Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

Αστικός Κώδικας

www.freelaw.gr
Αστικός Κώδικας
Είδος Νόμου: 
Τυπικός Νόμος
Έτος: 
1940

Εδώ θα βρείτε το κείμενο του Αστικού Κώδικα (δημοτική γλώσσα: ΠΔ 456/1984), ισχύει σήμερα με τις όλες τις τροποιήσεις.

Νόμοι που τροποποίησαν το Αστικό Κώδικα ανά έτος:

Ν. 4356/2015

Ν. 4268/2014

Ν. 4139/2013, Ν 4182/2013 (1865, 1866, 1869 ΑΚ)

Ν. 4077/2012, Ν 4055/2012

Ν. 3853/2010

Ν. 3089/2002, Ν. 2915/2001, Ν. 2251/1994

Όλους τους σχετικούς νόμους θα τους βρείτε στο τέλος της σελίδας

AttachmentSize
pd_456_1984.compressed.pdf4.2 MB

Άρθρα νόμου

Αστικός Κώδικας

Βιβλίο Πρώτο

Γενικές Αρχές

Κεφάλαιο Πρώτο

Οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα

Διαβάστε περισσότερα..

Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ιδιωτική βούλη­ση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή κανόνων δη­μόσιας τάξης.

Διαβάστε περισσότερα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο

Ο αλλοδαπός απο­λαμβάνει τα αστικά δικαιώματα του ημεδαπού.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ικανότητα δικαίου του φυ­σικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αφάνεια διέπεται από το δίκαιο της ι­θαγένειας.

Ελληνικό δικαστήριο μπορεί να κηρύξει άφαντο αλλο­δαπό, αν πριν από την εξαφάνισή του κατοικούσε ή διέ­μενε στην Ελλάδα ή εφόσον έχει περιουσία στην Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ικανότητα για δικαιοπραξία ρυθμίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας.

Διαβάστε περισσότερα..

Η στέρηση, καθώς και κάθε άλλος περιορισμός της δικαιοπρακτικής ικανότητας με δικαστική απόφαση ρυθμί­ζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου το ο­ποίο αφορούν αυτά τα μέτρα.

Ελληνικό δικαστήριο μπορεί να υποβάλει σε καθεστώς στέρησης ή περιορισμού της δικαιοπρακτικής του ικανότη­τας αλλοδαπό που έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλά­δα. Αν ο αλλοδαπός απλώς διαμένει ή έχει περιουσία στην Ελλάδα, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα.

Η διάταξη όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 14 του Ν. 2447/1996.

Διαβάστε περισσότερα..

Αλ­λοδαπός που επιχειρεί στην Ελλάδα δικαιοπραξία για την οποία είναι ανίκανος κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του, θε­ωρείται ικανός να την επιχειρήσει, αν κατά το ελληνικό δί­καιο έχει αυτή την ικανότητα. Η διάταξη αυτή δεν εφαρ­μόζεται στις δικαιοπραξίες οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου ούτε στις εμπράγματες δικαιοπραξίες για ακίνητα που βρίσκονται έξω από την Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο τύπος εμπράγματης δικαιοπραξίας ρυθμίζεται από το δίκαιο της τοποθεσίας του πράγματος.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του γά­μου ρυθμίζονται και για τα δυο πρόσωπα που πρόκειται να παντρευτούν από το δίκαιο της ιθαγένειας ενός απ' αυτά. Ο τύπος του γάμου ρυθμίζεται είτε κατά το δίκαιο της ιθαγενείας ενός από τα πρόσωπα που πρόκειται να παντρευτούν, είτε κατά το δίκαιο του τόπου όπου τελείται.

2. Όταν τα πρόσωπα που πρόκειται να παντρευτούν ή το ένα απ' αυτά είναι Έλληνες και ο γάμος τελείται στο ε­ξωτερικό, η δήλωση του άρθρου 1367 του Αστικού Κώδικα μπορεί να γίνει και στην ελληνική προξενική αρχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι προ­σωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά: 1. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, 2. από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους, 3. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων διέπονται από το δί­καιο που ρυθμίζει τις προσωπικές σχέσεις τους αμέσως μετά την τέλεση του γάμου.

+3171_2003

 

Διαβάστε περισσότερα..

Το δια­ζύγιο και ο δικαστικός χωρισμός ρυθμίζονται από το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων κατά την έναρξη της διαδικασίας του διαζυγίου ή του χωρισμού.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ιδιότητα τέ­κνου ως γεννημένου σε γάμο κρίνεται κατά το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές σχέσεις της μητέρας και του συζύ­γου της κατά το χρόνο της γέννησης του τέκνου ή, αν ο γάμος τους έχει λυθεί πριν από την γέννηση, κατά το χρόνο της λύσης του γάμου.

+ Σύμφωνο Συμβίωσης

Διαβάστε περισσότερα..

Οι σχέσεις με­ταξύ γονέων και τέκνου ρυθμίζονται κατά σειρά:

1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους,

2. από το δί­καιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους,

3. α­πό το δίκαιο της ιθαγένειας του τέκνου.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι σχέσεις μητέρας και τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του ρυθμίζονται κατά σειρά:

1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους,

2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους,

3. από το δί­καιο της ιθαγένειας της μητέρας.

+ σύμφωνο συμβίωσης

Διαβάστε περισσότερα..

Οι σχέσεις πατέρα και τέκνου που γεννήθηκε χω­ρίς γάμο των γονέων του ρυθμίζονται κατά σειρά:

1. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής ιθαγένειάς τους,

2. από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους διαμονής τους,

3. από το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέρα.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι σχέσεις μητέρας και πατέρα τέκνου που γεν­νήθηκε χωρίς γάμο τους ρυθμίζονται κατά σειρά από το δίκαιο της τελευταίας κατά τη διάρκεια της κύησης κοινής τους ιθαγένειας, συνήθους διαμονής ή απλής διαμονής.

Διαβάστε περισσότερα..

Η εξομοίωση τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του με επιγενόμενο μεταξύ τους γάμο, προς τέκνο γεννημένο σε γάμο, ρυθμίζεται από το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων αμέσως μετά την τέλεση του γάμου.

Η εξομοίωση με πράξη της αρχής ρυθμίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέ­ρα κατά το χρόνο της πράξης ή, αν αυτή επιχειρείται μετά το θάνατο του πατέρα, κατά το χρόνο του θανάτου του.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.

Οι σχέσεις μεταξύ του ή των θετών γονέων και του θετού τέκνου ρυθμίζονται κατά σειρά:

1.  από το δίκαιο της τελευταίας κοινής τους ιθαγένει­ας κατά τη διάρκεια της υιοθεσίας,

2.  από το δίκαιο της τελευταίας κοινής συνήθους δια­μονής τους κατά τη διάρκεια της υιοθεσίας,

3.  από το δίκαιο της ιθαγένειας την οποία είχε ο θετός γονέας κατά την τέλεση της υιοθεσίας και, σε περίπτωση υιοθεσίας από συζύγους, από το δίκαιο που διέπει τις προσωπικές τους σχέσεις.

(Το άρθρο 23 τροποποιήθηκε ως έχει από το άρθρο 2 του Ν. 2447/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Η επιτροπεία και κάθε άλλη επιμέλεια διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προ­σώπου το οποίο αφορούν.

Ελληνικό δικαστήριο μπορεί να διορίσει επίτροπο ή άλλο επιμελητή για αλλοδαπό που έχει τη συνήθη δια­μονή του στην Ελλάδα.

Αν ο αλλοδαπός απλώς διαμένει ή έχει περιουσία στην Ελλάδα μπορούν να ληφθούν μό­νο ασφαλιστικά μέτρα.

Αν χρειάζεται να διοριστεί επιμελητής, επειδή είναι αβέβαιο ποιος είναι ο κύριος μιας υπόθεσης ή γιατί αυτός απουσιάζει και είναι άγνωστη η διαμονή του, εφαρμό­ζεται το δίκαιο του τόπου του δικαστηρίου.

(Το άρθ. 24 τροποποιήθηκε ως έχει από το άρθρο 14 του Ν. 2447/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Οι ενοχές από σύμ­βαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβλη­θεί τα μέρη.

Αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι ενοχές από σύμ­βαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβλη­θεί τα μέρη.

Αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.

Διαβάστε περισσότερα..

Η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά ή ακίνητα πράγ­ματα ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου βρίσκονται.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε.

Διαβάστε περισσότερα..

Η α­πόκτηση και η απώλεια από ένα πρόσωπο της ιθαγένειας μιας πολιτείας ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας αυτής.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφόσον ο νόμος δεν καθιερώνει άλλη ρύθμι­ση, αν το πρόσωπο δεν έχει ιθαγένεια, εφαρμόζεται στη θέση του δικαίου της ιθαγένειας το δίκαιο της συνήθους διαμονής και, αν δεν έχει συνήθη διαμονή, το δίκαιο της απλής διαμονής.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το πρόσωπο έχει ελληνική και ξένη ιθαγένεια, ως δίκαιο της ιθαγένειας ε­φαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο.

Αν το πρόσωπο έχει πολλαπλή ξένη ιθαγένεια, εφαρ­μόζεται το δίκαιο της πολιτείας με την οποία συνδέεται στενότερα.

Διαβάστε περισσότερα..

Στο αλλοδαπό δίκαιο που πρέπει να εφαρμοστεί δεν περιλαμβάνονται και οι κανό­νες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου της αλλοδαπής πολιτείας.

Διαβάστε περισσότερα..

Διάταξη άλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, αν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή γενικά στη δημόσια τάξη.

Διαβάστε περισσότερα..

Το πρόσω­πο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του.

Διαβάστε περισσότερα..

 

Το πρόσω­πο αρχίζει να υπάρχει μόλις γεννηθεί ζωντανό και παύει να υπάρχει με το θάνατό του.

Διαβάστε περισσότερα..

Ως προς τα δικαιώματα που του επάγονται το κυ­οφορούμενο θεωρείται γεννημένο, αν γεννηθεί ζωντανό.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος ισχυρίζεται, για να ασκήσει δικαίωμα, ότι ένα πρόσωπο ζει ή πέθανε, ή ότι σε ορισμένη εποχή ζούσε ή ότι επέζησε από κάποιον άλλο, οφείλει να το αποδείξει.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν περισσότεροι έχουν πεθάνει και δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο ένας επέζησε από κάποιον άλλο, τεκ- μαίρεται ότι όλοι πέθαναν ταυτόχρονα.

Διαβάστε περισσότερα..

Θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί ο θάνατος προσώ­που που το σώμα του δεν βρέθηκε, αν εξαφανίστηκε υπό συνθήκες που κάνουν το θάνατό του βέβαιο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο θάνατος προσώπου είναι πολύ πιθανός, επειδή εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής, ή επειδή λείπει πολύ καιρό χωρίς ειδήσεις, το δικα­στήριο τον κηρύσσει άφαντο ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε εξαρτά δικαιώματα από το θάνατό του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η κήρυξη της αφάνειας δεν μπορεί να ζητηθεί πριν από την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους από τη στιγμή του κινδύνου, και, αν ήταν παρατεταμένος, από την τελευταία στιγμή του, ή πέντε τουλάχιστον ετών από την τελευταία είδηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αίτηση για την κή­ρυξη της αφάνειας δικάζεται από το δικαστήριο της τε­λευταίας στην Ελλάδα κατοικίας ή διαμονής του προσώ­που που εξαφανίστηκε, και αν δεν υπάρχει, από το δικα­στήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η αίτηση κριθεί βάσιμη, το δικαστήριο διατά­ζει να δημοσιευθεί στον τύπο περίληψή της και ορίζει τον τρόπο της δημοσίευσης.
Η περίληψη περιέχει: 1. το όνομα, το επώνυμο, το επάγγελμα και την κατοικία του αιτούντος και εκείνου που εξαφανίστηκε, 2. πρόσκληση προς εκείνον που εξα­φανίστηκε ή οποιονδήποτε άλλο να δώσει πληροφορίες σχετικά με τη ζωή ή το θάνατο αυτού που εξαφανίστηκε μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Η προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα χρόνο από την τελευταία δη­μοσίευση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αφού περάσει η προθεσμία που αναφέρεται στη δημοσίευση, το δικαστήριο δικάζει την αίτηση και μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως κάθε απόδειξη καθώς και την ένορκη εξέταση του αιτούντος.
Αν κριθεί ότι τα γεγονότα που αναφέρει η αίτηση για την αφάνεια αποδείχθηκαν, η απόφαση κηρύσσει την α- φάνεια, καθορίζει από πότε αρχίζει και καταλογίζει τα δι­καστικά έξοδα και τέλη στην περιουσία του άφαντου.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά τη διάρκεια της δίκης της αφάνειας εμφανιστεί αυτός που είχε εξα­φανιστεί ή φτάσουν ειδήσεις γι’ αυτόν ή αποδειχθεί ο θάνατός του, η αίτηση απορρίπτεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Ύστερα από αίτηση ό­ποιου έχει έννομο συμφέρον το δικαστήριο μπορεί να άρει την κατάσταση της αφάνειας, ή να μεταβάλει το χρό­νο της έναρξής της. Στη δίκη κλητεύεται και εκείνος που είχε ζητήσει να κηρυχθεί η αφάνεια ή, αν έχει πεθάνει ή κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του, ο εισαγγελέας.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απόφαση που κηρύσσει την αφάνεια; καθώς και αυτή που αίρει την κα­τάσταση της αφάνειας ή που μεταβάλει το χρόνο της έναρξής της δημοσιεύεται, όταν γίνει τελεσίδικη, σύμφω­να με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 και από τη δημο­σίευση ισχύει για όλους. Για το γεγονός που βεβαιώνει η απόφαση συντάσσεται ληξιαρχική πράξη ή γίνεται αντί­στοιχη σημείωση πάνω σ' αυτήν.

Διαβάστε περισσότερα..

Μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης που κηρύσ­σει την αφάνεια, εφ’ όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, μπορούν να ασκηθούν όλα τα δικαιώματα που εξαρτώνται από το θάνατο του άφαντου σαν να είχε αποδειχθεί ο θάνατος.Τα αποτελέσματα της κήρυξης της αφάνειας αρχίζουν από το χρόνο που σύμφωνα με την απόφαση άρχισε η α- φάνεια.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι κληρονόμοι και οι κληροδόχοι της περιούσιας του άφαντου έχουν υποχρέωση να δώσουν ασφάλεια για την ενδεχόμενη απόδοση της περιουσίας σε επικρατέστε­ρους δικαιούχους ή στον άφαντο. Όσοι ασκούν οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα που εξαρτάται από το θάνατο του άφα­ντου μπορούν να υποχρεωθούν σε ασφάλεια. Η ασφάλεια αίρεται όταν περάσουν δέκα χρόνια από τότε που η περι­ουσία παραδόθηκε στους κληρονόμους ή τους κληροδό­χους ή από τότε που ασκήθηκε άλλο δικαίωμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν εμφανιστεί ο άφαντος ή αναγνωριστεί ότι τρίτοι έχουν επικρατέστερα δικαιώματα, αυτοί που άσκησαν δικαί­ωμα από την κήρυξη της αφάνειας έχουν υποχρέωση να αποδώσουν ό,τι πήραν. Αν πρόκειται νια κληρονομιά, ε­φαρμόζονται οι διατάξεις για την αγωγή περί κλήρου.

Διαβάστε περισσότερα..

Το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του. Κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μια κατοι­κίες. Για τις υποθέσεις που αναφέρονται στην άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος που ασκεί το επάγγελμά του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η κατοικία διατηρείται ωσότου αποκτηθεί νέα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν μπορεί να αποδειχθεί η τελευταία κατοικία του προσώπου, ως κατοικία θεωρείται ο τόπος της διαμονής του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτοί που έχουν διοριστεί σε ισόβια δημόσια υπηρεσία έχουν κατοικία τον τόπο όπου υ­πηρετούν.

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθρο 2Ν. 1329/1983).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο ανήλικος που τελεί υπό γονική μέριμνα έχει κα­τοικία την κατοικία των γονέων του ή του γονέα που ασκεί μόνος του τη γονική μέριμνα. Αν τη γονική μέριμνα ασκούν και οι δύο γονείς χωρίς να έχουν την ίδια κατοικία, ο ανήλι­κος έχει κατοικία την κατοικία του γονέα με τον οποίο συν­ήθως διαμένει.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δι­καίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επα- ναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει, το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη.
Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν σ' αυτόν που δικαι­ούται να φέρει ένα όνομα αμφισβητείται από άλλον το δικαί­ωμα αυτό, ή αν κάποιος χρησιμοποιεί παράνομα ορισμένο όνομα, ο δικαιούχος ή εκείνος που βλάπτεται, μπορεί να ζη­τήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα και με τις διατά­ξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περι­πτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσ­βληθεί και αφού λάβει υπ' όψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιή­σει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανο­ποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δη­μοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Ό­ποιος προσβάλλεται παράνομα στο αποκλειστικό δικαίωμά του επάνω στα προϊόντα της διάνοιάς του έχει δικαίωμα να απαιτήσει κατά τους όρους του νόμου, να αρθεί η προσβο­λή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Ένωση προσώ­πων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης σύνολο περιούσιας που έχει ταχθεί στην εξυπηρέτηση ορι­σμένου σκοπού, μπορούν να αποκτήσουν προσωπικότητα (νομικό πρόσωπο), αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος.
 

