσης,

ε) την διαχείριση του λειτουργικού κινδύνου,στ) την αντασφάλιση και τις λοιπές τεχνικές μετριασμού του κινδύνου.

3. Η έγγραφη πολιτική διαχείρισης κινδύνων που θεσπίζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 30 του παρόντος, περιλαμβάνει επιμέρους πολιτικές για όλα τα ζητήματα των περιπτώσεων α` έως και στ` της προηγουμένης παραγράφου. Ειδικά, όσον αφορά στον κίνδυνο επενδύσεων, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να αποδεικνύουν ότι συμμορφώνονται συνεχώς προς τις διατάξεις της Ενότητας 6 «Επενδύσεις» του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους.

4. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της διαχείρισης συγχρονισμού στοιχείων ενεργητικού - υποχρεώσεων, αξιολογούν, σε τακτική βάση την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων τους ως προς τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται η παρέκταση της σχετικής χρονικής διάρθρωσης επιτοκίων άνευ κινδύνου του άρθρου 53 του παρόντος.

5. Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, καταρτίζει και διατηρεί επικαιροποιημένο σχέδιο ρευστότητας το οποίο περιέχει τις προβολές των ταμειακών εισροών και εκροών που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπόκεινται στην προσαρμογή αυτή και, στο πλαίσιο της διαχείρισης συγχρονισμού στοιχείων ενεργητικού-υποχρεώσεων, αξιολογεί, σε τακτική βάση τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων της ως προς τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής αντιστοίχισης, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού του βασικού πιστωτικού περιθωρίου της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του παρόντος, καθώς και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά της μια αναγκαστική και ταχεία πώληση περιουσιακών στοιχείων,

β) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων της σε αλλαγές στη σύνθεση του υπό αντιστοίχιση χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού, και

γ) την επίπτωση μιας μείωσης της προσαρμογής αντιστοίχισης στο μηδέν.

6. Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος, καταρτίζει και διατηρεί επικαιροποιημένο σχέδιο ρευστότητας το οποίο περιέχει τις προβολές των ταμειακών εισροών και εκροών που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που υπόκεινται στην προσαρμογή αυτή και, στο πλαίσιο της διαχείρισης συγχρονισμού στοιχείων ενεργητικού-υποχρεώσεων, αξιολογεί, σε τακτική βάση, τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) την ευαισθησία των τεχνικών προβλέψεων και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων της ως προς τις υποθέσεις στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, και την πιθανή επίπτωση που θα είχε στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαιά της μια αναγκαστική πώληση περιουσιακών στοιχείων, και

β) την επίπτωση μιας μείωσης της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν.

7. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων μεριμνώντας για την επαρκή και κατάλληλη οργανωτική και λειτουργική διάρθρωση της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων.

8. Για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εφαρμόζουν μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα εγκεκριμένο σύμφωνα με τα άρθρα 87 και 88 του παρόντος, η λειτουργία της διαχείρισης κινδύνων καλύπτει επιπλέον των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος εργασίες, όπως:

α) να σχεδιάζει και να εφαρμόζει το εσωτερικό υπόδειγμα,

β) να ελέγχει και να επικυρώνει το εσωτερικό υπόδειγμα,

γ) να τεκμηριώνει το εσωτερικό υπόδειγμα και τις τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις του,

δ) να αναλύει την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος και να συντάσσει συνοπτικές εκθέσεις επίδοσης,ε) να ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο για την επίδοση του εσωτερικού υποδείγματος, με υπόδειξη των περιοχών που χρήζουν βελτιώσεως και ενημέρωσή του σχετικά με την πορεία των προσπαθειών βελτίωσης αδυναμιών, που είχαν προηγουμένως επισημανθεί.

9. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή, τουλάχιστον ετησίως, τις αξιολογήσεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου, ως μέρος των πληροφοριών που υποβάλλουν δυνάμει του άρθρου 24 του παρόντος. Στις περιπτώσεις που σε μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η μείωση στο μηδέν της προσαρμογής αντιστοίχισης ή της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας, θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη συμμόρφωση της με την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, η εν λόγω επιχείρηση υποβάλλει επιπλέον ανάλυση των μέτρων που θα μπορούσε να εφαρμόσει σε μια τέτοια περίπτωση ώστε να αποκαταστήσει το επίπεδο των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας ή ώστε να μειώσει το προφίλ κινδύνου της για να αποκατασταθεί η συμμόρφωση προς την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας.

10. Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος, εντάσσει στη έγγραφη πολιτική διαχείρισης κινδύνου της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του παρόντος πολιτική σχετικά με τα κριτήρια εφαρμογής της εν λόγω προσαρμογής.

11. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποφεύγουν την υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικούς οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας κατά τις περιπτώσεις που χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας. Με σκοπό την αποφυγή οποιασδήποτε αυτόματης εξάρτησης από εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εντάσσουν και εφαρμόζουν στο πλαίσιο της διαχείρισης κινδύνου τους αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρησιμοποιούμενων εξωτερικών αξιολογήσεων χρησιμοποιώντας πρόσθετες αξιολογήσεις, όπου αυτό είναι πρακτικά δυνατόν.

12. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων ρευστότητας των παραγράφων 5 και 6 του παρόντος, καθώς και το ελάχιστο περιεχόμενο των πληροφοριών και αξιολογήσεων που υποβάλλονται στην Εποπτική Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 45 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 11 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Στο πλαίσιο του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου, κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση διεξάγει ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας. Η αξιολόγηση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) τις συνολικές ανάγκες φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη το ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου, τα εγκεκριμένα όρια ανοχής του κινδύνου και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης,

β) τη συμμόρφωση, σε συνεχή βάση, με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις διατάξεις για τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στις Ενότητες 4 και 5 «Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας» και «Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση» του Κεφαλαίου ΣΤ’ και της Ενότητας 2 «Κανόνες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις» του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους,

γ) το εύρος της απόκλισης του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, όπως ορίζεται στις περιπτώσεις β`, γ` και δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του παρόντος, η οποία προσδιορίζεται είτε με την τυποποιημένη μέθοδο του Τμήματος 2 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ` είτε με το μερικό ή το πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα της εν λόγω επιχείρησης σύμφωνα με το Τμήμα 3 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους.

2. Για την ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας της περίπτωσης α` της παραγράφου 1 του παρόντος, η επιχείρηση διαθέτει και εφαρμόζει διαδικασίες οι οποίες είναι ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενυπάρχουν στην επιχειρηματική της δραστηριότητα, και οι οποίες της επιτρέπουν να εντοπίζει και να αξιολογεί καταλλήλως τους κινδύνους που αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα και στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί. Η επιχείρηση παρουσιάζει τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ώστε να προβαίνει στην ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας.

3. Η αξιολόγηση συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που προβλέπεται στην περίπτωση β` της παραγράφου 1 του παρόντος, διεξάγεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσαρμογή αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος και τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 274 και 275 του παρόντος. Στη περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει κάποια από τις προσαρμογές ή μεταβατικά μέτρα της παρούσας παραγράφου, η αξιολόγηση της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του παρόντος διενεργείται επιπροσθέτως της απαίτησης του πρώτου εδαφίου της παρούσας, και λαμβάνοντας υπόψη την επίπτωση των εφαρμοζόμενων προσαρμογών και μεταβατικών μέτρων.

4. Στην περίπτωση γ` της παραγράφου 1 του παρόντος, όταν χρησιμοποιείται εσωτερικό υπόδειγμα, η αξιολόγηση πραγματοποιείται μαζί με την αναβαθμονόμηση του εσωτερικού υποδείγματος η οποία μετατρέπει τα εσωτερικά αποτιμώμενα μεγέθη κινδύνου στομέτρο κινδύνου και στη βαθμονόμηση της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας.

5. Η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής της επιχείρησης και λαμβάνεται υπόψη σε συνεχή βάση στις στρατηγικές της αποφάσεις.

6. Η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας της παραγράφου 1 του παρόντος διενεργείται από τις επιχειρήσεις τακτικά, καθώς και αμελλητί, μετά από οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στο προφίλ του κινδύνου τους.

7. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν την Εποπτική Αρχή για τα αποτελέσματα της ίδιας αξιολόγησης του κινδύνου και φερεγγυότητας, στο πλαίσιο των πληροφοριών που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 24 του παρόντος.

8. Η ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας δεν χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί κεφαλαιακή απαίτηση. Η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας προσαυξάνεται μόνο σύμφωνα με τα άρθρα 26, 189 ως 191 και 195 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 46 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν και εφαρμόζουν αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου. Το σύστημα αυτό περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, κατάλληλες ρυθμίσεις πληροφόρησης σε όλα τα επίπεδα της επιχείρησης και λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης.

2. Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης περιλαμβάνει την παροχή συμβουλών προς το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και του ισχύοντος ευρωπαϊκού δικαίου. Περιλαμβάνει επίσης εκτίμηση της πιθανής επίπτωσης, που τυχόν μεταβολές του υφιστάμενου νομικού ή θεσμικού πλαισίου, θα είχαν επί των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, καθώς και την αναγνώριση και εκτίμηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 47 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματική λειτουργία εσωτερικού ελέγχου.Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνει αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, καθώς και των λοιπών στοιχείων του συστήματος διακυβέρνησης.

2. Η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι αντικειμενική και ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες και την άσκηση της διοίκησης της επιχείρησης.

3. Τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου αναφέρονται στο διοικητικό συμβούλιο, το οποίο καθορίζει ποιές ενέργειες θα αναλαμβάνονται σε σχέση με κάθε ένα από τα συμπεράσματα και τις συστάσεις της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου και διασφαλίζει την εκτέλεση των ενεργειών αυτών.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 48 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν αποτελεσματική αναλογιστική λειτουργία, ώστε να:

α) συντονίζει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

β) διασφαλίζει την καταλληλότητα των μεθόδων και των υποκείμενων υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται, καθώς και των παραδοχών που γίνονται κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων,

γ) αξιολογεί την επάρκεια και ποιότητα των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων,

δ) συγκρίνει τις βέλτιστες εκτιμήσεις σε σχέση με τις εμπειρικές παρατηρήσεις,

ε) ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης σχετικά με την αξιοπιστία και επάρκεια του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων,

στ) επιβλέπει τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 63 του παρόντος,

ζ) εκφράζει γνώμη για τη γενική πολιτική ανάληψης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών κινδύνων,

η) εκφράζει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητας των συμφωνιών αντασφάλισης ή επανεκχώρησης της επιχείρησης,

θ) συμβάλλει στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων του άρθρου 32 του παρόντος, ιδίως σε σχέση με την μαθηματική προτυποποίηση του κινδύνου στην οποία στηρίζεται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων των Ενοτήτων 4 και 5 «Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας» και «Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση» του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους και της αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 33 του παρόντος.

2. Οι εργασίες που περιλαμβάνονται στην αναλογιστική λειτουργία εκτελούνται από πρόσωπα που διαθέτουν γνώση αναλογιστικών και οικονομικών μαθηματικών ανάλογη προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, και τα οποία αποδεικνύουν την εμπειρία τους σχετικά με τα ισχύοντα επαγγελματικά και λοιπά πρότυπα.

3. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα πρότυπα της παραγράφου 2 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 49 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. H εξωτερική ανάθεση (εξωπορισμός) οποιασδήποτε λειτουργίας ή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής εργασίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εκτός επιχείρησης, δεν απαλλάσσει την επιχείρηση αυτή από τις αστικές, ποινικές και διοικητικές ευθύνες και υποχρεώσεις της, που πηγάζουν από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων, την ευρωπαϊκή αντίστοιχη αλλά και από την εν γένει κείμενη νομοθεσία.

2. Απαγορεύεται η εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή εργασιών, όταν προκαλείται ή μπορεί να προκληθεί οποιοδήποτε από τα εξής:

α) ουσιώδης μείωση ή υποβάθμιση της ποιότητας του συστήματος διακυβέρνησης της σχετικής επιχείρησης,

β) αδικαιολόγητη αύξηση του λειτουργικού κινδύνου,

γ) μείωση της ικανότητας της Εποπτικής Αρχής ή άλλης εποπτικής αρχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να παρακολουθεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αναθέτουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης,

δ) υπονόμευση της αδιάλειπτης και πλήρους εξυπηρέτησης των εν γένει ασφαλισμένων της.

3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενημερώνουν, εγκαίρως, την Εποπτική Αρχή πριν από την εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών ή εργασιών, καθώς και για τυχόν μεταγενέστερες σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τις λειτουργίες ή τις εργασίες αυτές.Η Εποπτική Αρχή απαγορεύει την εξωτερική ανάθεση εφόσον, κατά την άποψή της, συντρέχει οποιοσδήποτε εκ των λόγων της παραγράφου 2 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ενότητα 3: Δημόσια Πληροφόρηση

Άρθρο 38. Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση: περιεχόμενα

(άρθρο 51 και 53 της Οδηγίας 2009/ΐ38/ΕΚ, παράγραφος 13 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και την χρηματοοικονομική τους κατάσταση επί τη βάσει των στοιχείων της παραγράφου 3 του παρόντος και των αρχών της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του παρόντος. Η έκθεση περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) περιγραφή της δραστηριότητας και των επιδόσεων της επιχείρησης,

β) περιγραφή του συστήματος διακυβέρνησης και εκτίμηση για την καταλληλότητα αυτού σε σχέση με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης,

γ) περιγραφή, χωριστά για κάθε κατηγορία κινδύνου, του βαθμού έκθεσης, συγκέντρωσης, μείωσης και ευαισθησίας στους κινδύνους,

δ) περιγραφή, χωριστά για τα στοιχεία του ενεργητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, και τις λοιπές υποχρεώσεις, των τεχνικών βάσεων και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμησή τους, με επεξήγηση τυχόν σημαντικών αποκλίσεων από τις αντίστοιχες τεχνικές βάσεις και μεθόδους που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά την σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων,

ε) περιγραφή της διαχείρισης των κεφαλαίων, και κατ’ ελάχιστον περιγραφή:

εα) της διάρθρωσης και του ύψους των ιδίων κεφαλαίων, καθώς και της ποιότητάς τους,

εβ) των ποσών της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας και της Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης,

εγ) της χρήσης της κατ’ άρθρο 254 του παρόντος επιλογής για τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας,

εδ) των πληροφοριών που επιτρέπουν την ορθή κατανόηση των κυριότερων διαφορών μεταξύ των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η τυποποιημένη μέθοδος και εκείνων του εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιείται από την επιχείρηση για τον υπολογισμό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας,

εε) του ποσού της τυχόν απόκλισης από την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση ή της τυχόν σημαντικής απόκλισης από την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ανεξαρτήτως του εάν η απόκλιση αυτή έχει πλέον καλυφθεί, με πλήρη επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων της απόκλισης, των ενδεχομένων ληφθέντων μέτρων αποκατάστασης, καθώς και του βαθμού κάλυψης.

2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εντάσσουν στην περιγραφή της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του παρόντος δήλωση εάν εφαρμόζουν ή όχι την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας του άρθρου 56 του παρόντος, και σε περίπτωση που την εφαρμόζουν, εντάσσουν περαιτέρω στην ανωτέρω περιγραφή την ποσοτικοποίηση της επίπτωσης που θα είχε στην χρηματοοικονομική τους κατάσταση μια μείωση της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας στο μηδέν.Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή αντιστοίχισης του άρθρου 54 του παρόντος, εντάσσει στην περιγραφή περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του παρόντος τα ακόλουθα:

α) περιγραφή της προσαρμογής αντιστοίχισης,

β) περιγραφή του χαρτοφυλακίου των υποχρεώσεων και των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού στα οποία η προσαρμογή αυτή εφαρμόζεται, και

γ) ποσοτικοποίηση της επίπτωσης που θα είχε στην χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης μια μείωση της προσαρμογής αντιστοίχισης στο μηδέν.

3. Για στοιχεία των περιπτώσεων α` έως ε` της παραγράφου 1 του παρόντος που έχουν δημοσιοποιηθεί βάσει άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, επιτρέπεται να συμπεριληφθούν στην έκθεση της παρούσας παραγράφου με απλή παραπομπή στα οικεία δημοσιευμένα έγγραφα, κατόπιν έγκρισης από την Εποπτική Αρχή. Η έγκριση του προηγούμενου εδαφίου δίνεται μόνον εφόσον διασφαλίζεται ότι οι δημοσιοποιημένες πληροφορίες καλύπτουν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου, τόσο ως προς την φύση, όσο και ως προς την έκταση των πληροφοριών.

4. Η περιγραφή της υποπερίπτωσης εα` της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1 του παρόντος περιλαμβάνει ανάλυση οποιωνδήποτε σημαντικών αλλαγών σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς, επεξήγηση ενδεχόμενων σοβαρών διαφορών σε σχέση με την αξία των στοιχείων αυτών στις οικονομικές καταστάσεις της τρέχουσας περιόδου αναφοράς, και σύντομη περιγραφή της δυνατότητας μεταφοράς των κεφαλαίων.

Η δημοσιοποίηση της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας που αναφέρεται στην υποπερίπτωση εβ` της περίπτωσης ε` της παραγράφου 1 του παρόντος εμφανίζει χωριστά το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με τα Τμήματα 2 και 3 της Ενότητας 4 του Κεφαλαίου ΣΤ` του παρόντος Μέρους σχετικά με τις μεθόδους υπολογισμού της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας και τις οποιεσδήποτε πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 26 του παρόντος ή την επίπτωση τυχόν ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το άρθρο 86 του παρόντος, παράλληλα με συνοπτική πληροφόρηση σχετικά με την αιτιολόγησή τους από την Εποπτική Αρχή.Έως την 31 Δεκεμβρίου 2020, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να δημοσιοποιούν την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας τους περιλαμβάνοντας μόνο το συνολικό ποσό συμπεριλαμβανομένων των τυχόν πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων ή και την επίπτωση τυχόν ειδικών παραμέτρων που η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση καλείται να χρησιμοποιεί σύμφωνα με το άρθρο 86 του παρόντος.