Διαβάστε περισσότερα..

Η ικανότητα του νομικού προσώπου δεν εκτείνεται σε έννομες σχέσεις που προ­ϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συστατική πράξη, το καταστατικό ή ο οργανισμός του νομικού προσώπου συντάσσονται εγγράφως.

Διαβάστε περισσότερα..

Το νομικό πρόσωπο, αν στη συστατική πράξη ή στο καταστατικό δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει ως έδρα τον τόπο όπου λειτουργεί η διοίκησή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Το νομικό πρόσωπο διοικείται από έ­να ή περισσότερα πρόσωπα. Όταν η διοίκηση είναι πο­λυμελής, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο στη συστατική πράξη ή στο καταστατικό, οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυ­τη πλειοψηφία των παρόντων.

Διαβάστε περισσότερα..

Μέλος της διοίκησης δεν δικαιούται να ψηφίσει, αν η απόφαση αφορά την επιχείρηση δικαιοπραξίας ή την έγερση ή την κατάργηση δίκης μεταξύ του νομικού προσώπου και του μέλους ή του συζύγου του ή εξ αίμα­τος συγγενούς του ως και τον τρίτο βαθμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει τη διοίκη­ση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα. Υποκατάσταση απαγορεύεται εφ’ όσον η συστατική πράξη ή το καταστα­τικό δεν ορίζει διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

Η έκταση της εξουσίας εκείνου που έχει τη διοί­κηση προσδιορίζεται από τη συστατική πράξη ή το κατα­στατικό’ ο προσδιορισμός αυτός ισχύει και για τους τρί­τους. Με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό ορισμένες υποθέσεις μπορούν να ανατεθούν σε ιδιαίτερο πρόσω­πο. Η εξουσία του, σε περίπτωση αμφιβολίας, εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αντιπροσώπευση και την εντολή.

Διαβάστε περισσότερα..

«Αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, ο ειρηνοδίκης διορίζει προσωρινή διοίκηση^ ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.» ( )

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρε­ώνουν το νομικό πρόσωπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλήψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφ’ όσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον.

Διαβάστε περισσότερα..

Μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει.

Διαβάστε περισσότερα..

«Αν ο νόμος ή η συστατική πράξη ή το καταστατι­κό δεν ορίζουν διαφορετικά ή το αρμόδιο όργανο δεν απο­φάσισε διαφορετικά, η εκκαθάριση γίνεται από εκείνους που έχουν τη διοίκηση του νομικού προσώπου. Αν δεν υ­πάρχουν, ο ειρηνοδίκης διορίζει έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές.» ( )( Για την κατά τόπον αρμοδιότητα και την τηρητέα διαδικασία βλ. άρθρ. 739 επ. και 786 Κ.Πολ.Δ.).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκκαθαριστής ενεργά ως διοικητής του νομικού προσώ­που. Η εξουσία του περιορίζεται στις ανάγκες της εκκαθάρισης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκκαθαριστής ευθύνεται να αποζημιώσει τους δανειστές του νομικού προσώπου για κάθε υπαί­τια παράβαση των υποχρεώσεών του. Περισσότεροι εκκαθαριστές ευθύνονται εις ολόκληρον.

Διαβάστε περισσότερα..

Η εκκαθάριση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη δικαστική εκκαθάριση κληρονομιάς, που εφαρμό­ζονται αναλόγως.

Διαβάστε περισσότερα..

Η περιουσία νομικού προσώπου που διαλύθηκε, αν ο νό­μος ή η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει δια­φορετικά ή το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε διαφορετι­κά, περιέρχεται στο δημόσιο. Το δημόσιο έχει την υποχρέ­ωση να εκπληρώσει το σκοπό του νομικού προσώπου με την περιουσία αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Ένωση προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό αποκτά προσωπικότητα όταν εγ­γράφει σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (σωματείο) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί σωματείο χρειάζονται είκοσι τουλάχιστον πρόσωπα.

Διαβάστε περισσότερα..

Για την εγγραφή του σωματείου στο βιβλίο οι ιδρυτές ή η διοί­κηση του σωματείου υποβάλλουν αίτηση στο πρωτοδικείο. Στην αίτηση επισυνάπτονται η συστατική πράξη, τα ονό­ματα των μελών της διοίκησης και το καταστατικό με τις υ­πογραφές των μελών και με χρονολογία.

Διαβάστε περισσότερα..

Το καταστατικό, για να είναι έγκυρο, πρέπει να καθορίζει: 1. το σκοπό, την επω­νυμία και την έδρα του σωματείου, 2. τους όρους της εισόδου, της αποχώρησης και της αποβολής των μελών, καθώς και τα δι­καιώματα και τις υποχρεώσεις τους, 3. τους πόρους του σω­ματείου, 4. τον τρόπο της δικαστικής και της εξώδικης αντιπρο­σώπευσης του σωματείου, 5. τα όργανα της διοίκησης του σωματείου, καθώς και τους όρους με τους οποίους καταρτίζεται και λειτουργεί η διοίκηση και παύονται τα όργανά της, 6. τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφα­σίζει η συνέλευση των μελών, 7. τους όρους για την τροποποίηση του καταστατικού, 8. τους όρους για τη διάλυση του σωματείου.

Διαβάστε περισσότερα..

«Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, ο ειρηνοδίκης διατάσσει: 1. να δημοσιευθεί στον τύπο περίληψη του καταστατικού με τα ουσιώδη στοιχεία του, 2. να εγγράφει το σωματείο στο βιβλίο των σωματείων. Η εγγραφή αυτή περιλαμβάνει το όνομα και την έδρα του σωματείου, τη χρονολογία του καταστατικού, τα μέλη της διοίκησης και τους όρους που την περιορίζουν. Το καταστατικό επικυρώνεται από τον ειρηνοδίκη, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου.»

Διαβάστε περισσότερα..

«Τη διάταξη του ειρηνοδίκη που απορρίπτει την αίτηση έχει δικαίωμα να ανακόψει μόνο εκείνος που την είχε υποβάλει. Τη διαταγή που δέχεται την αίτηση έχει δικαίωμα να ανακόψει μόνο ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπαγ- γέλτως ή κατόπιν αίτησης της εποπτεύουσας αρχής, καθώς και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον.»

Διαβάστε περισσότερα..

«Το σω­ματείο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγράφει στο βιβλίο. Η εγγραφή γίνεται αμέσως μετά την έκδοση της διαταγής του άρθρου 81».

Διαβάστε περισσότερα..

Κάθε τροποποίηση του καταστατικού ισχύει μόνο αφού εγγράφει στο βιβλίο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 79, 81 και 82.

0) Αρμόδιο για την εκδίκαση της ανακοπής το μονομελές (βλ. άρθρο 740 Κ.Πολ,Δ.)

 

Διαβάστε περισσότερα..

Η διάλυση του σωματείου, οπωσδήποτε και αν επέλθει, καθώς και τα ονόματα των εκκαθαριστών, σημειώνονται στο βιβλίο των σωματείων, δίπλα στην εγγραφή του. Η σημείωση γίνεται ύστερα από αίτηση της διοίκησης του σωματείου ή της αρχής που προκάλεσε τη διάλυσή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, η είσοδος νέων μελών επιτρέπεται πάντοτε.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα μέλη έχουν δικαίωμα να αποχωρήσουν από το σωματείο. Η αποχώρηση πρέπει να γνωστοποιείται τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη του λογιστικού έτους και ισχύει για το τέλος του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αποβολή μέλους επι­τρέπεται: 1. στις περιπτώσεις που προβλέπει το κα­ταστατικό, 2. αν υπάρχει σπουδαίος λόγος και το αποφασίσει η γενική συνέλευση. Το μέλος που έχει αποβληθεί έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο (1) μέσα σε δυο μήνες αφ’ ότου του γνωστοποιήθηκε η απόφαση, αν η αποβολή έγινε αντίθετα προς τους όρους του καταστατικού ή αν δεν υπήρχαν σπουδαίοι λόγοι για την αποβολή του.

  1. Βλ. άρθρα 3 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και 739, 740, 787 Κ.Πολ.Δ.

Διαβάστε περισσότερα..

Όλα τα μέλη του σωμα­τείου έχουν ίσα δικαιώματα. Ιδιαίτερα δικαιώματα απονέμονται ή αφαιρούνται με τη συναίνεση όλων των μελών.

Διαβάστε περισσότερα..

Όσοι έπαψαν να είναι μέλη του σωματείου δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην πε­ριουσία του. Οφείλουν να καταβάλουν την εισφορά τους ανάλογα με το χρόνο που παρέμειναν μέλη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ιδιότητα του μέλους, αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, δεν επιδέχεται αντιπροσώπευση και δεν μεταβιβάζεται ούτε κληρονομείται.

Διαβάστε περισσότερα..

Η διοίκηση του σωματείου, αν το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, αποτελείται από μέλη του σωματείου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου και αποφασίζει για κάθε υπόθεσή του που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Η συνέλευση, αν το κα­ταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, ιδίως εκλέγει τα πρόσωπα της διοίκησης, αποφασίζει για την είσοδο ή την αποβολή μέλους, εγκρίνει τον ισολογισμό, αποφασίζει για τη μεταβολή του σκοπού του σωματείου, για την τροποποίηση του καταστατικού και για τη διάλυση του σωματείου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συνέλευση έχει την εποπτεία και τον έλεγχο των οργάνων της διοίκησης και έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε να τα παύει, χωρίς να θίγεται το δικαίωμά τους να απαιτήσουν την αμοιβή που έχει συμφωνηθεί. Το καταστατικό δεν μπορεί να περιορίσει το δικαίωμα της συνέλευσης να παύει τα όργανα της διοίκησης για σπουδαίους λόγους και ιδίως για βαριά παράβαση των καθηκόντων τους ή για ανικανότητα να ασκήσουν την τακτική διαχείριση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η διοίκηση συγκαλεί τη συνέλευση στις περιπτώσεις που ορίζει το καταστατικό ή κάθε φορά που επιβάλλεται από το συμφέρον του σωματείου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συνέλευση συγκαλείται, αν το ζητήσει ο αριθ­μός μελών που προβλέπει το καταστατικό. Αν δεν υπάρ­χει τέτοια πρόβλεψη, τη σύγκληση μπορεί να ζητήσει το ένα πέμπτο των μελών με αίτηση όπου αναγράφονται τα θέματα που πρόκειται να συζητηθΗ συνέλευση συγκαλείται, αν το ζητήσει ο αριθ­μός μελών που προβλέπει το καταστατικό. Αν δεν υπάρ­χει τέτοια πρόβλεψη, τη σύγκληση μπορεί να ζητήσει το ένα πέμπτο των μελών με αίτηση όπου αναγράφονται τα θέματα που πρόκειται να συζητηθούν.
Αν η διοίκηση δεν εισακούσει την αίτηση, το Μονο­μελές Πρωτοδικείο (1) μπορεί να εξουσιοδοτήσει τους αιτούντες να συγκαλέσουν τη συνέλευση και να ρυθμίσει τα σχετικά με την προεδρία της. ούν.

  1. Βλ. άρθρα 3 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και 739, 740, 787 Κ.Πολ.Δ.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συνέλευση αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των μελών που είναι παρόντα. Απόφαση για θέμα που δεν αναγράφεται στην πρόσκληση είναι άκυρη. Αν όλα τα μέλη συναινέσουν εγγράφως σε ορισμένη πρό­ταση, μπορεί να ληφθεί απόφαση και χωρίς συνέλευση των μελών.

Διαβάστε περισσότερα..

Το μέλος δεν έχει δικαίωμα να ψηφίσει, αν η απόφαση αφορά την επιχείρηση δικαιοπραξίας ή την έγερση ή την κατάργηση δίκης μεταξύ του σωματείου και του μέλους ή του συζύγου του ή εξ αίματος συγγενούς του ως και τον τρίτο βαθμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Για να αποφασιστεί η τροποποίηση του καταστατικού ή η διάλυση του σωματείου χρειάζεται η παρουσία των μισών τουλάχιστον μελών και πλειοψηφία των τριών τετάρτων των παρόντων.

Διαβάστε περισσότερα..

Για να μεταβληθεί ο σκοπός του σωματείου πρέ­πει να συναινέσουν όλα τα μέλη. Οι απόντες συναινούν εγγράφως.

Διαβάστε περισσότερα..

Απόφαση της συνέ­λευσης είναι άκυρη, αν αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό. Την ακυρότητα κηρύσσει το δικαστήριο υστέρα από αγωγή μέλους που δεν συναίνεσε ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή αποκλείεται μετά την πά­ροδο έξι μηνών από την απόφαση της συνέλευσης. Η από­φαση που κηρύσσει την ακυρότητα ισχύει έναντι όλων.

Διαβάστε περισσότερα..

Το Μονομελές Πρωτοδικείο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση μιας άκυρης απόφασης, αν το ζητήσει η διοίκηση του σωματείου ή μέλος του ή ο εισαγγελέας.

Διαβάστε περισσότερα..

Το σωματείο δια­λύεται οποτεδήποτε με απόφαση της συνέλευσης των μελών.

Διαβάστε περισσότερα..

Το σωματείο διαλύεται στις περιπτώσεις που προβλέπει το καταστατικό. Το σωματείο διαλύεται μόλις τα μέλη του μείνουν λιγότερα από δέκα.

Διαβάστε περισσότερα..

Με απόφαση του πρωτοδικείου μπορεί να δια­λυθεί το σωματείο, αν το ζητήσει η διοίκησή του ή το ένα πέμπτο των μελών του ή η εποπτεύουσα αρχή: 1) αν, επειδή μειώθηκε ο αριθμός των μελών του ή από αλλά αίτια, είναι αδύνατο να αναδειχθεί διοίκηση ή γενικά να εξακολουθήσει να λειτουργεί το σωματείο σύμφωνα με το καταστατικό, 2) αν ο σκοπός του σωματείου εκπληρώθηκε ή αν από τη μακρόχρονη αδράνεια συνάγεται ότι ο σκο­πός του έχει εγκαταλειφθεί, 3) αν το σωματείο επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από εκείνον που καθορίζει το κατα­στατικό ή αν ο σκοπός ή η λειτουργία του σωματείου έ­χουν καταστεί παράνομοι ή ανήθικοι ή αντίθετοι προς τη δημόσια τάξη. (Στο άρθρο 105 υπήρχε και 2Ρ παράγραφος, η οποία καταργήθηκε από το άρθρο 53 του Εισ.Ν. Κ.ΠολΑ.).

Διαβάστε περισσότερα..

Η περιουσία σωματείου που διαλύθηκε δεν διανέμεται ποτέ στα μέλη του.

Διαβάστε περισσότερα..

Ένωση προσώπων για την επιδίωξη σκοπού, όταν δεν αποτελεί σωματείο, εφ’ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά, διέπεται από τις διατάξεις για την εταιρεία. Μόλις η ένωση αυτή μετατραπεί σε σωματείο, η περιουσία της μεταβιβάζεται στο σωματείο σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν με ιδρυτική πράξη μια περιουσία ορί­στηκε για να εξυπηρετηθεί ορισμένος σκοπός, το ίδρυμα απο­κτά προσωπικότητα με διάταγμα που εγκρίνει τη σύστασή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ιδρυτική πράξη γίνεται είτε με δικαιοπραξία εν ζωή είτε με διάταξη τελευταίας βούλησης. Η δικαιοπραξία εν ζωή απαιτείται να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Διαβάστε περισσότερα..

Στην ιδρυτική πράξη πρέπει να καθορίζεται ο σκοπός του ιδρύματος, η περιουσία που αφιερώνεται και ο οργανισμός του. Το διάταγμα που εγκρίνει το ίδρυμα μπορεί να ορίσει ή να συμπληρώσει ή να τροποποιήσει τον οργανισμό, με τον όρο ότι η θέληση του ιδρυτή θα παραμείνει σεβαστή. Η συμπλήρωση ή η τροποποίηση μπορεί να γίνει με τους ίδιους όρους και με μεταγενέστερο διάταγμα με την επι­φύλαξη της διάταξης του άρθρου 119.

Διαβάστε περισσότερα..

Ύστερα α­πό αίτηση του ιδρυτή το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την ανάκληση της ιδρυτικής πράξης: 1. επειδή επακολού­θησε απορία του ιδρυτή, 2. για σπουδαίους λόγους που δικαιολογούν την ανάκληση. Μετά την έκδοση του διατάγματος δεν επιτρέπεται αίτηση για ανάκληση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αρμόδια αρχή προκαλεί αυτεπαγγέλτως την έγκριση του ιδρύματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Από τη σύσταση του ιδρύματος ο ιδρυτής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει σ' αυτό την περιούσια που έταξε. Δικαιώματα που μεταβιβάζονται με απλή εκχώρηση, εφ’ όσον η βούληση του ιδρυτή δεν είναι αντίθετη, μεταβι­βάζονται αυτοδικαίως μόλις συσταθεί το ίδρυμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ί­δρυμα που συνιστάται μετά το θάνατο του ιδρυτή θεωρεί­ται ότι υφίσταται κατά το χρόνο του θανάτου του ως προς την περιουσία που έχει ταχθεί υπέρ του ιδρύματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι δανειστές και οι νόμιμοι μεριδιούχοι του ιδρυτή μπορούν να προσβάλουν την σύσταση του ιδρύματος σύμφωνα με τις διατάξεις για τις δωρεές.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα πρόσωπα που ωφελούνται από το σκοπό του ιδρύματος έχουν αγω­γή εναντίον του. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν προσδιορίζο­νται κατά τρόπο επαρκή από την ιδρυτική πράξη, η διοί­κηση του ιδρύματος τα προσδιορίζει κατά εύλογη κρίση.

Διαβάστε περισσότερα..

Το ίδρυμα παύει να υ­πάρχει στις περιπτώσεις που ορίζει η ιδρυτική πράξη ή ο οργανισμός του.

Διαβάστε περισσότερα..

Το ίδρυμα διαλύεται με διάταγμα: 1. αν ο σκο­πός του εκπληρώθηκε ή έγινε απραγματοποίητος, 2. αν έχει παρεκκλίνει από το σκοπό του, ή αν ο σκοπός ή η λειτουργία του έγινε παράνομος ή ανήθικος ή αντίθετος προς τη δημόσια τάξη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οργανι­σμός του ιδρύματος μπορεί να μεταβληθεί, ακόμη και α­ντίθετα προς τη θέληση του ιδρυτή, αν το ζητήσει η διοί­κηση του ιδρύματος και αν η μεταβολή επιβάλλεται για να συντηρηθεί η περιουσία του ή για να εκπληρωθεί ο σκοπός του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο σκοπός του ιδρύμα­τος έγινε απραγματοποίητος, μπορεί να δοθεί και αυτό, με διάταγμα που προκαλεί η αρμόδια αρχή, άλλος παραπλήσιος σκοπός, σύμφωνα με την πιθανότερη θέληση του ιδρυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων της ιδρυτικής πράξης ως προς τις διατάξεις της που εξυπηρε­τούν σκοπό δημόσιο ή κοινωφελή απαγορεύεται. Όταν η θέληση του ιδρυτή καταστεί απόλυτα απραγματοποίητη, επιτρέπεται εξαιρετικά, η περιουσία που είχε ταχθεί να διατεθεί με ειδικό νόμο για άλλο παραπλήσιο σκοπό.

Διαβάστε περισσότερα..

Επιτροπές από πέντε τουλάχιστον μέλη, που έχουν σκοπό να συγκεντρώσουν χρήματα ή άλλα αντικείμενα με εράνους, γιορτές ή άλλα παρόμοια μέσα, για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού δημόσιου ή κοινωφελούς (επιτροπές εράνων), από- κτούν προσωπικότητα με διάταγμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Το διάταγμα πε­ριέχει τον οργανισμό και τα μέλη της επιτροπής και καθορίζει το έργο και την έδρα της, καθώς και το χρονικό διάστημα για να περατώσει το έργο της. Το διάστημα αυτό μπορεί να παραταθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Η επιτροπή παύει να υπάρχει μόλις περάσει ο χρόνος που είχε ταχθεί ή περατωθεί το έργο της.

Διαβάστε περισσότερα..

Η επιτροπή μπορεί να διαλυθεί με διάταγμα: 1. αν αποφασίσει η ίδια να διαλυθεί, 2. αν έχει παρεκκλίνει από το έργο της, 3. αν η εκτέλεση του έργου της έγινε ανέφικτη ή συνάγεται οπωσδήποτε ότι εγκαταλείφθηκε, 4. αν ο σκοπός έγινε παράνομος ή ανήθικος ή αντιβαίνει στη δημόσια τάξη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οργανι­σμός προβλέπει ότι η περιουσία που έχει συγκεντρωθεί α­πό την επιτροπή θα χρησιμοποιηθεί για ορισμένο διαρκή σκοπό, για την περαιτέρω εκπλήρωση του πρέπει να συ­σταθεί ίδρυμα και εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ίδρυμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει συμπληρώσει το δέ­κατο όγδοο έτος της ηλικίας του (ενήλικος) είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Ανίκανοι για δικαιοπραξία είναι: 1. όποιοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος, 2. όποιοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δι­καστική συμπαράσταση. (Το άρθρο 128 τίθεται όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 14 του Ν. 2447/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Περιορισμένη ικα­νότητα για δικαιοπραξία έχουν: οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το δέκατο έτος, 2. όποιοι βρίσκονται σε μερική στερητική δικαστική συμπα­ράσταση, 3. όποιοι βρίσκονται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση. ( Το άρθρο 129 τίθεται όπως τροπο­ποιήθηκε από το άρθρο 16 του Ν. 2447/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Η δή­λωση βούλησης από ανίκανο για δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διατα­ραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βού­λησής του. Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταε­τία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1. αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κλη- ρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρω­θεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλή­θηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αι­τία, 2. αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρι­σκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας, 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, αν η δήλωση απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλά­χθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει τη ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ’ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού.

Διαβάστε περισσότερα..

Πρόσωπα με περιορισμένη ικανότητα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ο­ρίζει ο νόμος ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος είναι ικανός για δικαιοπραξία, από την οποία αποκτά α­πλώς και μόνο έννομο όφελος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο ανήλικος που έχει συμπληρώσει το δέ­κατο τέταρτο έτος μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία ή που του δό­θηκε για να το χρησιμοποιεί ή για να το διαθέτει ελεύθερα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το δέκατο πέμπτο έτος μπορεί, με τη γενική συναίνεση των προσώ­πων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο έγγαμος ανή­λικος μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί ή να βελτιώνει την περιουσία του ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης: 1. να εκμι­σθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μια εξαετία, 2. να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, 3. να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες.

Διαβάστε περισσότερα..

Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική).

Διαβάστε περισσότερα..

Η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώ­δη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγ­ματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πλάνη που αναφέρεται σε ιδιότητες του προ­σώπου ή του πράγματος θεωρείται ουσιώδης, αν κατά τη συμφωνία των μερών ή με βάση την καλή πίστη και τα συν­αλλακτικά ήθη, οι ιδιότητες αυτές είναι τόσο σπουδαίες για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφ’ όσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δικαιοπραξία δεν ακυρώνεται λόγω πλάνης: 1.αν ο άλλος δέχεται τη δήλωση της βούλησης όπως την εννοεί ο πλανώμενος, 2. αν η ακύρωση αντιβαίνει στην κα­λή πίστη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ό­ποιος αξιώνει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία επειδή πλανή­θηκε έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που επέρ­χεται από την ακύρωση στο μέτρο που δεν υπερβαίνει το διαφέρον από την έγκυρη δικαιοπραξία. Η υποχρέωση για αποζημίωση αποκλείεται, αν αυτός που ζημιώθηκε γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλάνη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η δήλωση βούλησης διαβιβάστηκε λανθασμένα, εφαρμόζο­νται αναλόγως οι διατάξεις για την πλάνη.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος πα­ρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση α­πευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτον, η ακύ­ρωση μπορεί να ζητηθεί μόνο εφ’ όσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέ­σως δικαίωμα από αυτήν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη δεν είναι ουσιώδης και το άλλο μέρος αποδέχεται τη δήλωση της βούλησης όπως τη θέλησε αυτός που απατήθηκε, το δικαστήριο μπορεί να μην ακυρώσει τη δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλ­ληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατά­ξεις για τις αδικοπραξίες. Έχει επίσης δικαίωμα να αποδε­χτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο να ανορθωθεί η ζημία.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος εξ­αναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή που ασκή­θηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, από τον άλλον ή από τρίτο έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. (βλ. στη σελ. 429, άρθρ. 7 Ν. 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή).

Διαβάστε περισσότερα..

Η απειλή πρέπει στις συγκεκριμένες συνθήκες να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακε­ραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα.

Διαβάστε περισσότερα..

Παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας εκείνος που απειλήθηκε έχει δικαίωμα να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Έχει επίσης δικαίωμα να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος εξαναγκάστηκε με απειλή που ασκήθηκε από τρίτον, να απευθύνει δήλω­ση βούλησης σε άλλον, αν ακυρωθεί για το λόγο αυτό η δήλωση, μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί να αποζημιώσει τον άλλον, αν αυτός ούτε γνώριζε ούτε οφεί­λε να γνωρίζει την απειλή (βλ. στη σελ. 429, άρθρο 7 Ν. 3500/24-10-2006 για την ενδοοικογενειακή παράνομη βία και απειλή).

Διαβάστε περισσότερα..

Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απά­της ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνο αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αγωγή για ακύρωση απευθύνεται κατά του άλλου συμβαλλομένου. Αν πρόκει­ται για μονομερή δικαιοπραξία, απευθύνεται κατά εκείνου που αντλεί άμεσα από αυτήν έννομο συμφέρον.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραίτηση του δικαιούχου επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Η παραίτηση, ρητή ή σιωπη­ρή, δεν είναι ανάγκη να απευθυνθεί σε άλλον.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και με­τά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που πέρασε η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνο όπου το ορίζει ο νόμος.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύ­πος που απαιτεί ο νόμος, εφ’ όσον δεν ορίζεται το αντίθε­το, είναι άκυρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας είναι επίσης άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη. Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο νόμος ή τα μέρη όρι­σαν για τη δικαιοπραξία έγγραφο τύπο, το έγγραφο πρέ­πει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη. Αν πρόκειται για σύμβαση, η υπογραφή των συμβαλλομένων πρέπει να τεθεί στο ίδιο έγγραφο. Αν συντα­χθούν για τη σύμβαση περισσότερα πρωτότυπα, αρκεί η υπογραφή του κάθε μέρους στο έγγραφο που προορίζε­ται για το άλλο.

Διαβάστε περισσότερα..

Το συμβολαιογραφικό έγγραφο αναπληρώνει τον έγγραφο τύπο. Αν πρόκειται για σύμβαση, η αποδοχή της πρότασης μπορεί να γίνει και με χωριστό συμβολαιο­γραφικό έγγραφο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο έγγρα­φος τύπος ορίστηκε από τα μέρη, αρκούν, σε περίπτωση αμφιβολίας, και ενυπόγραφες επιστολές ή τα πρωτότυπα τηλεγραφημάτων.

Διαβάστε περισσότερα..

Αποτύ­πωση της υπογραφής με μηχανικό μέσο ισχύει ως ιδιό­χειρη υπογραφή, αν πρόκειται για ανώνυμους τίτλους που εκδίδονται σε μεγάλο αριθμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο τύπος που ο νόμος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτεί­ται και για τις τροποποιήσεις της.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν τα μέρη επιφυλάχθηκαν να συντάξουν έγγραφο για σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ τους, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση ισχύει και αν δεν συνταχθεί το έγγραφο.

Διαβάστε περισσότερα..

Η σύμβαση με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση (προσύμφωνο) υπόκειται στον τύπο που ο νό­μος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευ­θυνθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση της βούλησης δεν έχει καμιά ενέρ­γεια, αν προηγουμένως, ή ταυτόχρονα περιήλθε σ' εκεί­νον στον οποίο απευθύνεται ανάκλησή της.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο θάνατος αυτού που δήλωσε τη βούλησή του δεν επιδρά στο κύρος της δήλωσης. Το ίδιο ισχύει και για τη μεταγενέστερη δικαιοπρακτική του ανικανότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση της βού­λησης είναι άκυρη εφ’ όσον το πρόσωπο στο οποίο έγινε δεν είχε την ικανότητα για δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Δήλωση βούλησης προς πρόσωπο που δεν έ­χει συνείδηση των πράξεών του ή που βρίσκεται σε ψυχι­κή ή διανοητική διαταραχή, η οποία περιορίζει αποφασι­στικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη. (Η παρ. 1 του άρθρου 171 τίθεται όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 16 του Ν. 2447/96). Αν αυτός που δήλωσε αγνοούσε ανυπαίτια την κατά­σταση του προσώπου, μπορεί κατά τις περιστάσεις το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί να ανορθώσει τη ζημία του από την ακυρότητα, εφ’ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού.

Διαβάστε περισσότερα..

Δή­λωση βούλησης προς πρόσωπο με περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα είναι άκυρη, αν αυτό δεν είχε ικανό­τητα για τη δικαιοπραξία στην οποία η δήλωση αποσκο­πούσε.

Διαβάστε περισσότερα..

Κατά την ερμη­νεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βού­ληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η διάθεση ενός α­ντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Αν η απαγόρευση έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην απαγό­ρευση από το νόμο.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξία που περιορίζει την εξουσία διά­θεσης απαλλοτριωτού δικαιώματος, εφ’ όσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, έχει ενοχική μόνο ενέργεια και δεν επι­δρά στο κύρος της διάθεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ι­δίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποί­α εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολο­γήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια πα­ροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρό­τητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν η άκυρη δικαιοπραξία περι­έχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει εφ' όσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυ­ρότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της. Αν οι συμβαλλόμενοι επικυρώσουν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ακυρώσιμη δικαιοπραξία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρ­χής άκυρη, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφο­ρούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος προτείνει την σύναψη σύμβασης δεσμεύεται όλο το χρονικό διάστη­μα μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχτεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος πρότεινε τη σύναψη μιας σύμβασης έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την πρόταση, αν απέκλεισε τη δέσμευση του από την πρό­ταση ή αν από τη φύση της σύμβασης ή από τις ειδικές περιστάσεις συνάγεται ότι αποκλείεται η δέσμευση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πρόταση για τη σύναψη σύμβασης αποσβήνεται αν αποκρούστηκε ή αν δεν έγινε αποδεκτή έγκαιρα κατά τις διατάξεις των άρ­θρων 189 έως 194.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πρόταση, εφ' όσον απ' αυτήν δεν συνάγεται το αντίθετο, παραμένει ισχυρή και αν ακόμη, πριν γίνει δεκτή, αυτός που την έκανε ή αυτός στον οποίο απευθύ­νεται πέθανε ή έγινε ανίκανος για δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης απαιτείται να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει. Αν δεν είχε τάξει προθεσμία, η αποδοχή πρέπει να περιέλθει σ' αυτόν έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να την περιμένει.

Διαβάστε περισσότερα..

Δήλωση απο­δοχής που είχε αποσταλεί έγκαιρα, έφτασε όμως εκπρό­θεσμα σ' αυτόν που είχε προτείνει, ισχύει, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει αμέσως για την καθυστέρηση τον αποδεχό­μενο.

Διαβάστε περισσότερα..

Καθυστερημένη αποδοχή πρότασης θεωρείται σαν νέα πρόταση. Αποδοχή με τροποποιήσεις θεωρείται σαν αποποίηση με νέα πρόταση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η σύμβαση συντελείται με μόνη την αποδοχή, αν από το περιεχόμενο της πρότασης ή από τα συναλ­λακτικά ήθη ή από τις ειδικές περιστάσεις συνάγεται ότι δεν είναι ανάγκη να περιέλθει η αποδοχή σ' αυτόν που έ­κανε την πρόταση. Στην περίπτωση αυτή η πρόταση αποσβήνεται από τη στιγμή που θα περάσει η κατά τις πε­ριστάσεις εύλογη προθεσμία για την αποδοχή της πρό­τασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η σύμβαση καταρτίζεται με συμβολαιογρα­φικό έγγραφο χωρίς να είναι ταυτόχρονα παρόντα και τα δύο μέρη, συντελείται, αν δεν έχει οριστεί κάτι άλλο, μόλις συνταχθεί το συμβολαιογραφικό έγγραφο για την αποδο­χή της πρότασης. Στην περίπτωση αυτή η πρόταση αποσβήνεται από τη στιγμή που θα περάσει η κατά τις περι­στάσεις εύλογη προθεσμία για την αποδοχή της πρότα­σης.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτι­σμένη, εφ' όσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα ση­μεία της.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφ' όσον συνάγεται ότι η σύμ­βαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτόν.