5. Εφόσον εκκρεμεί σχετικός έλεγχος από την Εποπτική Αρχή, στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης αναφέρεται ρητά ότι το τελικό ύψος της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας εξακολουθεί να υπόκειται σε εποπτική αξιολόγηση.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 52 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφος 14του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

Με την επιφύλαξη για παροχή επιπρόσθετων πληρο−φοριών σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ)αριθ. 1094/2010, η Εποπτική Αρχή παρέχει σε ετήσιαβάση στην ΕΑΑΕΣ τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) τη μέση πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση ανά επι−χείρηση και την κατανομή των πρόσθετων κεφαλαιακώναπαιτήσεων που επιβλήθηκαν από την Εποπτική Αρχήκατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, υπολογιζό−μενη ως ποσοστό της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγ−γυότητας που εμφανίζονται χωριστά ως εξής:

αα) για όλες μαζί τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,

αβ) για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής,

αγ) για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών,

αδ) για τις μεικτές ασφαλιστικές επιχειρήσεις,

αε) για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις,

β) για κάθε μία από τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στην περίπτωση α΄, το ποσοστό των πρόσθετωνκεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται βάσει τωνπεριπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ αντίστοιχα της παραγράφου1 του άρθρου 26 του παρόντος,

γ) αναφορικά με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που επωφελούνται από τον περιορισμότης συχνότητας υποβολής των πληροφοριών της παρα−γράφου 6 του άρθρου 24 του παρόντος, το πλήθος αυτών, καθώς και το συνολικό ύψος των κεφαλαιακών τουςαπαιτήσεων, ασφαλίστρων, τεχνικών προβλέψεων καιπεριουσιακών στοιχείων τους ως ποσοστό αντίστοιχατων συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων, ασφαλίστρων,τεχνικών προβλέψεων και περιουσιακών στοιχείων τουσυνόλου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα,

δ) αναφορικά με τις ασφαλιστικές και αντασφαλι−στικές επιχειρήσεις που εξαιρούνται από την υποβολήαναλυτικών, για κάθε ένα περιουσιακό στοιχείο, πληρο−φοριών σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 24του παρόντος, το πλήθος αυτών, καθώς και το συνολικόύψος των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, ασφαλίστρων,τεχνικών προβλέψεων και περιουσιακών στοιχείων τουςως ποσοστό αντίστοιχα των συνολικών κεφαλαιακώναπαιτήσεων, ασφαλίστρων, τεχνικών προβλέψεων καιπεριουσιακών στοιχείων του συνόλου των ασφαλιστικώνκαι αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποι−ούνται στην Ελλάδα,

ε) αναφορικά με τους ομίλους που επωφελούνταιαπό τον περιορισμό της συχνότητας υποβολής τωνπληροφοριών της παραγράφου 2 του άρθρου 209 τουπαρόντος, το πλήθος αυτών, καθώς και το συνολικόύψος των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, ασφαλίστρων,τεχνικών προβλέψεων και περιουσιακών στοιχείων τουςως ποσοστό αντίστοιχα των συνολικών κεφαλαιακώναπαιτήσεων, ασφαλίστρων, τεχνικών προβλέψεων καιπεριουσιακών στοιχείων του συνόλου των ομίλων,

στ) αναφορικά με τους ομίλους που εξαιρούνται απότην υποβολή αναλυτικών, για κάθε ένα περιουσιακόστοιχείο, πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο2 του άρθρου 209 του παρόντος, το πλήθος αυτών,καθώς και το συνολικό ύψος των κεφαλαιακών τουςαπαιτήσεων, ασφαλίστρων, τεχνικών προβλέψεων καιπεριουσιακών στοιχείων τους ως ποσοστό αντίστοιχατων συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων, ασφαλίστρων,τεχνικών προβλέψεων και περιουσιακών στοιχείων τουσυνόλου των ομίλων.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 53 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Με έγκριση της Εποπτικής Αρχής, κατόπιν αίτησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η ενλόγω επιχείρηση μπορεί να μη δημοσιεύει πληροφορίεςστις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εάν με τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτώνοι ανταγωνιστές της επιχείρησης αποκτούν σημαντικόαδικαιολόγητο πλεονέκτημα,

β) εάν με τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις ή με άλλες συμβάσεις της επιχείρησης έχουν επι−βληθεί σε αυτήν όροι απορρήτου ή εμπιστευτικότητας.

2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1, η επιχείρησηαναφέρει την αιτιολογία της μη δημοσιοποίησης τωνπληροφοριών στην έκθεση για τη φερεγγυότητα καιτην χρηματοοικονομική κατάσταση του άρθρου 38 τουπαρόντος.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στις πληροφορίες που εμπίπτουν στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 38 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 54 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Σε περίπτωση σοβαρών εξελίξεων που επηρεάζουνσημαντικά τη συνάφεια των πληροφοριών που έχουνδημοσιοποιηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 38 και 40 τουπαρόντος, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιεύουν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τις συνέπειες της εν λόγω εξέλιξης. Για τους σκοπούς εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, σοβαρές εξελίξεις θεωρούνται τουλάχιστον οιπαρακάτω περιπτώσεις:

α) οσάκις παρατηρείται απόκλιση από την ΕλάχιστηΚεφαλαιακή Απαίτηση και η Εποπτική Αρχή είτε θεωρεί ότι η επιχείρηση δεν θα είναι σε θέση να υποβάλειεφαρμόσιμο πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης είτε δεν λαμβάνει η Εποπτική Αρχή τέτοιουείδους σχέδιο εντός μηνός από την ημέρα που δημιουργήθηκε η απόκλιση,

β) οσάκις παρατηρείται σημαντική απόκλιση από την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας και η ΕποπτικήΑρχή δεν λαμβάνει εντός δύο μηνών από την ημέραπου δημιουργήθηκε η απόκλιση εφαρμόσιμο σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης.

Στην περίπτωση α΄ ανωτέρω, η Εποπτική Αρχή απαιτείαπό την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ναδημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της απόκλισης, μαζί μεεπεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπε−ριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων. Εάν, παρά το γεγονός ότι το υποβληθέν πρόγραμμαβραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης είχε θεωρηθεί αρχικά εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα τηςαπόκλισης από την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτησητρεις μήνες μετά τη στιγμή που ανέκυψε η απόκλιση, τογεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος του τριμήνουμαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρωνπου έχουν ληφθεί, καθώς και περαιτέρω διορθωτικώνμέτρων που έχουν προγραμματισθεί.

Στην περίπτωση β΄ ανωτέρω, η Εποπτική Αρχή απαιτεί από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να δημοσιοποιήσει άμεσα το ποσό της απόκλισης, μαζί με επεξήγηση της προέλευσης και των συνεπειών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν ληφθέντων διορθωτικώνμέτρων. Εάν, παρά το σχέδιο οικονομικής ανάκαμψηςπου είχε αρχικά θεωρηθεί εφαρμόσιμο, δεν έχει επιλυθεί το πρόβλημα της απόκλισης από την ΚεφαλαιακήΑπαίτηση Φερεγγυότητας έξι μήνες μετά τη στιγμή πουπαρατηρήθηκε η απόκλιση, το γεγονός αυτό δημοσιοποιείται στο τέλος του εξαμήνου μαζί με επεξήγησητης προέλευσης και των επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν ληφθέντων διορθωτικών μέτρων,καθώς και περαιτέρω διορθωτικών μέτρων που έχουνπρογραμματισθεί.

2. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσειςδύνανται να δημοσιοποιούν, σε εθελοντική βάση, οποιαδήποτε πληροφορία ή επεξήγηση συνδεόμενη με τηφερεγγυότητα και την χρηματοοικονομική τους κατάσταση, η δημοσιοποίηση της οποίας δεν απαιτείται ήδησύμφωνα με τα άρθρα 38 και 40 και την παράγραφο 1 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 55 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσειςδιαθέτουν κατάλληλα συστήματα και υποδομές προκειμένου να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους πουπηγάζουν από τα άρθρα 38 και 40 και της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του παρόντος. Επίσης, διαθέτουν έγγραφη πολιτική, με την οποία διασφαλίζεται η διαρκήςορθότητα και καταλληλότητα των δημοσιοποιούμενωνπληροφοριών.

2. Η έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση εγκρίνεται από το διοικητικόσυμβούλιο της επιχείρησης και δημοσιεύεται μετά τηνέγκριση αυτή.

3. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να απαιτεί την τροποποίηση ή αναμόρφωση δημοσιευμένων εκθέσεων, τηδημοσίευση επιπρόσθετων πληροφοριών ή την ανάληψη από την επιχείρηση συγκεκριμένων ενεργειών γιατη βελτίωση, αναμόρφωση, τροποποίηση ή ενίσχυσητων πολιτικών, συστημάτων και υποδομών της παραγράφου 1 του παρόντος εντός συγκεκριμένου χρονικούδιαστήματος.

4. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί νααπαιτείται ο έλεγχος του συνόλου ή μέρους των πληροφοριών του παρόντος άρθρου από εξωτερικούς ελεγκτές, και να ορίζονται μέσα και τόποι δημοσιοποίησηςδιαφορετικά από εκείνα που ισχύουν για τις ετήσιες καιενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις ασφαλιστικώνκαι αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

Διαβάστε περισσότερα..

ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΕΙΔΙΚΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΕΣ

Άρθρο 43 Ειδικές συμμετοχές

(άρθρα 57, 58, 59, 60, 61, 62 και 63της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. α) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής: «υποψήφιος αγοραστής»), το οποίο μεμονωμένα ή μέσωκοινής δράσης με άλλα πρόσωπα, υπό την έννοια τηςπερίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του παρόντος, έχειαποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδικήσυμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχεί−ρηση με έδρα στην Ελλάδα, είτε να αυξήσει περαιτέρω,άμεσα ή έμμεσα, υφιστάμενη συμμετοχή σε ασφαλιστικήή αντασφαλιστική επιχείρηση, ούτως ώστε το ποσοστότων δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίουπου θα κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του20%, του 1/3 ή του 50% ή ώστε να αποκτήσει, άμεσα ήέμμεσα, τον έλεγχο της ασφαλιστικής ή της αντασφαλι−στικής επιχείρησης (στο εξής: «προτεινόμενη εξαγορά»),αρχικά απευθύνεται εγγράφως στην Εποπτική Αρχή καιτης γνωστοποιεί το ύψος της σκοπούμενης συμμετο−χής, καθώς και τις σχετικές απαιτούμενες πληροφορίες,σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος.

β) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο έχει απο−φασίσει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδικήσυμμετοχή σε ελληνική ασφαλιστική ή αντασφαλιστικήεπιχείρηση ενημερώνει προηγουμένως εγγράφως τηνΕποπτική Αρχή και της γνωστοποιεί το τυχόν ύψος τηςσυμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει ομοίως να ενημερώνειπροηγουμένως εγγράφως την Εποπτική Αρχή για τηναπόφαση του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του,προκειμένου το ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου ήτου μετοχικού κεφαλαίου που θα κατέχει να μειωθείσε λιγότερο από τα όρια του 20%, του 1/3 ή του 50%ή προκειμένου να παύσει να έχει, άμεσα ή έμμεσα, τονέλεγχο ελληνικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης και της γνωστοποιεί το τυχόν ύψος τηςσυμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει.

γ)

(γα) Προκειμένου περί ειδικών συμμετοχών που πραγματοποιούνται από φυσικά πρόσωπα, η ΕποπτικήΑρχή δύναται για την επίτευξη των σκοπών της εποπτείας και για λόγους διαφάνειας να ζητά στοιχεία γιατην ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση καιτην προέλευση των χρηματικών μέσων των εν λόγωπροσώπων και να απαιτεί από τα φυσικά πρόσωπα νατης παρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε ναβεβαιώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσειςπου προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίαςμε βάση τον παρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν κατα−στάσεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγησητης άδειας αυτής.

(γβ) Προκειμένου περί ειδικών συμμετοχών που πραγ−ματοποιούνται από νομικά πρόσωπα, η Εποπτική Αρχήδύναται:

γβα) να ζητά πληροφορίες για την ταυτότητα τωνφυσικών προσώπων που άμεσα η έμμεσα, μέχρι καιτον τελικό μέτοχο, ελέγχουν τα νομικά αυτά πρόσωπα,

γββ) να επιβάλλει την υποχρέωση να της γνωστο−ποιείται οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή στηνταυτότητα των φυσικών αυτών προσώπων, υπό τηνέννοια του πραγματικού δικαιούχου της παραγράφου16 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 (Α΄ 166), που άμεσα ήέμμεσα τα ελέγχουν,

γβγ) να ζητά τη γνωστοποίηση των οικονομικών στοι−χείων (οικονομικές καταστάσεις τους), για τον έλεγχοτης χρηματοοικονομικής τους κατάστασης, τα οποίαμπορεί να ζητούνται και σε κάθε μεταγενέστερο στάδιο καιγβδ) να απαιτεί από τα νομικά πρόσωπα να της πα−ρέχουν τις κατάλληλες πληροφορίες, ώστε να βεβαι−ώνεται ότι πληρούνται πάντοτε οι προϋποθέσεις πουπροβλέπονται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας μεβάση τον παρόντα νόμο ή ότι δεν ανέκυψαν καταστά−σεις που θα αποτελούσαν αιτία για τη μη χορήγησητης άδειας αυτής.

(γγ) Για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, τα οποία κατέχουν ειδική συμμετοχή σεασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η Εποπτική Αρχή δύναται:

γγα) να επιβάλλει την υποχρέωση στα νομικά αυτάπρόσωπα να έχουν ονομαστικές τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου,

γγβ) να απαιτεί όπως συγκεκριμένα ποσοστά τουσυνόλου των πιο πάνω ονομαστικών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ανήκουν σε ένα η περισσότερα φυσικάπρόσωπα που τυγχάνουν της προηγούμενης έγκρισηςτης Εποπτικής Αρχής.

δ) Εάν τις ειδικές συμμετοχές των περιπτώσεων α΄και β΄ ανωτέρω προτίθενται να αποκτήσουν έμμεσαένα ή περισσότερα πρόσωπα, η Εποπτική Αρχή δύναταινα αξιολογεί με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 11του παρόντος, πέραν του υποψήφιου αγοραστή πουπροτίθεται να αποκτήσει άμεσα τη συμμετοχή και τουπραγματικού δικαιούχου, και τα τυχόν παρεμβαλλόμενα,μεταξύ των δύο προηγούμενων περιπτώσεων, πρόσωπα.

2. α) Για το σκοπό υπολογισμού του ποσοστού συμμετοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρουλαμβάνονται υπόψη τα άρθρα 9, 10, 12 και 13 παράγραφοι4 και 5 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91), υπό την επιφύλαξη τηςπερίπτωσης β΄ της παρούσας παραγράφου.

β) Κατά τον ως άνω υπολογισμό του ποσοστού συμμε−τοχής δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ήοι μετοχές με δικαίωμα ψήφου που κατέχουν πιστωτικάιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων ως αποτέλεσμααναδοχής ή/και τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με ρητή δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την πε−ρίπτωση στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007(Α΄ 195), εφόσον τα εν λόγω δικαιώματα δεν ασκούνταιούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό τηνπαρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και πρόκειταιβάσει ρητής δέσμευσης να μεταβιβαστούν εντός ενός (1) έτους από την απόκτηση.

γ) Ως «από κοινού δράση» για την εφαρμογή του πα−ρόντος άρθρου νοείται η περίπτωση κατά την οποία δύοή περισσότεροι υποψήφιοι αγοραστές προτίθενται ναενεργούν συντονισμένα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους μετά την απόκτηση μετοχών ή δικαιωμάτωνψήφου με συμφωνία που μπορεί να γίνεται εγγράφως ήπροφορικά ή συνάγεται από πραγματικά περιστατικά, ανεξαρτήτως εάν τα πρόσωπα που δρουν από κοινούσυνδέονται μεταξύ τους. Η κοινοποίηση των δικαιωμάτων ψήφου της ως άνω περίπτωσης στην Εποπτική Αρχή γίνεται είτε από τον κάθε υποψήφιο αγοραστήείτε από έναν από αυτούς, ο οποίος έχει εξουσιοδοτηθείγια το σκοπό αυτόν.

3. Η Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί εγγράφως στονυποψήφιο αγοραστή την παραλαβή της κοινοποίησηςπου προβλέπεται στο εδάφιο α΄ της παραγράφου 1 τουπαρόντος, καθώς και των πληροφοριών που προβλέπο−νται στην παράγραφο 6, και τις οποίες ενδεχομένωςπαρέλαβε μεταγενέστερα της εν λόγω κοινοποίησης.Η εν λόγω γνωστοποίηση της παραλαβής παρέχεταιεντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή τηςκοινοποίησης και των σχετικών πρόσθετων στοιχείων.

4. α) Η Εποπτική Αρχή εντός εξήντα (60) εργασίμωνημερών από την ημερομηνία της τελευταίας έγγραφηςγνωστοποίησης περί της παραλαβής εκ μέρους τηςόλων των απαιτούμενων εγγράφων της παραγράφου5 του παρόντος (στο εξής: «περίοδος αξιολόγησης»)προβαίνει στην αξιολόγηση που προβλέπεται στην πα−ράγραφο 11 του παρόντος (στο εξής: «αξιολόγηση»).

β) Η Εποπτική Αρχή στη γνωστοποίηση παραλαβήςπου προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 3 αναφέ−ρει υποχρεωτικά την ημερομηνία λήξης της περιόδουαξιολόγησης.

5. α) Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες, για τους σκοπούς τηςπροληπτικής εποπτείας, πληροφορίες για τη διενέργειατης αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται σεαυτήν κατά την κοινοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος.

β) Οι πληροφορίες της περίπτωσης α΄ της παρούσαςπαραγράφου είναι προσαρμοσμένες αναλόγως με ταχαρακτηριστικά του υποψήφιου αγοραστή (φυσικό ήνομικό πρόσωπο, εποπτευόμενο ή μη κ.λπ.), το βαθμόσυμμετοχής του στη διοίκηση της ασφαλιστικής ή αντα−σφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται ηαπόκτηση συμμετοχής και το ύψος της σκοπούμενηςσυμμετοχής.6. Η Εποπτική Αρχή δύναται, μέχρι και την πεντηκοστήεργάσιμη ημέρα της περιόδου αξιολόγησης, να ζητήσειεγγράφως περαιτέρω πληροφορίες αναγκαίες για τηνολοκλήρωση της αξιολόγησης, καθορίζοντας τα απαι−τούμενα για το σκοπό αυτόν συμπληρωματικά στοιχεία.

7. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύτης ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πλη−ροφορίες της παραγράφου 6 του παρόντος και τηςημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιουαγοραστή, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται. Ηαναστολή αυτή δεν υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμεςημέρες. Η Εποπτική Αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια ναζητήσει τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να επέρχεταινέα αναστολή της περιόδου αξιολόγησης.

8. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος,κατά τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιοςαγοραστής:α) είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικόπλαίσιο σε χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήβ) είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενοστο εποπτικό καθεστώς που με βάση την ευρωπαϊκήνομοθεσία διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα, τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), τιςασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τιςεταιρείες διαχείρισης οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.).

9. Εάν η Εποπτική Αρχή αποφασίσει, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση της, να αντιταχθεί στην προτεινόμενη εξαγορά, εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοιγι` αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 11 τουπαρόντος, ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαναπό τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις ή αληθείς, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή,εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την περάτωσητης αξιολόγησής της αλλά σε καμία περίπτωση μετάτη λήξη της περιόδου αξιολόγησης, εκθέτοντας τουςλόγους αυτής της απόφασης. Σε αντίθετη περίπτωση,η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότιεγκρίθηκε. Η απόφαση περί απόρριψης της συμμετοχήςμε τη δέουσα αιτιολόγηση μπορεί να δημοσιοποιείταικατά την κρίση της Εποπτικής Αρχής ή και κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Η θετική απόφασηδημοσιοποιείται σε κάθε περίπτωση με ανάρτηση στηνιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής.

10. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης εξαγοράς και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.

11. α) Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης πουπροβλέπει η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος και των πληροφοριών που αναφέρονται στιςπαραγράφους 5 και 6 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή,προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηστή και συνετή δι−οίκηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία αφορά η προτεινόμενη εξαγορά καιλαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υπο−ψήφιου αγοραστή στην εν λόγω επιχείρηση, αξιολογείτην καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και ταοικονομικά εχέγγυα της προτεινόμενης εξαγοράς απόχρηματοοικονομική άποψη, με βάση το σύνολο των ακόλουθων κριτηρίων:

αα) τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή,

αβ) τη φήμη και την εμπειρία οποιουδήποτε προσώπουτο οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ελληνικήςασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιντης προτεινόμενης εξαγοράς,

αγ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιουαγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτωνπου ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από τηνασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποίααφορά η προτεινόμενη εξαγορά,

αδ) την ικανότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται στις απαιτήσεις προληπτικήςεποπτείας βάσει κυρίως του παρόντος νόμου και του ν. 3455/2006, των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου και της κείμενης ευρωπαϊκής νομοθεσίας αμέσου εφαρμογής και, ιδίως, το βαθμό κατά τον οποίο ο όμιλος του οποίου,ενδεχομένως, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα καταστεί μέλος, μέσω της σχεδιαζόμενηςεξαγοράς, διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματικήανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Εποπτικής Αρχήςκαι των άλλων ημεδαπών ή αλλοδαπών αρμόδιων αρχών, καθώς και τον προσδιορισμό της κατανομής τωναρμοδιοτήτων μεταξύ τους,

αε) το βαθμό κατά τον οποίο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη εξαγορά, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθείή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδωναπό εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησητης τρομοκρατίας, κατά την έννοια του ν. 3691/2008 ή ότι η προτεινόμενη εξαγορά είναι δυνατόν νααυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

β) Τηρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 3, 4, 6, 7 και 8 του παρόντος, σε περίπτωση που κατά τηνπερίοδο αξιολόγησης μίας πρότασης κοινοποιηθούνκαι άλλη ή άλλες προτάσεις για απόκτηση ή αύξησηυφιστάμενης συμμετοχής στην ίδια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η Εποπτική Αρχή τις αντιμετω−πίζει αμερόληπτα.

γ) Η Εποπτική Αρχή δεν επιβάλλει εκ των προτέρωνόρους, όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπεινα αποκτηθεί ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτησησυμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών τηςαγοράς.

12. α) Η Εποπτική Αρχή κατά την αξιολόγηση τηςπροτεινόμενης εξαγοράς ακολουθεί διαδικασία προηγούμενης διαβούλευσης με τις ημεδαπές ή αλλοδαπέςαρμόδιες αρχές, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι:

αα) πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστικήεπιχείρηση, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρεία διαχείρισης οργανισμού συλλογικώνεπενδύσεων σε κινητές αξίες που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος − μέλος ή

αβ) μητρική πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ήαντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης παροχήςεπενδυτικών υπηρεσιών ή εταιρείας διαχείρισης οργα−νισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες πουέχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος − μέλος ή

αγ) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει άλλο πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ήεταιρεία διαχείρισης οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίαςσε κράτος − μέλος.

β) Η Εποπτική Αρχή διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στις αρμόδιες ελληνικές αρχές ή τις αρχές των λοιπών κρατών − μελών, για τους σκοπούς της αξιολόγησης της προτεινόμενης εξαγοράς που προβλέπεταιστο παρόν άρθρο ή σε αντίστοιχη διάταξη νομοθεσίαςκρατών − μελών:

βα) κατόπιν αιτήματος τους, κάθε σχετική πληροφορία και

ββ) με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικήςσημασίας σχετικές πληροφορίες, διαβιβάζοντας και στιςδύο περιπτώσεις τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις σχετικάμε τον υποψήφιο αγοραστή.

γ) Η Εποπτική Αρχή δύναται να ζητά πληροφορίεςαπό αρμόδιες ελληνικές αρχές ή αρχές άλλων κρατών − μελών για τους σκοπούς αξιολόγησης από αυτήνπροτεινόμενης εξαγοράς.  Στην απόφαση της Εποπτικής Αρχής για την προ−τεινόμενη εξαγορά σε ελληνική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επισημαίνονται τυχόν απόψειςή επιφυλάξεις τις οποίες ενδεχομένως εξέφρασε ηελληνική ή αλλοδαπή αρχή, στο πλαίσιο της ανωτέρωδιαβούλευσης.

13. α) Εφόσον οι κληρονόμοι προσώπου που ήταν κάτοχος ειδικής συμμετοχής της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, αποκτούν ατομικά συμμετοχήτων ανωτέρω εδαφίων, ενημερώνουν σχετικά την Εποπτική Αρχή εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών απότην ημερομηνία θανάτου του κληρονομούμενου ή απότην ημερομηνία νόμιμης επαγωγής της κληρονομίας σεαυτούς. Σε περίπτωση αποποίησης της κληρονομίας, ηπροαναφερόμενη προθεσμία παρατείνεται αντιστοίχωςμέχρι την παρέλευση τεσσάρων (4) μηνών από την επαγωγή της κληρονομίας στους περαιτέρω κληρονόμους,οι οποίοι έχουν την υποχρέωση ενημέρωσης. Την ίδιαυποχρέωση ενημέρωσης έχει και ο τυχόν εκτελεστήςτης διαθήκης ή ο κηδεμόνας της σχολάζουσας κληρονομίας ή ο εκκαθαριστής της κληρονομίας που ορίζεταισύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

β) Η Εποπτική Αρχή δύναται, εφόσον κρίνει ότι κληρο−νόμοι εκ των αναφερομένων στην ανωτέρω περίπτωσηα΄ δεν είναι κατάλληλοι για να διασφαλίσουν τη συνετήκαι χρηστή διαχείριση της ελληνικής ασφαλιστικής ήαντασφαλιστικής επιχείρησης, να ακολουθήσει τη διαδικασία της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 15 τουπαρόντος.

14. α) Οι ελληνικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωστοποιούν στην Εποπτική Αρχή, μέχρι την 15η Ιουλίου κάθε έτους, τα ονόματα φυσικώνή νομικών προσώπων με τα οποία διατηρούν στενούςδεσμούς, καθώς και τα ονόματα των μετόχων ή μελώνπου κατέχουν συμμετοχή άνω των ορίων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος,καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπωςπροκύπτουν, ιδίως από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ήμελών, ή από την τυχόν πληρωμή μερισμάτων ή από τιςπληροφορίες που περιέρχονται σε γνώση τους, δυνάμειιδίως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωναμε την κείμενη νομοθεσία σε εταιρείες οι μετοχές τωνοποίων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σεοργανωμένη αγορά.

β) Οι ελληνικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικέςεπιχειρήσεις, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών αφότουλάβουν γνώση, γνωστοποιούν στην Εποπτική Αρχή, τηναπόκτηση ή εκχώρηση συμμετοχών στο κεφάλαιο τους,οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχήςπάνω ή κάτω από ένα από τα όρια που αναφέρονταιστις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του παρόντος, καθώς και οποιαδήποτε αλλαγή στην ταυτότηταή στα στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται στιςπεριπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος,καθώς και του άρθρου 15 του παρόντος, και λήφθηκανυπόψη κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας τωνασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή τηδιαδικασία έγκρισης μετέπειτα αλλαγών των στοιχείωναυτών.

15. α) Προκειμένου να αποτρέπεται η άσκηση, απόφυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχήή που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα νομικό πρόσωπο πουκατέχει ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιρροής που ενδέχεται να οδηγήσεισε σύγκρουση συμφερόντων ή να δημιουργήσει δυσχέρειες στην άσκηση εποπτείας ή να αποβεί σε βάρος τηςσυνετής και χρηστής διαχείρισης της ασφαλιστικής ήαντασφαλιστικής επιχείρησης, η Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στα οικεία πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους ή τις παράλληλες δραστηριότητέςτους σε άλλους τομείς που κατά την κρίση της είναιδυνατόν να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης της επιχείρησης και αφού ακούσειτις απόψεις τους, υποδεικνύει τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων εντός ορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης παύει αυτοδικαίως ναέχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφουπου απορρέουν από τη συμμετοχή του φυσικού ή τουνομικού προσώπου στο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιβάλει κυρώσεις σύμφωνα με τηνπαράγραφο 5 του άρθρου 256 του παρόντος.

β) Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί συμμετοχή ήαυξηθεί η υφιστάμενη συμμετοχή στο κεφάλαιο ελληνικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης απόφυσικό ή νομικό πρόσωπο χωρίς τη, βάσει του παρόντοςάρθρου, απαιτούμενη κατά περίπτωση γνωστοποίηση ήέγκριση από την Εποπτική Αρχή, παύει αυτοδικαίως ναέχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου πουαπορρέουν από τη συμμετοχή αυτή και η Εποπτική Αρχήμπορεί να επιβάλει στους κατόχους των συμμετοχώναυτών τις κυρώσεις, που προβλέπονται στην περίπτωσηα΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 256 του παρόντος,διαζευκτικά ή σωρευτικά.