Διαβάστε περισσότερα..

Κα­τά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύνα­ψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβα­ση δεν καταρτίστηκε. Για την παραγραφή της αξίωσης αυτής εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη για την παραγραφή των απαιτήσεων από αδικοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτω­ση πλειστηριασμού η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Αν δεν συν­άγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατά- κύρωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι συμβάσεις ερμη­νεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλο­ντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης).

Διαβάστε περισσότερα..

Αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγο­νός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν σύμφωνα με το πε­ριεχόμενο της δικαιοπραξίας τα αποτελέσματα της πλήρω­σης της αίρεσης ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο από την πλήρωσή της, το καθένα από τα μέρη είναι υποχρεω­μένο να παράσχει στο άλλο ό,τι αυτό θα είχε αν τα αποτε­λέσματα είχαν επέλθει κατά το προγενέστερο αυτό χρονικό σημείο.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση μπορεί, αν πληρώθηκε η αίρεση, να ζητήσει αποζημίωση από τον άλλο εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση.

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθρο 53 του Εισ.Ν. Κ. ΠολΛ.).

Διαβάστε περισσότερα..

Μετά την πλήρωση της αίρεσης κάθε διάθεση του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, που επιχειρήθηκε όσο εκκρεμούσε η αίρεση, είναι αυτοδικαίως άκυρη, εφόσον ματαιώνει ή βλάπτει το αποτέλεσμα που εξαρτάται από την αίρεση. Το ίδιο ισχύει και αν, όσο εκκρεμούσε η αίρεση, το αντικείμενο εκποιήθηκε με αναγκαστική εκτέλεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη ε­κείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Η αίρεση θεωρείται ότι δεν πληρώθηκε, αν την πλή­ρωσή της προκάλεσε αντίθετα προς την καλή πίστη εκεί­νος που θα τον ωφελούσε η πλήρωσή της.

Διαβάστε περισσότερα..

Αίρεση ακατανόητη ή αντιφατική ή αίρεση που προσδίδει παράνομο ή ανήθικο περιεχόμενο στη δικαιοπραξία την κα­θιστά άκυρη. Αίρεση αδύνατη ως αναβλητική καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία ως διαλυτική δεν έχει καμία ενέργεια.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν πρόκειται για δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, τα στοιχεία της που αφορούν τον τύπο και το πρόσωπο κρίνονται με βάση το χρόνο της σύναψης της δικαιοπραξίας· τα στοιχεία που αφορούν το αντικείμενο της δικαιοπραξίας κρίνονται με βάση το χρόνο της πλήρωσης της αίρεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν με τη δικαιοπραξία έχει οριστεί ότι τα αποτελέσματά της αρχίζουν από ορισμένο χρονικό σημείο (αναβλητική προ­θεσμία) ή παύουν από ορισμένο χρονικό σημείο (διαλυτική προθεσμία), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις αναβλητικές και τις διαλυτικές αιρέσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Δήλωση βούλη­σης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (α­ντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντι­προσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν η δή­λωση της βούλησης απευθύνεται προς τον αντιπρόσωπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρεί­ται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει πε­ριορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα μπορεί να επιχειρή­σει δικαιοπραξία ως αντιπρόσωπος άλλου.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο αντιπρόσωπος ενέργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεστεί την άγνοια του αντι­προσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.

Διαβάστε περισσότερα..

Η εξουσία αντιπροσώ­πευσης παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξου­σιότητα).

Διαβάστε περισσότερα..

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποί­ο επιχειρείται η δικαιοπραξία. Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλ­λεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πληρε­ξουσιότητα παύει με ανάκληση. Η παραίτηση από το δικαί­ωμα της ανάκλησης είναι άκυρη, εφόσον η πληρεξουσιό­τητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ανάκληση της πληρεξουσιότητας γίνεται με δήλωση προς τον πληρεξούσιο ή τον τρίτο.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πληρεξουσιότητα που δόθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο ανακαλείται μόνο κατά τον ίδιο τύπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η πληρεξουσιότητα δόθηκε με δήλωση προς τον τρίτο, η δήλωση ανάκλησης γίνεται μόνον προς αυτόν.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πληρε­ξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει από τη στιγμή που περατώθηκε η έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται, όπως είναι ιδίως η σύμβαση εντολής, εταιρίας, εργασίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με το θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανό­τητα αυτού που έδωσε ή αυτού που έλαβε την πληρεξου­σιότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε μετά την παύση της πληρεξου­σιότητας από πληρεξούσιο που αγνοούσε την παύση ισχύ­ει υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου ή των καθο­λικών του διαδόχων, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την παύση της πληρεξουσιότητας.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο πληρεξούσιος κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας με τον τρίτο γνώριζε ότι η πληρεξουσιότητα είχε πάψει, ο αντιπροσωπευόμενος που επικαλείται κατά του τρίτου την παύση αυτή, μπορεί κατά τις περιστάσεις να υποχρεωθεί σε εύλογη αποζημίωσή του, αν του ήταν εύκολο να έχει γνωστοποιήσει την παύση στον τρίτο.

Διαβάστε περισσότερα..

Μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξούσιου εγγράφου είναι άκυρη, αν ο άλλος προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν η πληρεξουσιότητα πάψει, ο πληρεξούσιος και κάθε άλλος κάτοχος είναι υποχρεωμένος να αποδώσει το πληρεξούσιο έγγραφο ή να το καταθέσει σε δημόσια αρχή· δεν έχει το δικαίωμα να αντιτάξει επίσχεσή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει δώσει έγγραφη πληρεξουσιότητα έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο να βεβαιώσει την παύση της πληρεξουσιότητας και να κηρύξει ανίσχυρο το πληρεξούσιο έγγραφο. Περίληψη του διατακτικού της από­φασης δημοσιεύεται στον τύπο κατά τον τρόπο που ορίζει η απόφαση. Όταν περάσει ένας μήνας, από τη δημοσίευ­ση αυτή, το πληρεξούσιο έγγραφο είναι ανίσχυρο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν μια σύμ­βαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πλη­ρεξουσιότητά του, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευομένου. Ο αντισυμβαλλόμενος έχει το δι­καίωμα να ζητήσει να εγκρίνει ρητά ο αντιπροσωπευόμενος τη σύμβαση μέσα σε εύλογη προθεσμία που καθορίζει ο ίδιος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αντισυμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα έως την έγκριση να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εφόσον κατά τη συνομολόγησή της δεν γνώριζε την έλλειψη της πλη­ρεξουσιότητας. Η υπαναχώρηση μπορεί να δηλωθεί και προς τον αντιπρόσωπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος κατάρτι­σε μια σύμβαση ως αντιπρόσωπος, εφόσον δεν αποδεικνύει την εξουσία αντιπροσώπευσης ή δεν εγκρίνει τη σύμβαση ο αντιπροσωπευόμενος, έχει την υποχρέωση, κατ' επιλογήν του αντισυμβαλλομένου, ή να εκτελέσει ο ίδιος τη σύμβαση ή να καταβάλει αποζημίωση. Αν ο αντιπρόσωπος αγνοούσε την έλλειψη εξουσίας, έχει την υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που έπαθε ο αντισυμβαλλόμενος επειδή πίστεψε ότι υπήρχε η εξουσία, εφόσον η ζημία δεν υπερβαίνει το διαφέρον από την έγκυ­ρη σύμβαση. Ο αντιπρόσωπος απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, αν ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε εξουσία αντιπροσώπευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε από αντιπρόσωπο χωρίς να έχει εξουσία αντιπροσώπευσης εί­ναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον από αντιπρόσωπο ο οποίος δεν έχει εξουσία, εφό­σον ο άλλος δεν την απέκρουσε γι' αυτό το λόγο, είναι ισχυρή αφότου την ενέκρινε ο αντιπροσωπευόμενος. Το άλλο μέρος έχει το δικαίωμα να ζητήσει να εγκρίνει ρητά την δικαιοπραξία ο αντιπροσωπευόμενος μέσα σε εύλογη προθεσμία που του καθορίζει. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και όταν πρό­κειται για μονομερή δικαιοπραξία, που επιχειρήθηκε με τη συναίνεσή του προς αντιπρόσωπο που στερείται την εξου­σία για αντιπροσώπευση.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος επιχείρησε ως αντιπρόσωπος μονομερή δικαιοπραξία προς άλλον, εφόσον δεν αποδεικνύει την εξουσία αντιπροσώπευσης ή δεν εγκρίνει τη δικαιοπραξία ο αντιπροσωπευόμενος, ευθύνεται κατά τη διάταξη του άρ­θρου 231 που εφαρμόζεται αναλόγως.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχει­ρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου δικαιοπραξία με τον εαυτό του, ατομικά ή με την ιδιότητά του ως αντι­προσώπου άλλου, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης. Αυτοσύμβαση που δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυ­τή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Ανάκληση της συναίνεσης επιτρέπεται μέχρις ότου επιχειρηθεί η δικαιοπραξία και δηλώνεται προς εκείνο από τα μέρη προς το οποίο είχε δοθεί η συναίνεση. Η ανάκληση αποκλείεται, αν αυτό συνάγεται από την ίδια τη συναίνεση ή από την έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται η συναίνεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας. Από την αναδρομική ενέργεια δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα που τρίτοι απέκτησαν πριν από την έγκριση.

Διαβάστε περισσότερα..

Διάθεση αντι­κειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συν­αίνεση του δικαιούχου. Διάθεση χωρίς αυτή τη συναίνεση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ισχυροποιείται αν ο δικαιούχος την εγ­κρίνει ή αν αυτός που διέθεσε αποκτήσει το αντικείμενο ή κληρονομηθεί από το δικαιούχο. Στις δυο τελευταίες περι­πτώσεις, αν έγιναν περισσότερες διαθέσεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους, υπερισχύει η προγενέστερη.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις προθεσμίες που καθορίζονται με νόμο, δικαστική απόφαση ή δικαιοπραξία ισχύουν οι ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 241 έως 246.

Διαβάστε περισσότερα..

Η προθεσμία αρχίζει την επόμενη της ημέρας όπου έγινε το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της. Για τη συμπλήρωση της ενηλικίωσης υπολογίζεται και η ημέρα της γέννησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η προθεσμία λήγει όταν περάσει ολό­κληρη η τελευταία ημέρα και, αν είναι κατά το νόμο εορτάσιμη, όταν περάσει ολόκληρη η επόμενη εργάσιμη.

Διαβάστε περισσότερα..

Προθεσμία που έχει υπολογιστεί σε εβδομάδες λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ομώνυμη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας.
Προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε μήνες λήγει μόλις περάσει η ημέρα του τελευταίου μηνός που α­ντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε, και, αν δεν υπάρχει αντίστοιχη, η τελευταία ημέρα του μηνός.
Προθεσμία που έχει προσδιοριστεί σε χρόνια λήγει μό­λις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου χρόνου.

Διαβάστε περισσότερα..

Προθεσμία μισού χρόνου έχει την έννοια προ­θεσμίας έξι μηνών. Προθεσμία μισού μηνός έχει την έννοι­α προθεσμίας δεκαπέντε ημερών. Αν η προθεσμία που έχει προσδιοριστεί αποτελείται από μήνες και ημέρες, πρώτα υπολογίζονται οι μήνες και κατόπιν γίνεται η πρόσθεση των ημερών.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η προθεσμία παραταθεί, η νέα αρχίζει αφότου περάσει η πρώτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ως αρχή του μηνός νοείται η πρώτη, ως μέση η δέκατη πέμπτη και ως τέλος η τελευταία ημέρα του.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια πα­ράλειψη (αξίωση) παραγράφεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Αξίωση από οι­κογενειακή έννομη σχέση δεν παραγράφεται εφόσον επι­διώκεται να αποκατασταθεί για το μέλλον η κατάσταση που αρμόζει στη σχέση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφόσον δεν ορίζε­ται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις: 1. των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορή­γησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκα­ναν, 2. εκείνων που ασκούν κατ’ επάγγελμα τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και τη δασοκομία, για τη χο­ρήγηση των προϊόντων του επαγγέλματος τους, 3. εκεί­νων που ασκούν τη μεταφορά γενικά προσώπων ή πραγμάτων, για κόμιστρα και για τα έξοδά τους, 4. των ξενοδόχων, των πανδοχέων και αυτών που χορηγούν κατ’ επάγγελμα τροφή, για την παροχή κατοικίας και τροφής καθώς και για κάθε άλλη παροχή για τις ανάγκες των πελατών τους καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν, 5.εκείνων που, χωρίς να ανήκουν στα πρόσωπα που α- ναφέρονται στον αριθμό 1, ασκούν κατ’επάγγελμα την επιμέλεια ξένων υποθέσεων ή την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους, 6. των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους, 7. εκείνων που παρέχουν κάθε είδους διδασκαλία, για την αμοιβή και για τις δαπάνες τους, 8. των ιδρυμάτων που προορίζονται για τη διδασκαλία, την ανατροφή, την περίθαλψη ή τη νοσηλεία, για την παροχή διδασκαλίας, περίθαλψης ή νοσηλείας και για τις σχετικές δαπάνες, 9. εκείνων που δέχονται πρόσωπα για περίθαλψη ή για ανατροφή, για τις παροχές και δαπάνες που αναφέρονται στον προηγούμενο αριθμό, 10. των γιατρών και των μαιών, για την αμοιβή και για τις δαπάνες τους, 11. των δικηγορών των συμβολαιογράφων και των δικαστικών επιμελητών, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους, 12. των προσώπων που διορίζονται από κάποια αρχή και διεξάγουν ορισμένες υποθέσεις, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους, 13. των διαδίκων, για τις προκαταβολές που έδωσαν στους δικηγόρους τους, 14. των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους, 15. των τόκων, χρεολύτρων και μερισμά­των, 16. των κάθε είδους μισθωμάτων, 17. των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συ­ντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, 18. των προσώπων στα ο­ποία παρέχεται εργασία, για τις προκαταβολές τους ένα­ντι των αξιώσεων από την παροχή της.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή αρ­χίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν για την απαίτηση της παροχής απαιτείται προηγούμενη όχληση, η παραγραφή αρχίζει από τότε που η όχληση είναι δυνατή. Αν εκτός από την όχληση απαιτείται και η παρέλευση προθεσμίας, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ήταν δυνατή η όχληση και πέρασε η προθεσμία.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη παραγραφής που ορίζεται στα δυο προηγούμενα άρθρα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν πρόκειται για περιοδικές παροχές που οφεί­λονται αυτοτελώς και δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος αρχίζει από το χρονικό σημείο που η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση έγινε απαιτητή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή α­ναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων: 1. «μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί, καθώς και μεταξύ προσώπων που έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, όσο αυτό ισχύει», 2. μεταξύ γονέων και τέκνων κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας 3. μεταξύ επιτρόπων και επιτροπευομένων κατά τη διάρκεια της επιτροπείας, 4. των υπηρετών και των κυρίων κατά τη διάρκεια της υπηρε­τικής σχέσης, όχι όμως πέρα από δεκαπέντε χρόνια. (Η περ. 1 του 256 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν. 3719/21-11-08).

Διαβάστε περισσότερα..

Το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής. Όταν πάψει ή ανα­στολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμιά όμως περί­πτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παρα­γραφή τρέχει και σε βάρος προσώπων που είναι ανίκανα ή έχουν περιορισμένη ικανότητα για δικαιοπραξία. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν επίτροπο ή δικαστικό συμπαραστάτη, η παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες αφότου έγιναν απεριορίστως ικανά ή απέκτησαν επίτροπο ή δικαστικό συμπαραστάτη. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, εφόσον ο ανίκανος ή ο περιορισμένα ικανός έχει την ικανότητα να παραστεί στο δικαστήριο. (Το άρθρο 258 τίθεται όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 17 του Ν. 2447/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή αξίωσης που ανήκει σε κληρονο­μιά ή απευθύνεται κατά κληρονομιάς δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου αφότου ο κληρονόμος απέκτησε την κληρονομιά ή αφότου η αξίωση μπορεί να α­σκηθεί από κηδεμόνα κληρονομιάς ή κατά κηδεμόνα κλη­ρονομιάς.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή διακό­πτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστι­κή πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώσεις που για να εγερθεί η αγωγή απαιτείται προπαρασκευαστική διαδικασία, η διακοπή της παραγραφής θεωρείται ότι έγινε αφότου άρχισε η προπα­ρασκευαστική διαδικασία, αν η αγωγή εγερθεί μέσα σε τρεις μήνες από τότε που περατώθηκε ή μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο νόμος.

Διαβάστε περισσότερα..

Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσί­δικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Διαβάστε περισσότερα..

Την παραγραφή διακόπτουν επίσης: 1. η επίδοση επιταγής πληρωμής κά­τω από εκτελεστό δικαιόγραφο. 2. η αναγγελία για επαλή­θευση σε πτώχευση, 3. η αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό, 4. η υποβολή ένστασης συμψηφισμού της αξί­ωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο δικαιούχος παραιτήθηκε από την επιταγή πληρωμής ή από την αναγγελία, η παραγραφή θεωρείται σαν να μη διακόπηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή που διακόπηκε με αναγγελία σε πτώχευση αρχίζει και πάλι αφότου η πτώχευση περατώ­θηκε ή, αν επακολούθησαν αντιρρήσεις κατά της απαίτη­σης, από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή που διακόπηκε με ένσταση συμψηφισμού της αξίωσης αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου στη δίκη όπου είχε υποβληθεί η ένσταση.

Διαβάστε περισσότερα..

Κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελε­σίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση κα­θαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή. Αξιώσεις όμως παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγ­γραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή.

Διαβάστε περισσότερα..

Την παραγραφή διακόπτει η υποβολή σε διαιτησία ή σε διοικητική αρχή ή σε διοικητικό δικαστήριο ή σε άλλο ειδι­κό δικαστήριο της διαφοράς που αναφέρεται στην αξίωση. Οι διατάξεις των άρθρων 261 έως 263, 267 έως 268 εφαρ­μόζονται αναλόγως. Αν για να υποβληθεί η διαφορά σε διαιτησία απαιτείται να διοριστούν διαιτητές ή να τηρηθούν ορισμένες διατυ­πώσεις ή προϋποθέσεις, η παραγραφή διακόπτεται μόλις ο δικαιούχος έκανε ό,τι τον αφορούσε για να λυθεί η δια­φορά.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παραγρα­φή διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τότε δεν υπολο­γίζεται και αφότου περατώθηκε η διακοπή αρχίζει νέα πα­ραγραφή. Στις περιπτώσεις του άρθρου 250 η νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν πρόκειται για παραγραφή εμπράγματων αξιώσεων, ο ειδικός ή ο καθολικός διάδοχος έχει το δικαίωμα να προσμετρήσει και το χρονικό διάστημα που οι δικαιοπάροχοί του βρίσκονταν στη νομή του πράγματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή. Ό,τι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται. Έγγραφη συμβατική αναγνώριση αξίωσης που έχει παραγραφεί, καθώς και η παροχή ασφάλειας, εί­ναι έγκυρες αν έγιναν χωρίς γνώση της παραγραφής.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι ενστάσεις, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν παραγράφονται.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν παραγραφεί η κύρια αξίωση, συμπαραγράφονται και οι παρεπόμενες από αυτήν αξιώσεις, και αν ακόμη δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή που ισχύει γι' αυτές.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιοπραξία που αποκλείει την παραγραφή ή καθορίζει χρόνο συντομότερο ή μακρύτερο από το νόμιμο ή που γενικά κάνει τους όρους της παραγραφής βαρύτερους ή ελαφρότερους είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Παραί­τηση από την παραγραφή μετά τη συμπλήρωσή της είναι έγκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπ’ όψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής ή όποιος άλλος έχει έννομο συμ­φέρον δικαιούται να προτείνει την παραγραφή και αν ακό­μη δεν την προτείνει ή παραιτείται από αυτήν ο οφειλέτης.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώ­σεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος. Η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα ό­ρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοι­νωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ικανοποίηση της αξίωσης από τον δικαιούχο αυτοδύναμα και χωρίς τη βοήθεια αρχής (αυ­τοδικία) επιτρέπεται μόνο όταν η βοήθεια της αρχής δεν μπορεί να φτάσει έγκαιρα και υπάρχει κίνδυνος από την αναβολή να ματαιωθεί ή να δυσκολευτεί σημαντικά η πραγ­μάτωση της αξίωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος αυτοδικεί χωρίς να υπάρχουν οι προϋποθέσεις του νόμου ή υπερβαίνει το μέτρο που είναι ανα­γκαίο για την αποτροπή του κινδύνου, έχει υποχρέωση α­ποζημίωσης. Την ίδια υποχρέωση έχει και αν νόμιζε από πλάνη ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις του νόμου.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν αποτελεί παράνομη πράξη η υ­περάσπιση που επιβάλλεται σε κάποιον για να αποτρέψει παρούσα και άδικη επίθεση εναντίον του ίδιου ή τρίτου.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν αποτελεί παρά­νομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος, εφόσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου.

Διαβάστε περισσότερα..

Εκείνος που επιχείρησε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο την καταστροφή ευθύνεται σε αποζημίω­ση, αν είχε προκαλέσει υπαίτια τον κίνδυνο. Σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί κατά τις περιστάσεις να καταδικαστεί σε εύλογη αποζημίωση. Μετά την καταβολή έχει εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε από την πράξη του αναγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων.

Διαβάστε περισσότερα..

Ενοχή είναι η σχέση με την οποία ένα πρόσωπο έχει υποχρέωση προς ένα άλλο σε παροχή. Η παροχή μπορεί να συνίσταται και σε παρά­λειψη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη. ([1])

 

[1] Βλ. και Ν. 3304/05 για την εφαρμογή της Αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής κατα­γωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, καθώς και Ν. 3896 /β-12-10 για την εφαρμογή της Αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση και τους όρους και τις συνθήκες εργασίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το πράγμα που ο­φείλεται είναι ορισμένο μόνο κατά γένος, το δικαίωμα της επιλογής, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, ανή­κει στον οφειλέτη. Ο οφειλέτης δεν έχει υποχρέωση να δώσει από τα άρι­στα πράγματα του γένους, ούτε έχει δικαίωμα να δώσει από τα χειρότερα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης αποχωρίσει από το γένος ένα πράγμα με σκοπό την καταβολή, η ενοχή συγκεντρώνεται σ' αυτό μόνο αφότου ο δανειστής γίνει υπερήμερος ως προς την αποδοχή του. Αν ο οφειλέτης με αίτηση του δανειστή αποστέλλει το πράγμα σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο εκπλήρωσης της παροχής, η συγκέντρωση επέρχεται αφότου το πράγ­μα παραδοθεί για την αποστολή.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμι­σμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, αν ο οφει­λέτης έγινε υπερήμερος, ισχύει ό,τι και στη μη έγκαιρη εκ­πλήρωση κάθε οφειλής χρηματικού ποσού. Αν υπερήμερος έγινε ο δανειστής, η υπερτίμηση του ξένου νομίσματος μετά την υπερημερία του δανειστή δεν βαρύνει τον οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Το ανώτερο όριο του τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία προσδιορίζεται όπως ορί­ζει ο νόμος. Οι προμήθειες ή άλλα ανταλλάγματα που συνομολογούνται ή καταβάλλονται επιπλέον του τόκου λογί­ζονται ως τόκος. Το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημε­ρίας προσδιορίζονται όπως ορίζει ο νόμος.

Διαβάστε περισσότερα..

Κάθε δικαιοπραξία για τόκο που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επιπλέον.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν οφείλεται τόκος από δικαιοπραξία χωρίς να ορίζεται το ποσοστό του, ισχύει ο νόμιμος τόκος. Ο τόκος από δικαιοπραξία, εφόσον δεν ορίζεται σ' αυ­τήν κάτι άλλο, καταβάλλεται κάθε χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν οφείλεται τόκος από δικαιοπραξία χωρίς να ορίζεται το ποσοστό του, ισχύει ο νόμιμος τόκος. Ο τόκος από δικαιοπραξία, εφόσον δεν ορίζεται σ' αυ­τήν κάτι άλλο, καταβάλλεται κάθε χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν οφείλεται τόκος από δικαιοπραξία χωρίς να ορίζεται το ποσοστό του, ισχύει ο νόμιμος τόκος. Ο τόκος από δικαιοπραξία, εφόσον δεν ορίζεται σ' αυ­τήν κάτι άλλο, καταβάλλεται κάθε χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα..

Για τόκους κάθε είδους οφεί­λεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο. Η συμφωνία για πλη­ρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδί­δεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση. Ταμιευτήρια, πιστωτικά ιδρύματα και τράπεζες μπο­ρούν να ορίσουν με το καταστατικό τους ή να συνομολογήσουν από πριν ότι οι τόκοι καταθέσεων που δεν εισπράττονται θα ισχύουν ως νέα έντοκη κατάθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφεί­λει να την παράσχει σε χρήμα. Αντί για χρηματική αποζημίωση το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις ειδικές περι­στάσεις, να διατάξει την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, εφόσον η αποζημίωση με τον τρόπο αυτό δεν προσκρούει στο συμφέρον του δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) κα­θώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκεί­νο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περι­στάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έ­χουν ληφθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφει­λέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο υπόχρε­ος σε αποζημίωση λόγω δαπανών που έγιναν οφείλει από το χρόνο της δαπάνης νόμιμο τόκο στην αξία που δαπανήθηκε κατά το χρόνο αυτό. Για δαπάνες που έγιναν σε αντικείμενο που πρέπει να αποδοθεί δεν οφείλονται τόκοι για όσο χρονικό διάστημα αυτός που έχει δικαίωμα σε αποζημίωση αποκομίζει τα ωφελήματα ή τους καρπούς του αντικειμένου.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος, λόγω δαπα­νών που έγιναν σε πράγμα που πρέπει να αποδοθεί, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που είναι πά­νω στο πράγμα, οφείλει, ασκώντας το δικαίωμα της αφαί­ρεσης, να επαναφέρει το πράγμα στην προηγούμενη κατάσταση με δικά του έξοδα. Αν η κατοχή του πράγματος περιήλθε στον άλλο, αυτός έχει δικαίωμα να εμποδίσει την αφαίρεση, εφόσον δεν του παρέχεται ασφάλεια για τη ζη­μία από την αφαίρεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτό, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, κα­θώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά εφόσον συνηθίζονται.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος έχει υποχρέωση να αποδώσει ομάδα αντικειμένων ή να δώσει πληροφορίες γι' αυτήν, οφείλει να εγχειρίσει στο δικαιούχο κατάλογο των στοιχείων της ομάδας.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν από δύο ή περισσό­τερες οφειλόμενες παροχές πρέπει να καταβληθεί μόνο η μία (ενοχή διαζευκτική), το δικαίωμα της επιλογής σε περίπτωση αμφιβολίας το έχει ο οφειλέτης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η επιλογή γίνεται με δήλωση προς το άλλο μέρος. Η δήλωση είναι αμετάβλητη και δεν επιδέ­χεται αίρεση ή προθεσμία. Αν οι δανειστές ή οι οφειλέτες είναι περισσότεροι η δήλωση της επιλογής γίνεται σε κάθε περίπτωση από ό­λους ή προς όλους μαζί.

Διαβάστε περισσότερα..

Με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης, έχοντας το δικαίωμα επιλογής, δεν το ασκήσει έως την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλε­σης, το δικαίωμα επιλογής περιέρχεται στο δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο δανειστής, έχοντας το δικαίωμα επιλογής, γίνει υπε­ρήμερος, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να του τάξει εύλογη προθεσμία για να ασκήσει το δικαίωμα επιλογής. Αν η προ­θεσμία περάσει άπρακτη, το δικαίωμα της επιλογής περιέρ­χεται στον οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η ενοχή είναι διαζευκτική και η μία από τις παροχές είναι ή γίνει αδύνατη, η ενοχή συγκεντρώνεται στις υπόλοιπες, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 311 έως 314.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης, αν έχει το δικαίωμα της επιλογής και η μια παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του και έπειτα και η άλλη από τυχαίο γεγονός, οφείλει την αξία της παροχής που έγινε αδύνατη από τυχαίο γεγονός.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το δικαίωμα της επιλογής έχει ο οφειλέτης και η μία παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του δανει­στή, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα ή να καταβάλει την παροχή που σώζεται και να απαιτήσει αποζημίωση γι' αυτή που έγινε αδύνατη ή να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από κάθε υποχρέωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το δικαίωμα της επιλογής έχει ο δανειστής και η μία παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του, έχει δικαίωμα ο δανειστής ή να ζητήσει την παροχή που σώ­ζεται και να αποζημιώσει τον οφειλέτη γι' αυτή που έγινε αδύνατη ή να θεωρήσει ότι η ενοχή έχει αποσβεσθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το δικαίωμα της επιλογής έχει ο δανειστής και η μία παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα του οφειλέτη, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει ή την παροχή που σώζεται ή αποζημίωση γι' αυτή που έγινε αδύνατη.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις των άρθρων 311 έως 314 εφαρμό­ζονται αναλόγως και όταν η διαζευκτική ενοχή περιέχει περισσότερες από δύο παροχές.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης δεν έχει δι­καίωμα να εκπληρώσει κατά ένα μέρος την οφειλόμενη πα­ροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παροχή μπορεί να εκπληρωθεί και από τρίτον, εκτός αν ο δανειστής έχει συμφέρον να την εκπληρώσει ο οφειλέτης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την παροχή που προσφέρεται από τρίτον, αν ο οφειλέτης δήλωσε ότι είναι αντίθετος σ' αυτήν.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν επισπεύδεται αναγκαστική εκποίηση κα­τά του οφειλέτη, όποιος εξαιτίας της κινδυνεύει να χάσει εμπράγματο δικαίωμα ή την κατοχή πάνω στο πράγμα που εκποιείται, έχει δικαίωμα να ικανοποιήσει το δανειστή με καταβολή, δημόσια κατάθεση ή συμψηφισμό. Εφόσον ο δανειστής ικανοποιείται, αυτός που τον ι­κανοποίησε υποκαθίσταται στα δικαιώματά του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο τόπος της παροχής δεν συνάγεται ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις πε­ριστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, η παροχή καταβάλλεται στον τόπο όπου ο οφειλέτης είχε την κατοικία του κατά τη γέννηση της ενοχής. Αν η υποχρέωση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του οφειλέτη, αντί για τον τόπο της κατοικίας ισχύει ο τόπος της επαγγελματικής του εγκατάστασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παροχή είναι χρηματική, σε περίπτωση αμφιβολίας ο οφειλέτης πρέπει να την καταβάλει στον τόπο όπου ο δανειστής έχει την κατοικία του κατά το χρόνο της καταβολής. Αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του ε­παγγέλματος του δανειστή, αντί για τον τόπο της κατοικίας ισχύει ο τόπος της επαγγελματικής του εγκατάστασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η εκπλήρωση παροχής που πρέπει να καταβληθεί στην κατοικία του δανειστή έγινε σημαντικά δυ­σχερέστερη επειδή ο δανειστής μετέβαλε την κατοικία του μετά τη γένεση της ενοχής, ο οφειλέτης μπορεί να κατα­βάλει στην αρχική κατοικία του δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο χρόνος της παρο­χής δεν συνάγεται ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, έχει δικαίωμα ο δανειστής να απαιτήσει και ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή αμέσως.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο χρόνος της παροχής είναι ορισμένος, ο οφειλέτης σε περίπτωση αμφιβολίας έχει δικαίωμα να εκ­πληρώσει την παροχή και πριν από το χρόνο αυτό. Δεν έ­χει όμως δικαίωμα να αφαιρέσει προεξοφλητικό τόκο, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από το νόμο ή τη δικαιοπραξία.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης έχει κα­τά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή με την οφειλή του, έχει δικαίωμα, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο δανει­στής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει (δι­καίωμα επίσχεσης).

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαίωμα επίσχεσης έχει ιδίως και ο υπόχρεος να αποδώσει ένα πράγμα για δαπάνες που έγιναν πάνω σ' αυτό ή για ζημία που έπαθε απ' αυτό.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαίωμα επίσχεσης δεν υπάρχει κατά αξιώσε­ων, κατά των οποίων δεν αντιτάσσεται συμψηφισμός.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής μπορεί να αποκρούσει το δικαίω­μα της επίσχεσης παρέχοντας ασφάλεια. Η ασφάλεια με εγγυητή αποκλείεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης που έχει εναχθεί από το δανει­στή αντιτάσσει το δικαίωμα της επίσχεσης, η καταδίκη του οφειλέτη σε παροχή γίνεται με τον όρο της ταυτόχρονης εκπλήρωσης από το δανειστή της υποχρέωσης που τον βαρύνει.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νό­μιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν κα­ταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης είναι ανήλικος κάτω των δεκατεσσάρων ετών ή δεν έχει συνείδηση των πράξεών του ή βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορί­ζει αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλη­σής του ή, τέλος, είναι κωφάλαλος, εφαρμόζονται οι διατά­ξεις των άρθρων 915 έως 918. (Το άρθρο 331 τίθεται ό­πως τροποποιήθηκε από το άρθρο 20 του Ν. 2447/96).