γ) Σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Εποπτική Αρχή περί της αλλαγής τηςταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους ειδικής συμμετοχής, σύμφωνα μετα προβλεπόμενα στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Εποπτικής Αρχής γιατην εφαρμογή των προβλεπομένων στην περίπτωση γ΄της παραγράφου 1 του παρόντος, παύει αυτοδικαίως ναέχει αποτέλεσμα η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου πουαπορρέουν από τη συμμετοχή του νομικού προσώπουστο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής ή αντασφα−λιστικής επιχείρησης και η Εποπτική Αρχή μπορεί ναεπιβάλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 256 του παρόντος.

16. Για τους σκοπούς της εποπτείας, η Εποπτική Αρχή δύναται να ζητά από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τη γνωστοποίηση των στοιχείωντης ταυτότητας και το ύψος του ποσοστού συμμετοχής των μεγαλύτερων μετόχων τους που αθροιστικάσυγκεντρώνουν στην κατοχή τους την πλειοψηφία τωνδικαιωμάτων ψήφου της επιχείρησης.

17. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επεκτείνονταιτα κριτήρια της παραγράφου 11 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

ΕΝΟΤΗΤΑ 5 ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ −ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ − ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΣΥΓΚΛΙΣΗ

Άρθρο 44 Υπηρεσιακό – Επαγγελματικό απόρρητο –ανταλλαγή πληροφοριών

(άρθρα 64, 65, 66, 67, 67α, 68, 69, 70 και 295της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, παράγραφοι 18, 19 και 20του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Εποπτικής Αρχής, οιεντεταλμένοι από την Εποπτική Αρχή ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες, καθώς και όλα τα πρόσωπα στα οποίαδιαβιβάζονται ή τα οποία παρέχουν πληροφορίες κατ’εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 221 και των άρθρων 231 και 235 του παρόντος, υποχρεούνται στηντήρηση του επαγγελματικού απορρήτου.Ειδικότερα, καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίεςοι οποίες περιέρχονται σε γνώση των ως άνω προσώπωνκατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους σεσχέση με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Εποπτικής Αρχής δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείταισε κανένα απολύτως πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παράμόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μηνπροκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης ασφαλιστικήςή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή των προσώπων πουαφορούν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντοςάρθρου, των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο, καθώς και των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικέςδραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

2. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να ανταλλάσσει, με τιςαντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών − μελών,πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικόαπόρρητο της παραγράφου 1 του παρόντος, που σύμφωνα με τις σχετικές ευρωπαϊκές διατάξεις, εφαρμόζεται και για τις λοιπές αρμόδιες αρχές. Η Εποπτική Αρχή μπορεί κατά την παροχή των πλη−ροφοριών σε άλλη αρμόδια αρχή να ορίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχει μπορούν να γνωστοποιηθούνμόνο ύστερα από τη ρητή συναίνεσή της.

3. Η Εποπτική Αρχή χρησιμοποιεί τις κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος πληροφο−ρίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τουςακόλουθους σκοπούς:

α) για τον έλεγχο της τήρησης των όρων ανάληψηςασφαλιστικής και αντασφαλιστικής δραστηριότητας καιτη διευκόλυνση της παρακολούθησης της άσκησης τηςδραστηριότητας αυτής, ιδίως όσον αφορά την παρακο−λούθηση των τεχνικών προβλέψεων, της ΚεφαλαιακήςΑπαίτησης Φερεγγυότητας, της Ελάχιστης ΚεφαλαιακήςΑπαίτησης και του Συστήματος Διακυβέρνησης,

β) για την επιβολή κυρώσεων,

γ) για την κατάθεση ή υποστήριξη ή αντίκρουση διοικητικής προσφυγής κατά αποφάσεων της ΕποπτικήςΑρχής,

δ) σε περιπτώσεις προσφυγών ενώπιον των αρμόδιωνδικαστηρίων κατά αποφάσεων της Εποπτικής Αρχής,

ε) για την αναφορά από την Εποπτική Αρχή στις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές τυχόν αξιόποινων πράξεων.

4. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να συνάπτει συμφωνίεςσυνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώςκαι με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτωνχωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονταιστις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 5 του παρόντος, μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά στο επαγγελματικό απόρρητο,από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές πουπροβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος. Μάλιστα, η Εποπτική Αρχή μπορεί στις συμφωνίες πουπροηγούμενου εδαφίου να ορίζει ότι οι πληροφορίεςπου παρέχει μπορούν να γνωστοποιηθούν μόνο ύστερααπό τη ρητή συναίνεσή της και να χρησιμοποιηθούναποκλειστικά για τους σκοπούς για τους οποίους έχειπροηγουμένως δώσει τη συγκατάθεσή της. Η ανταλλαγή πληροφοριών του πρώτου εδαφίου τηςπαρούσας εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών. Εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος −μέλος ή από τρίτο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης κράτος, η Εποπτική Αρχή κοινοποιεί αυτές σε αρμόδιες αρχέςτρίτων χωρών μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση τηςαρμόδιας αρχής που τις διαβίβασε και, εάν προϋπάρχεισχετική πρόβλεψη, μόνο για τους σκοπούς για τουςοποίους συμφώνησε η αρχή αυτή.

5. α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύαφενός της Εποπτικής Αρχής και αφετέρου:

αα) το Εθνικό Συμβούλιο Συστημικής Σταθερότητας,το Υπουργείο Οικονομικών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ΕΛΤΕ, της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες καιτης Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχουτων Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, της ΓενικήςΓραμματείας Καταναλωτή και του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Ανταγωνισμού, της ΕθνικήςΑναλογιστικής Αρχής και άλλων τυχόν αρμόδιων αρχώνκατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσανομοθεσία αρμοδιοτήτων τους,

αβ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατά την εφαρ−μογή των διατάξεων του άρθρου 226 της Συνθήκης γιατη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τιςεκχωρούμενες προς αυτό εξεταστικές αρμοδιότητες,

αγ) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής,κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους,

αδ) των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικών ήαντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των εγγυ−ητικών κεφαλαίων, όπως ενδεικτικά του ΕπικουρικούΚεφαλαίου και του Εγγυητικού Κεφαλαίου Ζωής, γιατην εκπλήρωση της αποστολής τους, καθώς καιαε) των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίουςέχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, των προσώπων της περίπτωσηςστ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 23 του παρόντος, των ανεξάρτητων αναλογιστών ασφαλιστικών και αντα−σφαλιστικών επιχειρήσεων, των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των ως άνω προσώπωνκαι της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδος, για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

β) Η Εποπτική Αρχή μπορεί να γνωστοποιεί σε αρχές,όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών − μελών, αντίστοιχαπρος αυτά που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου, περιλαμβανομένων των αρμόδιωνεποπτικών αρχών πιστωτικών ιδρυμάτων, πληροφορίεςπου προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικήςαποστολής τους, καθώς και σε οργανισμούς που είναιαρμόδιοι για τη διαχείριση συστημάτων εγγύησης καταθέσεων, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες γιατην εκπλήρωση της αποστολής τους.

γ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Εποπτικής Αρχής ως εποπτικής αρχής και αφετέρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου(ΕΣΣΚ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1092/2010,εάν οι πληροφορίες είναι σχετικές με την επιτέλεση τωνκαθηκόντων του, των κεντρικών τραπεζών του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καιτυχόν άλλων οργανισμών, που είτε ασκούν τη νομισμα−τική πολιτική και τη σχετική παροχή ρευστότητας σεάλλα κράτη − μέλη, εποπτεύουν τα συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και διασφαλίζουντη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματοςστα κράτη αυτά είτε ως δημόσιες αρχές άλλων κρατών −μελών ασκούν επίβλεψη επί των συστημάτων πληρωμώνγια την εκπλήρωση της αποστολής της Εποπτικής Αρχήςως εποπτικής αρχής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 τουπαρόντος, και της αποστολής των ως άνω αρχών. Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της οριζόμενης στο άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η Εποπτική Αρχή διαβιβάζει αμελλητί πληροφορίες προς τις κεντρικές τράπεζες τουΕυρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ),συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τρά−πεζας (ΕΚΤ), αν οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικέςγια την άσκηση των νομίμων καθηκόντων τους, συμπε−ριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικήςκαι της σχετικής παροχής ρευστότητας, της εποπτείαςσυστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμούκαι της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοι−κονομικού συστήματος, και στο Ευρωπαϊκό ΣυμβούλιοΣυστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), αν αυτές οι πληροφορίεςείναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων του.

δ) Η Εποπτική Αρχή μπορεί να κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε γραφείοσυμψηφισμού ή παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένοαπό το εθνικό δίκαιο των κρατών − μελών, να παρέχειυπηρεσίες συμψηφισμού ή διακανονισμού συναλλαγώνστις αγορές χρήματος, διαπραγματεύσιμων τίτλων ή παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων, εάν θεωρεί ότι ηκοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση τηςομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε σχέσημε αδυναμίες εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω καιδυνητικές, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.

ε) Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούςκαι τα πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παραγράφου 1 τουπαρόντος. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπεινα προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολήςεποπτείας ή του κατά νόμο ελέγχου. Επίσης, οι πληροφορίες που προέρχονται από άλλο κράτος − μέλος ευρωπαϊκής ή τρίτης χώρας δεν πρέπει να κοινολογούνταιχωρίς τη ρητή συγκατάθεση των εποπτικών αρχών απότις οποίες προέρχονται ή στις οποίες ο τυχόν επιτόπιος έλεγχος έλαβε χώρα και εφόσον ενδείκνυται μόνογια τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι εποπτικέςαρχές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

6. Η Εποπτική Αρχή γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα λοιπά κράτη − μέλη την ταυτότητα τωναρχών, προσώπων ή οργάνων που μπορούν να δέχονταιπληροφορίες δυνάμει της παραγράφου 5 του παρόντος.

7. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης,επιτρέπεται στα παραπάνω πρόσωπα η ανακοίνωση,στο πλαίσιο των διαδικασιών αστικού ή διοικητικού ήποινικού δικαίου, εμπιστευτικών πληροφοριών που όμωςδεν αφορούν σε τρίτους που αναμείχθηκαν στις διαδικασίες διάσωσης καθ’ οιονδήποτε τρόπο της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

8. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αίρεται μετά από ειδικά αιτιολογημένο βούλευματου αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου κατά τη διάρκειαανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης,ύστερα από σχετικό αίτημα του Εισαγγελέα ή του Ανακριτή ή μετά από απόφαση του δικαστηρίου ενώπιον τουοποίου εκκρεμεί η υπόθεση, εφόσον η παροχή αυτώνείναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση και τηντιμωρία πλημμελήματος ή κακουργήματος.

9. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αίρεται όταν τα παραπάνω στοιχεία αναφέρονται στη διοικητική πράξη και σε κάθε άλλο έγγραφοτης διαδικασίας επιβολής διοικητικών κυρώσεων απότην Εποπτική Αρχή. Οι διοικητικές αυτές πράξεις είναιελεύθερα ανακοινώσιμες.

10. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περίεπαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρουεφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 65α της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ παράγραφος17 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

Η Εποπτική Αρχή, για τους σκοπούς του παρόντοςνόμου, συνεργάζεται με την ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τονΚανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και παρέχει αμελλητίσε αυτήν όλες τις πληροφορίες που της είναι απαραίτητες για να επιτελέσει το έργο της σύμφωνα με τονεν λόγω Κανονισμό.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 71 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ παράγραφος 21 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/51/ΕΕ)

1. Η Εποπτική Αρχή αναγνωρίζει σε όλες τις εργασίεςκαι αποφάσεις της τον διττό ρόλο της τόσο ως εποπτικής αρχής δυνάμει των διατάξεων του παρόντος νόμου όσο και ως μέλος της ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τονΚανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και η μία ιδιότητα δενπαρεμποδίζει την άσκηση ή και δεν ασκείται εις βάροςτων αρμοδιοτήτων που έχει σύμφωνα με την άλλη.

2. Η Εποπτική Αρχή εφαρμόζει τον παρόντα νόμο, τιςοικείες αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και τα ευρωπαϊκά νομοθετήματα και ασκεί ταεποπτικά της καθήκοντα με τρόπο που να λαμβάνειστο μέγιστο δυνατό τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στουςαντίστοιχους τομείς και λαμβάνει υπόψη της τα αντίστοιχα εποπτικά εργαλεία και εποπτικές πρακτικέςπου έχουν αναπτυχθεί ή προτείνονται ως βέλτιστααπό την ΕΑΑΕΣ.

3. Η Εποπτική Αρχή συμμετέχει σε όλες τις εργασίες,δράσεις και δραστηριότητες, καθώς και σε όλες τιςαναγκαίες επιτροπές, υποεπιτροπές και ομάδες εργασίας της ΕΑΑΕΣ που σχετίζονται με τις αρμοδιότητέςτης δυνάμει του παρόντος νόμου.

4. Η Εποπτική Αρχή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τα πρότυπα που εκδίδονται από την ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τις διατάξεις τουΚανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ιδίως την περίπτωσηα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 8 και το άρθρο 16 του κανονισμού, και εκδίδει σχετικές αποφάσεις πουδημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καιαιτιολογεί στην ΕΑΑΕΣ τυχόν μη συμμόρφωση.

Διαβάστε περισσότερα..

ΕΝΟΤΗΤΑ 6: ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΛΕΓΚΤΩΝ

Άρθρο 47: Υποχρεώσεις των εξωτερικών εμπειρογνωμόνωνκαι των προσώπων που είναι επιφορτισμέναμε τον νόμιμο έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων −Καθήκοντα Ελεγκτών

(άρθρο 72 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Οι ορκωτοί ελεγκτές−λογιστές και οι ελεγκτικέςεταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών−λογιστώνπου διενεργούν είτε τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων τωνασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είτεκάθε άλλη νόμιμη αποστολή, υποχρεούνται, αναφορι−κά με την επιχείρηση που ελέγχουν, να γνωστοποιούνχωρίς υπαίτια βραδύτητα στην Εποπτική Αρχή κάθεαπόφαση ή γεγονός που περιήλθε σε γνώση τους κατάτην άσκηση του έργου τους, εφόσον αυτή η απόφασηή το γεγονός είναι δυνατόν:

α) να αποτελεί ουσιώδη παράβαση των νομοθετικώνή κανονιστικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν ειδικά την άσκησηεργασιών ασφάλισης ή αντασφάλισης,

β) να θίξει τη συνέχεια της λειτουργίας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης,

γ) να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των οικονομικών της καταστάσεων ή σε διατύπωση επιφυλάξεωνεπ’ αυτών,

δ) να οδηγήσει σε μη συμμόρφωση με την ΚεφαλαιακήΑπαίτηση Φερεγγυότητας,

ε) να οδηγήσει σε μη συμμόρφωση με την ΕλάχιστηΚεφαλαιακή Απαίτηση.Η ίδια υποχρέωση ενημέρωσης της Εποπτικής Αρχής ισχύει για τα ως άνω πρόσωπα όσον αφορά στα γεγονότα και στις αποφάσεις των οποίων έλαβαν γνώση στοπλαίσιο διενέργειας του αναφερόμενου στην παρούσαπαράγραφο έργου τους σε επιχείρηση που διατηρείστενούς δεσμούς κατά την έννοια της παραγράφου 17 του άρθρου 3 του παρόντος, με την ασφαλιστική ήαντασφαλιστική επιχείρηση, απορρέοντες από δεσμό ελέγχου.

2. Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας τηςεποπτείας που ασκείται από την Εποπτική Αρχή μετον παρόντα νόμο και σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3693/2008 για τους υποχρεωτικούς ελέγχουςτων ετήσιων και ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων:

α) Οι ορκωτοί ελεγκτές−λογιστές και οι εταιρείεςκαι κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών−λογιστών πουδιενεργούν είτε τον τακτικό έλεγχο των ετήσιων καιενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ασφαλιστικήςή αντασφαλιστικής επιχείρησης είτε κάθε άλλη νόμιμηαποστολή ενημερώνουν την Εποπτική Αρχή, μετά απόσχετική πρόσκληση αυτής που απευθύνεται και στην ενλόγω επιχείρηση, σχετικά με τις κυριότερες διαπιστώσεις ή ευρήματα του ελέγχου τα οποία:

αα) αξιολογήθηκαν ως ουσιώδη από τους ορκωτούςελεγκτές−λογιστές και ετέθησαν υπόψη των αρμόδιωνδιοικητικών οργάνων ή αρμόδιων στελεχών της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης,

αβ) αφορούν την αποτελεσματικότητα και επάρκεια του συστήματος διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ήαντασφαλιστικής επιχείρησης σε σχέση με τη σύνταξητων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων ή την έκθεσητου άρθρου 38 του παρόντος,

αγ) αφορούν στοιχεία ενοποιούμενων στις οικονομικές καταστάσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικήςεπιχείρησης που προέκυψαν από τον έλεγχο και πουεπηρεάζουν αρνητικά, σε σημαντικό βαθμό, τις οικονομικές καταστάσεις της ή την έκθεση του άρθρου 38 του παρόντος.

β) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά την κρίση της Εποπτικής Αρχής, η ενημέρωση που αναφέρεται στηνπροηγούμενη περίπτωση α΄, πραγματοποιείται εκτάκτως και σε διμερή βάση, με τη συμμετοχή εκπροσώπωντης Εποπτικής Αρχής και των ορκωτών ελεγκτών−λογιστών, μετά από σχετική ενημέρωση της ασφαλιστικήςή αντασφαλιστικής επιχείρησης την οποία αφορά οέλεγχος.

3. Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στην ΕποπτικήΑρχή γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος από τα πρόσωπαπου ορίζονται στην παράγραφο 1 αυτού δεν αποτελείπαράβαση τυχόν υποχρεώσεών τους ως προς τον περιορισμό γνωστοποίησης πληροφοριών που καθιερώνονται με σύμβαση ή νομοθετική, κανονιστική ή διοικητικήδιάταξη, ούτε επιφέρει καμία ευθύνη για τα πρόσωπααυτά.

4. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονταιεπιπρόσθετα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος και τίθενταιεπιπρόσθετες αρμοδιότητες στα πρόσωπα αυτά καικαθορίζεται ο χρόνος των τακτικών συναντήσεων τηςπερίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΖΗΜΙΩΝ

Άρθρο 48 Άσκηση των δραστηριοτήτων ασφάλισηςζωής και ζημιών

(άρθρο 73 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Για ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδαπου συνιστώνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος,η άδεια λειτουργίας χορηγείται αποκλειστικά για τηνάσκηση είτε ασφαλίσεων κατά ζημιών είτε ασφαλίσεωνζωής.2. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στην παράγραφο1 του παρόντος και με την προϋπόθεση ότι κάθε δραστηριότητα τελεί υπό χωριστή διαχείριση, σύμφωνα μετο άρθρο 49 του παρόντος:

α) οι επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας προκειμένου να ασκήσουν δραστηριότητεςασφάλισης ζωής, δικαιούνται επίσης να λαμβάνουνάδεια για δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών γιατους κινδύνους που εμπίπτουν μόνο στους κλάδους 1 «Ατυχήματα» και 2 «Ασθένειες» της παραγράφου 1 τουάρθρου 4 του παρόντος, χωρίς περαιτέρω δυνατότηταεπέκτασης της άδειας σε λοιπούς κλάδους ασφάλισηςκατά ζημιών.