Διαβάστε περισσότερα..

Άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Άκυρη είναι επίσης η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφριά ακόμη αμέ­λεια, αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφει­λέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής. Το ίδιο ισχύει και αν η απαλλακτική ρήτρα περιέχεται σε όρο της σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ή αν με τη ρήτρα απαλλάσσεται ο οφει­λέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών που απορ­ρέουν από την προσωπικότητα και ιδίως της ζωής, της υγείας, της ελευθερίας ή της τιμής. (Το άρθρο 332 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3043/21-8-02).

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος ευθύνεται με μέτρο μόνο την επιμέλεια που δείχνει συνήθως στις δικές του υποθέσεις δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη για βαριά αμέλεια.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προ­σώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παρο­χή, όπως για δικό του πταίσμα. 2. Η ευθύνη αυτή μπορεί εκ των προτέρων να περιο­ριστεί ή να αποκλειστεί, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 332. (Η παρ. 2 του 334 τί­θεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 3043/21-8-02).

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά την εκ­πλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που είτε είναι γενικοί είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανει­στή που επέρχεται από την αδυναμία.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέ­ωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το ο­ποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση να ειδοποιήσει το δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση μερικής υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή ο δανειστής, μέσα σε εύλογη προθεσμία αφότου γίνει η προσφορά ή η πρόσκληση από τον οφειλέτη, αν δεν έχει συμφέρον στη μερική εκπλήρωση, έχει δικαίωμα να την αρνηθεί εντελώς και να θεωρήσει την αδυναμία ολική.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης απαλλάχθηκε α­πό την υποχρέωσή του, επειδή βρισκόταν σε αδυναμία να την εκπληρώσει από γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, οφείλει να αποδώσει στο δανειστή καθετί που περι­ήλθε σ’ αυτόν εξαιτίας αυτού του γεγονότος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης καταδικάστηκε τελεσίδικα σε παροχή μη χρηματική, ο δανειστής μπορεί να του τάξει εύλογη προθεσμία για να εκπληρώσει την παροχή, δηλώ­νοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας α­ποκρούει την παροχή. Αν η προθεσμία περάσει άπρα­κτη οφείλεται μόνο αποζημίωση για μη εκπλήρωση της παροχής.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προη­γήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν για την εκπλήρωση της πα­ροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής. Αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορι­σμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποί­ο δεν έχει ευθύνη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο υπερήμερος οφειλέτης εκτός από την παροχή οφείλει και αποζημίωση για τη ζημία του δανειστή από την καθυστέρηση. Αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει πια συμφέρον στην εκπλήρωση της παροχής, έχει δικαίωμα, μέσα σε εύλογη προθεσμία αφότου γίνει η προσφορά ή η πρόσκληση από τον οφειλέτη, να αποκρούσει την παρο­χή και να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της υπερη­μερίας ευθύνεται για κάθε αμέλεια. Ευθύνεται επίσης για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν και αν η παροχή εκπληρωνόταν έγκαιρα.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανει­στής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαι­τήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Ο δανειστής, αν αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν.

Διαβάστε περισσότερα..

«Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2)εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ’ εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ’ εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης». (Το άρθρο 346 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Ν. 4055/6-3-12- ΦΕΚ 51Α/12-3-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης αντικειμένου αν υποχρεωθεί να καταβάλει την αξία του εξ αιτίας γεγονότος που συνέβη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του, οφείλει νόμιμους τόκους στο ποσό της αξίας από το χρόνο που λαμβάνεται ως βά­ση για τον υπολογισμό της.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος οφείλει ορισμένο πράγμα ευθύνεται αφότου επιδόθηκε η αγωγή σε αποζημίωση για χειροτέρευση ή καταστροφή ή αδυναμία να το αποδώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διεκδίκηση, με την επιφύλαξη της τυχόν μεγαλύτερης ευθύνης από την ενοχική σχέση ή την υπερημερία. Το ίδιο ισχύει και για την αξίωση του δανειστή να του αποδοθούν ωφελήματα καθώς και για την αξίωση του οφειλέτη να του αποδοθούν δαπάνες.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την πα­ροχή που του προσφέρεται. Η προσφορά πρέπει να είναι πραγματική και η προσή­κουσα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής γίνεται υπερήμερος και με προσφο­ρά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής γίνεται επίσης υπερήμερος, αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή. Δεν απαιτείται πρόσκληση, αν για την πράξη που πρέ­πει να επιχειρήσει ο δανειστής συμφωνήθηκε είτε ορισμέ­νη ημέρα είτε παρέλευση ορισμένης προθεσμίας από την καταγγελία.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρ­θρων ο δανειστής δεν γίνεται υπερήμερος αν ο οφειλέτης δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την παροχή κατά το χρό­νο της προσφοράς ή της πράξης που έπρεπε να επιχει­ρήσει ο δανειστής.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση παρο­χής μόνο έναντι αντιπαροχής, ο δανειστής γίνεται υπερή­μερος αν είναι πρόθυμος να δεχτεί την παροχή που του προσφέρεται αλλά δεν προσφέρει την αντιπαροχή που του ζητείται.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο χρόνος της παροχής δεν είναι ορισμένος, ο δανειστής δεν γίνεται υπερήμερος για το λόγο ότι προσωρινά εμποδίζε­ται να δεχτεί την παροχή, εκτός αν ειδοποιήθηκε έγκαιρα από τον οφειλέτη ότι επίκειται η εκπλήρωσή της. Το ίδιο ι­σχύει και όταν ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να εκπληρώσει την παροχή και πριν από τον ορισμένο χρόνο.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του δανειστή ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής κατά τη διάρ­κεια της υπερημερίας του δανειστή δεν οφείλει τόκους, με την επιφύλαξη της διάταξης του επόμενου άρθρου.

Διαβάστε περισσότερα..

Κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του δανειστή ο οφειλέτης που ευθύνεται για τα ωφελήματα κάποιου αντικειμένου έχει υποχρέωση μόνο για όσα εξήγαγε.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον υπερήμερο δανειστή καθετί που χρειάστηκε να δαπανήσει επί πλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής, καθώς και για τη φύλαξη και τη συντήρησή της κατά τη διάρκεια της υπερημερίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης, αν έχει υποχρέωση να αποδώσει ακίνητο και ο δανειστής έγινε υπερήμερος, δικαιούται, ειδοποιώντας προηγουμένως το δανειστή, αν αυτό είναι εφικτό, να προκαλέσει το διορισμό από το δικαστήριο μεσεγγυούχου, ο οποίος έχει τα δικαιώ­ματα και τις υποχρεώσεις κάθε μεσεγγυούχου. Αφότου ο μεσεγγυούχος παραλάβει το ακίνητο, επέρχεται απόσβεση της υποχρέωσης του οφειλέτη. Το ίδιο ισχύει και αν ο οφειλέτης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιό­τητας ως προς το πρόσωπό του, αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την υποχρέωσή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης του ακινήτου μπορεί να προκαλέσει την άρση της μεσεγγύησης και την ανάληψη του ακινήτου, εφόσον ο δανειστής δεν αποδέχτηκε τη μεσεγγύηση. Από την άρση η υποχρέωση του οφειλέτη θεωρείται ότι δεν αποσβέστηκε ποτέ.

Διαβάστε περισσότερα..

Για τη σύσταση ή αλ­λοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφό­σον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτός που υποσχέθηκε παροχή, η οποία είναι αδύνατη κατά τη σύναψη της σύμβασης, για λόγους που είτε είναι γενικοί είτε αφορούν τον ίδιο, έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή από τη μη εκπλήρωση της παροχής. Η διάταξη του άρθρου 337 εφαρμόζεται αναλόγως και εδώ.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορ­ρέει από την υπόσχεση αδύνατης παροχής, αν κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης αγνοούσε χωρίς υπαιτιότη­τα ότι η παροχή είναι αδύνατη. Οφείλει όμως, αμέσως μό­λις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή για το γεγονός αυτό. Η διάταξη του άρθρου 338 εφαρμόζεται και εδώ.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση υπόσχεσης αδύνατης παροχής, αν ο δανειστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η παροχή είναι αδύνατη, εφαρμόζε­ται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 300.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις για την υπόσχεση αδύνατης παροχής εφαρμόζονται και όταν η υπόσχεση αφορά πα­ροχή που προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου.

Διαβάστε περισσότερα..

Σύμβαση για μεταβίβαση κάθε μέλλουσας περιουσίας ή ποσοστού της ή για σύσταση επικαρπίας σ' αυτήν είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Σύμβαση για μεταβίβαση ολόκλη­ρης της υφισταμένης περιουσίας ή ποσοστού της ή για σύσταση επικαρπίας σ' αυτήν απαιτείται να γίνει ενώπιον συμβολαιογράφου.

Διαβάστε περισσότερα..

Σύμβαση για την κληρονομιά προσώπου που ζει είτε με το ίδιο είτε με τρίτο πρόσωπο, είτε για ολό­κληρη είτε για ποσοστό της, είναι άκυρη. Το ίδιο ισχύει και για τη σύμβαση με την οποία περιορίζεται η ελευθερία ως προς τις διατάξεις τελευταίας βούλησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογρά­φου.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συμβατική υποχρέωση για εκποίηση ή επιβά­ρυνση πράγματος σε περίπτωση αμφιβολίας εκτείνεται και στο κατά την κατάρτιση της σύμβασης παράρτημά του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει, γίνεται από το δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

Σύμβαση, στην οποία ο προσδιορισμός της πα­ροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους, είναι άκυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε α­πό τους συμβαλλομένους στην απόλυτη κρίση τρίτου και αυτός αδυνατεί ή αρνείται ή βραδύνει, η σύμβαση είναι ά­κυρη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαί­ωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσ­φέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος. Σε περίπτωση παροχής προς περισσότερους, η ένστα­ση προτείνεται εναντίον καθενός για το μέρος που του ανα­λογεί ωσότου εκπληρωθεί ή προσφερθεί η όλη αντιπαροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης δεν μπορεί να αποκρουστεί με την παροχή ασφάλειας.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους εκπλή­ρωσε κατά ένα μέρος την παροχή, δεν μπορεί ο άλλος να αρνηθεί την αντιπαροχή, όταν η άρνηση αντιβαίνει στην καλή πίστη λόγω των ειδικών περιστάσεων και ιδίως επει­δή το μέρος της παροχής που καθυστερείται ακόμη είναι επουσιώδες.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτός που έχει υποχρέωση από αμφοτεροβαρή σύμβαση να εκπληρώσει πρώτος την παροχή, αν η αξίω­σή του για την αντιπαροχή κινδυνεύει από ουσιώδη ελάτ­τωση της περιουσιακής κατάστασης του άλλου, που δεν τη γνώριζε ούτε όφειλε να τη γνωρίζει κατά την κατάρτιση της σύμβασης, μπορεί να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής ωσότου ο άλλος παράσχει ασφάλεια.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης αποτέλεσμα έχει ότι ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή με τον όρο ταυτόχρονης εκπλήρωσης από τον άλλο της αντιπαροχής που τον βαρύνει.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η έκταση της αντιπαροχής δεν ορίστηκε, σε περίπτωση αμφιβολίας το δικαίωμα του προσδιορισμού ανήκει στο δικαιούμενο να απαιτήσει την αντιπαροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός δεν έχει ευ­θύνη απαλλάσσεται και ο άλλος συμβαλλόμενος από την αντιπαροχή και την αναζητεί, αν τυχόν την κατέβαλε, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αλλά δεν απαλλάσσεται αν απαίτησε ό,τι περιήλθε στον άλλο εξ αι­τίας του γεγονότος της αδυναμίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παροχή του ενός από τους συμβαλ­λομένους έγινε αδύνατη από πταίσμα του άλλου, αυτός δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση αντιπαροχής. Α­πό την αντιπαροχή όμως αφαιρείται καθετί που ωφελείται ή δόλια παραλείπει να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτός που απαλλάσσεται λόγω της αδυναμίας. Το ίδιο ισχύει αν η παροχή του ενός έγινε αδύνατη χωρίς υπαιτιότητά του κατά το διάστημα που ο άλλος βρι­σκόταν σε υπερημερία αποδοχής της.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλο­μένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός έχει ευθύνη, μπορεί ο άλλος είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 είτε να απαιτήσει αποζημίωση είτε να υ­παναχωρήσει από τη σύμβαση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 339, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία που προβλέπεται σ' αυτό.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε υπερημε­ρία ως προς την παροχή που οφείλει, έχει δικαίωμα ο άλ­λος να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δη­λώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, ο τελευταίος έχει δικαίωμα ή να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλή­ρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όχι όμως να απαιτήσει την παροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί, η παροχή εκπληρώθηκε κατά ένα μόνο μέρος και ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στη μερική εκπλήρωση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης για την όλη παροχή ή να υπαναχωρήσει από την όλη σύμβαση.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν απαιτείται να ταχθεί στον υπερήμερο οφει­λέτη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής: 1. αν από την όλη στάση του προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, 2. αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η σύμβαση είναι εκτελεστέα κατά διαδοχι­κές τμηματικές παροχές και ο οφειλέτης περιήλθε σε υπερ­ημερία ή υπαίτια αδυναμία ως προς μία τμηματική παρο­χή, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση ή να υπαναχωρήσει ως προς μόνη την παροχή αυτή. Τα ίδια δικαιώματα έχει ως προς τις υπολειπόμενες παροχές μόνο αν η καθυστέρηση ή αδυναμία ως προς την τμηματική πα­ροχή είναι τόσο ουσιώδης, ώστε ο δανειστής δεν έχει πια συμφέρον για το υπόλοιπο μέρος της σύμβασης ή αν υ­πάρχει βάσιμος φόβος ότι δεν θα εκπληρωθούν οι υπο­λειπόμενες παροχές. Με τους όρους αυτούς το δικαίωμα του δανειστή για αποζημίωση ή υπαναχώρηση εκτείνεται και στο μέρος της σύμβασης που εκτελέστηκε ήδη.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώσεις όπου ο δανειστής α­σκεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης, μπορεί επιπλέον με αίτησή του και κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου να του επιδικαστεί και αποζημίωση για την τυχόν ζημία από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης. Στο δικαίωμα της υπαναχώρησης κατά τα λοιπά εφαρ­μόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν τα περιστατικά στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστε­ρα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη ενόψει και της αντιπαροχής έγινε υπέρμετρα επα­χθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη. Αν αποφασιστεί η λύση της σύμβασης, επέρχεται από­σβεση των υποχρεώσεων παροχής που πηγάζουν απ' αυτήν και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Στη σύμβαση μπορεί κάποιος να επιφυλάξει στον εαυτό του το δικαίωμα της υπαναχώρησης. Η υπαναχώρηση επιφέρει απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώ­σουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Η υπαναχώρηση γίνεται με δήλωση αυτού που έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει προς τον άλλο.

Διαβάστε περισσότερα..

Η υπαναχώρηση απο­κλείεται αν το αντικείμενο που έλαβε ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει καταστράφηκε από τυχαίο γεγόνος ολικά ή κατά μεγάλο μέρος ή χειροτέρεψε ουσιωδώς.

Διαβάστε περισσότερα..

Η υπαναχώρηση αποκλείεται, αν αυτό που έλα­βε ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει: 1. από πταίσμα του καταστράφηκε ολικά ή κατά μεγάλο μέρος, ή χάθηκε ή χει­ροτέρεψε ουσιωδώς, 2. μεταποιήθηκε από αυτόν ολικά ή κατά μεγάλο μέρος με επεξεργασία ή μετάπλαση σε άλλο πράγμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η υπαναχώρηση αποκλείεται, αν ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει εκποίησε ολικά ή κατά μεγάλο μέρος το αντικείμενο που έλαβε ή το επιβάρυνε με δικαίωμα υπέρ τρίτου.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο δικαιούμενος να υπαναχωρήσει έγινε υπερήμερος ως προς την ολική ή την κατά μεγάλο μέρος απόδοση αυτού που έλαβε, η υπαναχώρηση γίνεται ανί­σχυρη, εφόσον δεν το αποδίδει μέσα στην εύλογη προθε­σμία που του έταξε ο άλλος.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαίωμα της υπαναχώρησης αποσβήνεται, αν δεν ασκηθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία που τάσσεται από τον άλλο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι από τις δυο πλευρές είναι περισσότεροι, το δικαίωμα της υπαναχώρη­σης απαιτείται να ασκηθεί από όλους και κατά όλων. Αν το δικαίωμα αυτό αποσβεστεί για έναν, αποσβήνεται και ως προς τους άλλους.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτός που επιφύλαξε στον εαυτό του την υπαναχώρηση για την περίπτωση όπου ο άλλος δεν θα εκπλήρωνε την υποχρέωσή του από τη σύμ­βαση, σε περίπτωση αμφιβολίας έχει το δικαίωμα αυτό μόνο αν η μη εκπλήρωση οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλ­λου. Αυτός που ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε την υποχρέω­σή του οφείλει να το αποδείξει.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο ένας από τους συμβαλλομένους επιφύλαξε στον εαυτό του την υπαναχώρηση έναντι καταβολής ποι­νής, η υπαναχώρηση είναι ανίσχυρη εφόσον έγινε χωρίς σύγχρονη καταβολή της ποινής και ο άλλος την απέκρουσε για το λόγο αυτό χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπί­πτει από τα συμβατικά του δικαιώματα, θεωρείται ότι ο δα­νειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπα­ναχώρησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η συμ­βατική ρήτρα ότι ο δανειστής σε περίπτωση υπαναχώ­ρησης κρατεί ως όφελος το μέρος της παροχής που έλαβε διέπεται από τις διατάξεις για την ποινική ρήτρα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι η παροχή πρέ­πει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρή­σει για μόνη την καθυστέρηση ανεξάρτητα από υπαιτιότη­τα του οφειλέτη. Αν ο δανειστής προτιμά την απαίτηση της παροχής, οφείλει να το ανακοινώσει αμέσως στον οφειλέ­τη, αλλιώς δεν έχει την απαίτηση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά την κατάρ­τιση της σύμβασης δόθηκε αρραβώνας, εφόσον δεν ορί­στηκε τίποτε άλλο, θεωρείται ότι δόθηκε για την κάλυψη της ζημίας από τη μη εκτέλεση της σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο υπαίτιος για τη μη εκτέλεση της σύμβασης χάνει τον αρραβώνα που έδωσε ή αποδίδει διπλάσιο αυτόν που έλαβε. Σε περίπτωση αμφι­βολίας, δεν αποκλείεται υποχρέωση για περαιτέρω αποζη­μίωση, που μειώνεται όμως κατά το ποσό του αρραβώνα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλή­ρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκ­πληρώσει την παροχή ή να περιέλθει σε υπερημερία. Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση που η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής, ο δανει­στής, αν απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε, αποκλείεται να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής. Αν ο δανειστής αντί για εκπλήρωση έχει δικαίωμα απο­ζημίωσης, μπορεί να απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε, καθώς και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρω­σης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής. Έχει επίσης το δικαίωμα να απαιτήσει και την επιπλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσή­κουσα εκπλήρωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η υπόσχεση της παροχής είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ποινική ρήτρα, και αν ακόμη τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα της υπόσχεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η ποινή που συμφω­νήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο, στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κάποιος δεχτεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο τρίτος έχει το δικαί­ωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας απ' αυτόν που υποσχέθηκε, αν προκύπτει τέτοια θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή αυτό συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφόσον ο τρίτος που έχει το δικαίωμα να απαι­τήσει απευθείας την παροχή δήλωσε προς αυτόν που υποσχέθηκε ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του, ο δέκτης της υπόσχεσης δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την υπο­χρέωσή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο τρίτος με δή­λωσή του προς αυτόν που υποσχέθηκε αποποιήθηκε το δικαίωμά του που πηγάζει από τη σύμβαση, το δικαίωμα αυτό θεωρείται ότι δεν αποκτήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτός που υ­ποσχέθηκε έχει το δικαίωμα να αντιτάξει και απέναντι στον τρίτο ενστάσεις από τη σύμβαση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτός που υπο­σχέθηκε σε άλλον ότι τρίτος θα καταβάλει κάποια παροχή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, οφείλει αποζημίωση αν ο τρίτος αρνηθεί την καταβολή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ενοχή αποσβήνεται με καταβο­λή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει ε­πιτρέψει να δεχτεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται απ’ αυτήν.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο δανει­στής αποδέχτηκε την παροχή που έγινε με σκοπό κατα­βολής, αυτόν βαρύνει η απόδειξη ότι η καταβολή δεν ήταν η προσήκουσα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχτεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχτεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν αντί καταβολής δόθηκε στο δανειστή κάτι άλ­λο, για τα πραγματικά ή νομικά ελαττώματά του ο οφει­λέτης ευθύνεται όπως ο πωλητής.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέ­της για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβο­λής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή, έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα, η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξι­πρόθεσμο χρέος και, αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή ̇ αν υ­πάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια, στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη ̇ αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επα­χθή, στο αρχαιότερο ̇ αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπει­τα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο. Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής, αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγρά­φου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο κομιστής έγγραφης εξοφλητικής απόδειξης του δανειστή θεωρείται ότι έχει εξουσιοδοτηθεί για την είσπραξη, εκτός αν υπάρχουν περιστατικά γνωστά στον οφειλέτη που καταβάλλει, από τα οποία προκύπτει το αντίθετο.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα σε περίπτωση υπερημερίας του δανειστή να προβεί σε δημόσια κατάθεση του οφειλομένου, αν αυτό συνίσταται σε χρήματα ή άλλα πράγματα δεκτικά κατά­θεσης κατά το νόμο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το οφειλόμενο είναι κινητό πράγμα μη δεκτικό κατάθεσης, ο οφειλέ­της σε περίπτωση υπερημερίας του δανειστή, αφού τον ειδοποιήσει προηγουμένως, μπορεί να το πουλήσει με δημόσιο πλειστηριασμό και να καταθέσει δημόσια το εκπλειστηρίασμα. Η ειδοποίηση μπορεί να παραλειφθεί, αν το πράγμα υπόκειται σε φθορά και υπάρχει κίνδυνος από τη χρονοτριβή ή αν η ειδοποίηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το μη δεκτικό κατάθεσης κινητό έχει χρηματιστηριακή τιμή ή έχει ανάλογα με τα απαιτούμενα έξοδα μικρή αξία, η πώληση γίνεται χωρίς πλειστηριασμό με άδεια του Μονομελούς Πρωτοδικείου(1).

(1) Βλ. άρθρα 3 παρ. 2 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και 739, 740, 787 Κ.Πολ.Δ.

 

Διαβάστε περισσότερα..

Η δημόσια κατάθε­ση γίνεται στην αρμόδια αρχή του τόπου της εκπλήρωσης της παροχής. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να γνωστο­ποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την κατάθεση στο δα­νειστή και, αν το παραλείψει, ευθύνεται σε αποζημίωση, εκτός αν η γνωστοποίηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δη­μόσια κατάθεση επιφέρει απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει κατά το χρόνο της κατάθεσης καταβολή από τον οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε να απαιτήσει από την αρχή το αντικείμενο που έχει κατα­τεθεί. Ο οφειλέτης όμως, εφόσον είναι υπόχρεος στην παροχή μόνο έναντι αντιπαροχής του δανειστή, μπορεί με δήλωσή του κατά την κατάθεση να εξαρτήσει την εκ μέρους του δανειστή απαίτηση του αντικειμένου που κατατέθηκε από τη σύγχρονη εκπλήρωση της αντιπαροχής.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφόσον ο δανειστής με δήλωση στην αρμόδια αρχή δεν αποδέχτη­κε την κατάθεση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να αναλάβει το αντικείμενο που έχει κατατεθεί. Αν το αναλάβει, η κατάθεση θεωρείται ότι δεν έγινε. Το δικαίωμα για ανάληψη είναι ακατάσχετο και ανεκχώρητο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο ο­φειλέτης, για λόγο που αφορά το πρόσωπο του δανειστή ή εξαιτίας εύλογης αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του δανειστή, αδυνατεί να εκπληρώσει με ασφάλεια την υποχρέωσή του, έχει το δικαίωμα να προβεί σε δημόσια κατάθεση με τα ίδια αποτελέσματα όπως στην περίπτωση της υπερημερίας του δανειστή. Η πώληση των μη δεκτικών κατάθεσης κινητών γίνε­ται στην περίπτωση αυτή με άδεια του δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα έξοδα της δη­μόσιας κατάθεσης ή του πλειστηριασμού ή της πώλησης βαρύνουν το δανειστή, εφόσον ο οφειλέτης δεν ανέλαβε το αντικείμενο που έχει κατατεθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ενοχή αποσβήνεται αν με σύμ­βαση αντικατασταθεί, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή (ανανέωση) που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσω­πα είτε άλλο οφειλέτη είτε άλλο δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η παλαιά ενοχή είναι άκυρη, είναι άκυρη και η ανανέωση, εκτός αν προκύπτει απ' αυτήν ότι περιέ­χει επικύρωση της άκυρης ενοχής. Αν η παλαιά ενοχή είναι ακυρώσιμη, η ανανέωση ι­σχύει, εκτός αν ο οφειλέτης το αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητά του, όταν έγινε η ανανέωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο σκοπός της ανανέ­ωσης απαιτείται να συνάγεται σαφώς.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περί­πτωση ανανέωσης οι εγγυητές, τα ενέχυρα ή οι υποθή­κες της παλαιάς ενοχής διατηρούνται υπέρ της νέας μόνο αν συναίνεσε ο εγγυητής ή ο κύριος του ενυπόθηκου ή του πράγματος που έχει ενεχυρασθεί, οφειλέτης ή τρίτος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο συμψηφισμός επιφέρει α­πόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτή­σεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικεί­μενο και ληξιπρόθεσμες.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε συμψηφισμό προτείνεται και ανταπαίτηση που έχει παραγραφεί, αν κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρ­ξαν δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής της.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δήλωση συμψηφισμού είναι ανίσχυρη, αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία. Αλλά η πρόταση συμψηφισμού ενώ­πιον δικαστηρίου είναι ισχυρή, εφόσον γίνεται για την πε­ρίπτωση που η αγωγή δεν θα απορριφθεί για άλλο λόγο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αυτός που χορήγη­σε χαριστικά στον οφειλέτη προθεσμία καταβολής δεν εμ­ποδίζεται από το γεγονός αυτό να συμψηφίσει την απαί­τησή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν οι α­μοιβαίες απαιτήσεις έχουν διαφορετικό τόπο καταβολής, αυτός που συμψηφίζει έχει την υποχρέωση να ανορθώ­σει τη ζημία που υφίσταται ο άλλος, επειδή δεν μπορεί να εκπληρώσει ή να λάβει την παροχή στον ορισμένο τόπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εγγυητής μπορεί να αντιτάξει σε συμψηφισμό την αντα­παίτηση του πρωτοφειλέτη κατά του δανειστή, ο πρωτοφειλέτης όμως δεν μπορεί να αντιτάξει την ανταπαίτηση του εγγυητή.

Διαβάστε περισσότερα..

Μετά την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη αυτός δεν μπορεί να προτείνει έναντι του εκδοχέα σε συμψηφισμό απαιτήσεις του κατά του εκχωρητή μεταγενέστερες από την αναγγελία.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση, που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν επι­τρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης, η οποία προέρχε­ται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός, αν ο οφειλέτης παραιτή­θηκε προκαταβολικά από αυτόν.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατάσχετης απαίτησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή και αυτός δεν συμφωνεί ως προς το χρέος που πρέπει να συμψηφιστεί, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την καταβολή σε περίπτωση περισσοτέρων χρεών.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν οι ιδιότητες δανειστή και οφειλέ­τη ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο, επέρχεται απόσβεση της ενοχής με σύγχυση. Η ενοχή αναβιώνει μόλις πάψει να υπάρχει η ένωση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν ο δανειστής συμφωνή­σει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να με­ταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκχωρητής έ­χει την υποχρέωση να δώσει στον εκδοχέα όσες πληρο­φορίες είναι αναγκαίες για την ενάσκηση της απαίτησης και να του παραδώσει τα αποδεικτικά της έγγραφα που βρί­σκονται στην κατοχή του. Αν εκχωρηθεί μέρος της απαίτησης, παραδίνεται κανο­νικά επικυρωμένο αντίγραφο των εγγράφων αυτών, επιφυ­λάσσεται όμως στον εκδοχέα το δικαίωμα να ζητήσει επί­δειξη των πρωτοτύπων.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκχωρη­τής έχει υποχρέωση, αν το ζητήσει ο εκδοχέας, να συντάξει δημόσιο έγγραφο για την εκχώρηση. Τα έξοδα βαρύ­νουν τον εκδοχέα.

Διαβάστε περισσότερα..

Με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και τα προνόμια, τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης. Προνόμια που συνδέονται με το πρόσωπο του δανειστή δεν μεταβιβά­ζονται.

Διαβάστε περισσότερα..

Με την εκχώρηση, αν δεν συμφωνήθηκε αλλιώς, μεταβιβάζονται και οι καθυστερούμενοι τόκοι.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης ελευθερώνεται, αν πριν από την αναγγελία κα­ταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυ­τόν σύμβαση άφεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε προς τον εκχωρητή.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέ­της μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ενστά­σεις που είχε κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία. Ανταπαίτηση, την οποία ο οφειλέτης είχε κατά του εκ­χωρητή στο χρόνο της αναγγελίας, μπορεί, αν και μη ληξιπρόθεσμη, να την αντιτάξει σε συμψηφισμό κατά του εκδο­χέα, αν αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη όχι βραδύτερα από την απαίτηση που εκχωρήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Απαιτήσεις ακα­τάσχετες είναι ανεκχώρητες.

Διαβάστε περισσότερα..

Απαίτηση, η οποία λόγω της φύσης της παροχής συνδέεται στενά με το πρόσωπο του δανειστή, είναι ανεκχώρητη.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν μπορεί να εκχωρηθεί απαίτηση, αν δανει­στής και οφειλέτης συμφώνησαν το ανεκχώρητο. Αλλά απέ­ναντι στον εκδοχέα ο οφειλέτης δεν μπορεί να επικαλεστεί τέτοια συμφωνία, αν ο εκδοχέας απέκτησε την απαίτηση στηριζόμενος σε έγγραφο που δεν περιείχε όρο για το ανεκ­χώρητο.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση εκ­χώρησης από επαχθή αιτία, ο εκχωρητής ευθύνεται μόνο για την ύπαρξη της απαίτησης. Σε περίπτωση εκχώρησης από χαριστική αιτία, δεν ευθύνεται ούτε για την ύπαρξη της απαίτησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο εκχωρητής ανέλαβε την ευθύνη για τη φερεγγυότητα του οφειλέτη, σε περίπτωση αμφιβολίας η ευ­θύνη αυτή αναφέρεται μόνο στη φερεγγυότητα κατά το χρόνο της εκχώρησης και αν η απαίτηση που εκχωρήθηκε τελεί κατά το χρόνο αυτό υπό αίρεση ή προθεσμία, η ευ­θύνη αναφέρεται στην φερεγγυότητα κατά το χρόνο της πλήρωσής τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η μεταβίβαση της απαίτησης επέρχεται από το νόμο, ο παλαιός δανειστής δεν ευθύνεται απέναντι στο νέο ούτε για την ύπαρξη της απαίτησης, ούτε για τη φερεγγυότητα.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι δια­τάξεις για την εκχώρηση απαιτήσεων εφαρμόζονται αναλό­γως και σε περίπτωση μεταβίβασης άλλων δικαιωμάτων, για τα οποία δεν ορίζεται κάτι άλλο στο νόμο.

Διαβάστε περισσότερα..