β) οι επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας αποκλειστικά για τους κινδύνους που εμπίπτουν στους κλάδους 1 «Ατυχήματα» και 2 «Ασθένειες»της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, δικαι−ούνται να λαμβάνουν άδεια προκειμένου να ασκήσουνδραστηριότητες ασφάλισης ζωής, χωρίς περαιτέρω δυνατότητα επέκτασης της άδειας σε λοιπούς κλάδουςασφάλισης κατά ζημιών.

3. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος τηρούν τους λογιστικούς κανόνες οιοποίοι διέπουν τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής για τοσύνολο των δραστηριοτήτων τους. Όσον αφορά τουςκανόνες περί εκκαθαρίσεως, οι ως άνω επιχειρήσειςπρέπει να εφαρμόζουν τους ίδιους κανόνες με τις επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής, για τις δραστηριότητές τουςπου έχουν σχέση με τους κινδύνους που υπάγονταιστους κλάδους 1 «Ατυχήματα» και 2 «Ασθένειες» τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

4. Εάν μια ασφαλιστική επιχείρηση κατά ζημιών έχειοικονομικούς, εμπορικούς ή διοικητικούς δεσμούς μεασφαλιστική επιχείρηση ζωής, η Εποπτική Αρχή μεριμνά, ώστε οι λογαριασμοί των εν λόγω επιχειρήσεωννα μην νοθεύονται από συμφωνίες μεταξύ τους ούτεαπό οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση ικανή να επηρεάσει τηνκατανομή των εξόδων και εσόδων.

5. Οι επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα οι οποίες,κατά την 1η Ιανουαρίου 1981, ασκούσαν ταυτοχρόνωςδραστηριότητες ασφάλισης ζωής και κατά ζημιών καιοι οποίες εμπίπτουν στον παρόντα νόμο δικαιούνται νασυνεχίσουν να τις ασκούν ταυτοχρόνως, υπό τον όροότι κάθε δραστηριότητα τελεί υπό διακριτή διαχείριση,σύμφωνα με το άρθρο 49 του παρόντος.

6. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύ−εται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εξειδικεύονταιοι απαιτήσεις της παραγράφου 4 του παρόντος.

Διαβάστε περισσότερα..

(άρθρο 74 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

1. Η κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 48 του παρόντος διακριτή διαχείριση οργανώνεται κατά τρόπο ώστε οιδραστηριότητες ασφάλισης ζωής να είναι διακριτές απότις δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών.Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσειςμεριμνούν ώστε τα αντίστοιχα συμφέροντα των ασφαλισμένων ζωής και κατά ζημιών δεν βλάπτονται και, ιδίως,μεριμνούν ώστε τα κέρδη που προκύπτουν από τηνασφάλιση ζωής να ωφελούν αποκλειστικά τους ασφαλισμένους ζωής ως εάν η ασφαλιστική επιχείρηση ναασκούσε δραστηριότητες μόνον ασφάλισης ζωής.

2. Με την επιφύλαξη των άρθρων 76 και 101 του παρόντος, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονταιστις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 48 του παρόντος, καθώς και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 269 τουπαρόντος υπολογίζουν τα δύο ακόλουθα:

α) ένα θεωρητικό ποσό για την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση ζωής όσον αφορά στις δραστηριότητεςασφάλισης ή αντασφάλισης ζωής, υπολογιζόμενο ωςεάν η εν λόγω επιχείρηση ασκούσε μόνον αυτή τη δραστηριότητα, με βάση τους διακριτούς λογαριασμούςπου αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος και

β) ένα θεωρητικό ποσό για την Ελάχιστη ΚεφαλαιακήΑπαίτηση όσον αφορά στις δραστηριότητες ασφάλισης ή αντασφάλισης ζημιών, υπολογιζόμενο ως εάν ηεν λόγω επιχείρηση ασκούσε μόνον αυτή τη δραστηριότητα, με βάση τους διακριτούς λογαριασμούς πουαναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος.

3. Κατ’ ελάχιστο όριο, οι ασφαλιστικές επιχειρήσειςπου αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 48 του παρόντος, καθώς και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 τουάρθρου 269 του παρόντος καλύπτουν τα ακόλουθα μεισοδύναμο ποσό στοιχείων επιλέξιμων βασικών ιδίωνκεφαλαίων:

α) το θεωρητικό ποσό για την Ελάχιστη ΚεφαλαιακήΑπαίτηση, όσον αφορά στις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής,

β) το θεωρητικό ποσό για την Ελάχιστη ΚεφαλαιακήΑπαίτηση, όσον αφορά στις δραστηριότητες ασφάλισηςκατά ζημιών.Τα ελάχιστα όρια των οικονομικών υποχρεώσεων πουαναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σχετικά με τις δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ασφάλισης κατά ζημιών,δεν βαρύνουν την άλλη δραστηριότητα.

4. Εφόσον πληρούνται τα ελάχιστα όρια των οικονομικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος, και με την επιφύλαξη της ενημερώσεωςτης Εποπτικής Αρχής, η επιχείρηση δύναται να χρησιμοποιεί, για την κάλυψη της Κεφαλαιακής ΑπαίτησηςΦερεγγυότητας που ορίζεται στο άρθρο 76 του παρόντος, συγκεκριμένα στοιχεία των επιλέξιμων ιδίωνκεφαλαίων, που είναι ακόμη διαθέσιμα για τη μία ή τηνάλλη δραστηριότητα.

5. Η Εποπτική Αρχή εντάσσει την ανάλυση των αποτελεσμάτων τόσο των δραστηριοτήτων ασφάλισης ζωήςόσο και ασφάλισης κατά ζημιών στη διαδικασία τηςεποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 25 του παρόντος και μεριμνά για την τήρηση των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος.

6. Οι λογαριασμοί πρέπει να συντάσσονται κατά τρό−πο ώστε να απεικονίζουν τις πηγές των αποτελεσμά−των για τις δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής και κατάζημιών ξεχωριστά. Το σύνολο των εσόδων, ιδίως ταασφάλιστρα, οι καταβολές των αντασφαλιστών και ταέσοδα από επενδύσεις, όπως και των εξόδων, ιδίως οιδιακανονισμοί ασφαλιστικών αποζημιώσεων, οι προσαυ−ξήσεις στις τεχνικές προβλέψεις, τα αντασφάλιστρα καιοι δαπάνες λειτουργίας για τις ασφαλιστικές εργασίες,αναλύονται κατά πηγή προελεύσεως. Τα κοινά και γιατις δύο δραστηριότητες στοιχεία καταχωρούνται στουςλογαριασμούς σύμφωνα με μεθόδους κατανομής αποδεκτές από την Εποπτική Αρχή. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επί τη βάσει των λογαριασμών, συντάσσουν κατάσταση στην οποία εμφανίζονταιαναλυτικά, σύμφωνα με το άρθρο 75 παράγραφος 4 τουπαρόντος, τα στοιχεία των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν κάθε θεωρητικό ποσό Ελάχιστης Κεφαλαιακής Απαίτησης της παραγράφου 2 του παρόντος.

7. Σε περίπτωση ανεπάρκειας του ποσού των στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίων κεφαλαίων όσοναφορά μία από τις δραστηριότητες, προκειμένου νακαλυφθούν τα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεωνπου αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του παρόντος, η Εποπτική Αρχή εφαρμόζει, για την ελλειμματική δραστηριότητα, τα μέτρα που προβλέπονταιστον παρόντα νόμο, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματατης άλλης δραστηριότητας.Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3, τα μέτρα αυτά δύνανται νασυνίστανται και στη χορήγηση αδείας για μεταφοράσυγκεκριμένων στοιχείων των επιλέξιμων βασικών ιδίωνκεφαλαίων από τη μία δραστηριότητα στην άλλη μετάαπό έγκριση της Εποπτικής Αρχής.

8. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, που δημοσιεύ−εται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονταιο τρόπος και το περιεχόμενο της ενημέρωσης της παραγράφου 4 του παρόντος, οι λογαριασμοί, οι μέθοδοικατανομής και το

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΤΟΥ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ, ΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ, ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ, ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ, ΤΗΝ ΕΛΑΧΙΣΤΗΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣΕΝΟΤΗΤΑ 1ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ

Άρθρο 50: Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού

(άρθρο 75 της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ)

Oι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσειςαποτιμούν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις, τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού ως ακολούθως:

α) τα στοιχεία του ενεργητικού αποτιμώνται στο ποσόγια το οποίο μπορούν να μεταβιβαστούν μεταξύ συναινούντων, επαρκώς πληροφορημένων μερών και μεόρους αγοράς, και

β) τα στοιχεία του παθητικού αποτιμώνται στο ποσόγια το οποίο μπορούν να μεταβιβαστούν ή διακανονιστούν μεταξύ συναινούντων, επαρκώς πληροφορημένωνμερών και με όρους αγοράς. Κατά την αποτίμηση των στοιχείων του παθητικού,δεν γίνεται καμία προσαρμογή προκειμένου να ληφθείυπόψη η ίδια πιστωτ&io