Με σύμβαση που συνάπτει με το δα­νειστή μπορεί κάποιος να αναδεχτεί ξένο χρέος έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταί­ος να απαλλαγεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αναδοχέας έχει απέναντι στο δανειστή τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε και ο παλαιός οφειλέτης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αναδοχέας μπορεί να αντιτάξει ενστάσεις που απορρέουν από τη σχέση μεταξύ του δανειστή και του παλαιού οφειλέτη. Απαίτηση του παλαιού οφειλέτη κατά του δανειστή δεν μπορεί να την αντιτάξει σε συμψηφισμό ο αναδοχέας.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αναδοχέας δεν έχει ενστάσεις από τη σχέση του με τον παλαιό οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικαιώματα παρεπόμενα στην απαίτηση κατά του παλαιού οφειλέτη εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά την αναδοχή. Εγγυητές, όμως, ενέχυρα και υποθήκες διατη­ρούνται μόνο αν συναίνεσε ο εγγυητής ή ο κύριος του ενυπόθηκου ή του πράγματος που έχει ενεχυρασθεί. Προνόμια που ασκούνται στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση αποσβήνονται με την αναδοχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Όποιος με σύμβαση αποκτά από άλλον ενυπόθηκο ακί­νητο με τον όρο να καταβάλει το υποθηκικό χρέος εκείνου που μεταβιβάζει, υπεισέρχεται ως προς το χρέος στη θέση του τελευταίου και τον απαλλάσσει, αν ο δανειστής δεν αποκρούσει εγγράφως την αλλαγή του οφειλέτη μέσα σε έξι μήνες από τη σχετική έγγραφη ανακοίνωση, που γίνε­ται μετά την μεταγραφή της εκποίησης. Η ανακοίνωση γίνεται μόνο από αυτόν που μεταβιβάζει και προς αυτόν γίνεται η απάντηση του δανειστή. Αυτός που μεταβιβάζει γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση σ' εκείνον που αποκτά, την απάντηση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κάποιος με σύμ­βαση που συνάπτει με το δανειστή υποσχεθεί την εκπλή­ρωση ξένου χρέους, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε, εφό­σον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής δεν απο­κτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει. Αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων που βλάπτει τους δανειστές είναι άκυρη απέναντί τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν περισσότεροι οφείλουν διαι­ρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαι­ρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος.

Διαβάστε περισσότερα..

Οφει­λή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσό­τερων οφειλετών της ίδιας παροχής, καθένας απ' αυτούς έ­χει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανει­στής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση ο­φειλής εις ολόκληρον, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να α­παιτήσει την παροχή κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε συνοφειλέτη είτε ολικά είτε μερικά. Έως την κατα­βολή ολόκληρης της παροχής, παραμένουν υπόχρεοι όλοι οι οφειλέτες.

Διαβάστε περισσότερα..

Η καταβολή που έγινε από ένα συνοφειλέτη απαλλάσσει και τους λοιπούς. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση δόσης ή υπόσχεσης αντί καταβολής, δημόσιας κατάθεσης, ανανέωσης και συμψηφισμού. Απαίτηση ενός από τους συνοφειλέτες δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό κατά του δανειστή από τους λοιπούς.

Διαβάστε περισσότερα..

Η άφεση χρέους προς ένα α­πό τους οφειλέτες ισχύει και για τους λοιπούς, μόνο εφό­σον συμφωνήθηκε με τέτοιο σκοπό. Το ίδιο ισχύει και για την παροχή προθεσμίας σε έναν από τους οφειλέτες.

Διαβάστε περισσότερα..

Η υπερημερία του δανειστή απέναντι σε έναν από τους οφειλέτες ενεργεί υπέρ όλων.

Διαβάστε περισσότερα..

Άλλα γεγονότα που συνέβησαν σε έναν από τους συνοφειλέτες, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, δεν ενεργούν υπέρ ή κατά των λοιπών. Αυτό ισχύ­ει ιδίως για την όχληση, την καταγγελία, την υπερημερία, το πταίσμα, την αδυναμία παροχής στο πρόσωπο ενός συνοφειλέτη, την παραγραφή, τη διακοπή και την αναστο­λή της, τη σύγχυση και το δεδικασμένο.

Διαβάστε περισσότερα..

Μεταξύ τους οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται κα­τά ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση. Ό,τι ο συνοφειλέτης που κατέβαλε δεν μπόρεσε να εισπράξει από κάποιο συνοφειλέτη, κατανέμεται με την ί­δια αναλογία ανάμεσα σ' αυτόν και τους λοιπούς.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφόσον ένας από τους συνοφειλέτες ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα ανα­γωγής κατά των λοιπών υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Α­παίτηση εις ολόκληρον υπάρχει ,όταν σε περίπτωση περισ­σότερων δανειστών για την ίδια παροχή, ο καθένας απ' αυτούς έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει ολόκληρη, ο ο­φειλέτης όμως έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μόνο μια φορά.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν υπάρχει α­παίτηση εις ολόκληρον, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα κατά την προτίμησή του να καταβάλει την παροχή σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, εφόσον κάποιος απ' αυτούς δεν έχει εγείρει εναντίον του αγωγή.

Διαβάστε περισσότερα..

Η καταβολή, η δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής η δημόσια κατάθεση, η ανανέωση, ο συμψηφισμός ή η σύγ­χυση έναντι ενός από τους δανειστές επιφέρει απόσβεση της απαίτησης και ως προς τους λοιπούς. Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση άφεσης χρέους από ένα δανειστή, εφόσον η άφεση συνομολογήθηκε με τέτοιο σκοπό. Η υπερημερία ενός από τους δανειστές ενεργεί και κα­τά των λοιπών.

Διαβάστε περισσότερα..

Άλλα γεγονότα που συνέβησαν σε έναν από τους δανειστές δεν ενεργούν υπέρ ή κατά των λοιπών, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση.

Διαβάστε περισσότερα..

Μετα­ξύ τους οι περισσότεροι δανειστές έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν περισσότεροι οφεί­λουν αδιαίρετη παροχή εφαρμόζονται οι διατάξεις της οφει­λής εις ολόκληρον. Η αδιαίρετη παροχή γίνεται διαιρετή, αν μετατράπηκε σε χρηματική. Αλλά αν η αδιαίρετη παροχή γίνει αδύνατη από πταίσμα ή κατά την υπερημερία ενός ή μερικών από τους οφειλέτες, αυτοί ενέχονται εις ολόκληρον ενώ οι λοι­ποί ελευθερώνονται από την ενοχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν περισσότεροι έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν αδιαίρετη παροχή, εφόσον δεν είναι από το νόμο ή από δικαιοπραξία δανειστές εις ολόκληρον ο οφειλέτης χρωστά την παροχή μόνο σε όλους μαζί και κάθε δανει­στής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει μόνο την παροχή προς όλους. Γεγονός που επήλθε στο πρόσωπο ενός από τους δα­νειστές ούτε ωφελεί ούτε βλάπτει τους λοιπούς.

Διαβάστε περισσότερα..

Η παροχή σε κάποιον ενός περιουσια­κού αντικειμένου αποτελεί δωρεά, αν γίνεται κατά τη συμ­φωνία των μερών χωρίς αντάλλαγμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Το να παραλείψει κάποιος, προς όφελος ενός άλ­λου, να αποκτήσει περιουσία ή το να παραιτηθεί από ένα δικαίωμα που δεν απέκτησε ακόμη, καθώς και το να απο­ποιηθεί μια κληρονομιά ή κληροδοσία, δεν αποτελεί δωρε­ά.

Διαβάστε περισσότερα..

Για τη σύσταση δωρεάς απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η δωρεά κινητού πράγματος, για την οποία δεν συντά­χθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, ισχυροποιείται αφότου ο δωρητής παραδώσει το πράγμα στο δωρεοδόχο.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δωρητής ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια. Για πραγματικά και νομικά ελαττώματα του αντικειμέ­νου της δωρεάς, ο δωρητής ευθύνεται μόνο αν υποσχέθηκε πως δεν υπάρχουν τέτοια ελαττώματα ή αν τα απέκρυψε με δόλο.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δωρητής δεν οφείλει τόκους υπερημερίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δωρητής έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να εκπληρώσει τη δωρεά, αν η εκπλήρωσή της θα έθετε σε κίν­δυνο, ενόψει και των υπολοίπων χρεών του, είτε τη δική του συντήρηση είτε τη διατροφή που οφείλει κατά το νόμο σε άλλους.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν η δωρεά συνίσταται σε περιοδικές παροχές, ο θάνατος του δωρητή συνεπάγεται την απόσβεση της υποχρέωσής του, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση δωρεάς υ­πό τρόπο, ο δωρητής έχει το δικαίωμα, αν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του που πηγάζει από τη δωρεά, να απαιτή­σει από το δωρεοδόχο την εκτέλεση του τρόπου. Αν πεθάνει ο δωρητής, την εκτέλεση τρόπου που αφο­ρά δημόσιο ή κοινωφελή σκοπό, έχει δικαίωμα να απαιτή­σει και η δημόσια αρχή.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δωρεοδόχος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να εκτελέσει τον τρόπο, εφόσον η αξία του αντικειμένου της δωρεάς δεν καλύπτει τη δαπάνη που απαιτείται για την εκ­τέλεση και δεν συμπληρώνεται η διαφορά.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δωρητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φά­νηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δω­ρητή ή στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο κληρονόμος του δωρητή έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος, ενεργώντας με πρό­θεση, θανάτωσε το δωρητή ή τον εμπόδισε να ανακαλέσει τη δωρεά.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο δωρητής ή ο κληρονόμος του έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος παραλείπει υπαί­τια να εκτελέσει τον τρόπο υπό τον οποίο έγινε η δωρεά.

Διαβάστε περισσότερα..

Η δωρεά που έγινε από κάποιον που δεν έχει γνήσιους κατιόντες μπορεί να ανακληθεί μέσα σε μια πε­νταετία αφότου εκπληρώθηκε αν, ενόσω ζούσε ο δωρητής ή ύστερα από το θάνατό του, γεννήθηκε γνήσιο τέκνο του ή αν νομιμοποιήθηκε τέκνο του με γάμο.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με δήλωση προς το δωρεοδόχο. Αφού γίνει η ανάκληση αποσβήνεται η υπο­χρέωση του δωρητή για παροχή και αναζητείται η παροχή που εκπληρώθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδι­καιολόγητο πλουτισμό.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ανάκληση αποκλείεται, αν ο δωρητής έδωσε συγγνώμη στο δωρεοδόχο ή αν πέρασε ένα έτος αφότου ο δωρητής, έχοντας δικαίωμα να ανακαλέσει, πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης. Δεν επιτρέπεται ανάκληση ύστερα από το θάνατο του δωρεοδόχου.

Διαβάστε περισσότερα..

Προκαταβολική παραίτηση από το δικαίωμα της ανάκλησης δεν ισχύει.

Διαβάστε περισσότερα..

Δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν μπορούν να ανακληθούν.

Διαβάστε περισσότερα..

Με τη σύμβαση της πώλησης, ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτε­λούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώ­σει το τίμημα που συμφωνήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής έχει υπο­χρέωση να μεταβιβάσει το αντικείμενο της πώλησης ελεύ­θερο από κάθε δικαίωμα τρίτου (νομικό ελάττωμα).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής δεν ευθύνεται για τα νομικά ε­λαττώματα που υπάρχουν κατά το χρόνο της πώλη­σης, αν ο αγοραστής τα γνώριζε. Αλλά για την υπο­θήκη ή την προσημείωση ή την κατάσχεση ή το ενέχυρο που υπάρχει ο πωλητής ευθύνεται και αν ακόμη ο αγοραστής γνώριζε την ύπαρξή τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο πωλητής δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώ­σεις του, ο αγοραστής έχει όσα δικαιώματα έχει ο δανει­στής στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και ιδίως σε περί­πτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απόδειξη απέναντι στον πωλητή ότι υπάρ­χουν νομικά ελαττώματα βαρύνει τον αγοραστή.

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3043/21-8-02).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τον αγο­ραστή για τις νομικές σχέσεις του αντικειμένου της πώλη­σης, και ιδίως για τα όρια, τα δικαιώματα και τα βάρη πά­νω στο ακίνητο, καθώς και να του παραδώσει όσα απο­δεικτικά έγγραφα των δικαιωμάτων του κατέχει.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του πω­λητή για νομικά ελαττώματα εφαρμόζονται αναλόγως και σε άλλες συμβάσεις που γεννούν υποχρέωση για εκποί­ηση με αντάλλαγμα.

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθρο S3 του Εισ.Ν. Κ. ΠολΛ).

Διαβάστε περισσότερα..

Αφότου παρα­δοθεί το πράγμα που πουλήθηκε, τον κίνδυνο για την τυ­χαία καταστροφή ή τη χειροτέρευσή του φέρει ο αγορα­στής. Προκειμένου για ακίνητο, αν η μεταγραφή της πώλη­σης έγινε πριν από την παράδοση, ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο από τη μεταγραφή.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση που η πώληση είναι υπό αίρεση, αν το πράγμα που πουλήθηκε παραδόθηκε στον αγορα­στή ενόσω εκκρεμεί ακόμη η αίρεση, τον κίνδυνο για την τυχαία καταστροφή ή χειροτέρευσή του, που συνέβη πριν από την πλήρωση της αίρεσης, τον φέρει ο πωλητής αν η αίρεση είναι αναβλητική, και ο αγοραστής αν η αίρεση είναι διαλυτική.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο πωλητής, με αίτηση του αγοραστή, στέλνει το πράγμα σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο της εκπλή­ρωσης της παροχής, ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο αφό­του το πράγμα παραδοθεί για αποστολή.

Διαβάστε περισσότερα..

Από τη στιγμή που ο αγοραστής φέρει τον κίν­δυνο, παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής βαρύνεται με τα έξοδα για την παράδοση του πράγματος που πουλήθηκε και ιδίως για το ζύγισμα, τη μέτρηση ή την αρίθμηση. Ο αγοραστής βαρύνεται με τα έξοδα της παραλαβής και της αποστολής σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο της εκπλήρωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα έξοδα ή τα τέλη που απαιτούνται για την έγ­γραφη κατάρτιση της σύμβασης βαρύνουν εξίσου και τα δυο μέρη. Ο αγοραστής ακινήτου ή δικαιώματος σε ακίνητο βαρύνεται με τα έξοδα της μεταγραφής.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε όσες περιπτώσεις ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο πριν από την παράδοση, έχει την υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις για την εντολή, να αποδώσει τις δαπάνες που, ύστερα από τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή και έως την παράδοση, έγιναν αναγκαίες για το πράγμα που πουλήθηκε και που τις κατέβαλε ο πωλητής. Για άλλες δα­πάνες μη αναγκαίες ισχύουν οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν πιστώθηκε το τίμημα, ο αγοραστής οφείλει γι' αυτό τόκους, αφότου παίρνει τα ωφελήματα του πράγματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο­ρίστηκε ως τίμημα η αγοραία ή η χρηματιστηριακή τιμή, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι τα μέρη απέβλεψαν στη μέση τιμή της αγοράς ή του χρηματιστηρίου κατά το χρόνο και στον τόπο της εκπλήρωσης της παροχής. Αν το τίμημα του πράγματος ορίστηκε κατά βάρος, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι τα μέρη απέβλεψαν στο καθαρό βάρος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο πωλητής εκπλήρωσε τη σύμβαση εξολοκλήρου και πίστωσε το τίμημα, δεν έχει δικαίωμα να υπαναχωρήσει εξαιτίας κα­θυστέρησης του τιμήματος.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν στην πώληση έχει τεθεί ο όρος ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα ωσότου αποπληρωθεί το τίμημα, σε περί­πτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι η μεταβίβαση της κυριό­τητας στον αγοραστή επέρχεται μόλις πληρωθεί η αίρεση της αποπληρωμής του τιμήματος και ότι ο πωλητής, σε πε­ρίπτωση υπερημερίας του αγοραστή, έχει δικαίωμα είτε να απαιτήσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμ­βαση, ασκώντας τα δικαιώματά του από την κυριότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο αγοραστής φέρει τον κίνδυ­νο αφότου του παραδοθεί το πράγμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση πώλη­σης με αναγκαστικό ή εκούσιο πλειστηριασμό απαγορεύ­εται να αγοράσουν είτε αυτοπροσώπως, είτε δια μέσου άλ­λου, είτε για λογαριασμό άλλου: 1. εκείνοι που έχουν από το νόμο τη διαχείριση της περιουσίας κάποιου, πράγματα από αυτή την περιουσία, 2. οι εντολοδόχοι ή διαχειριστές, πράγματα των οποίων τους έχει ανατεθεί η πώληση, 3. δημόσια πρόσωπα ή οι βοηθοί τους, πράγματα που η πώλησή τους γίνεται με τη μεσολάβησή τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα.(1)

(1)  
(Τα άρθρα 534 έως 537 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 του Ν. 3043/21-8-02).
Βλ. επίσης και στη σελ. 123, την εγκύκλιο Ζ1/71 της 27-1-03 του Υπ. Αν. σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3043/02.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής δεν εκπληρώνει την κατά το προηγούμενο άρθρο υποχρέωσή του, αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση και ιδίως:

  1. δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή ή στο δείγμα ή υπόδειγμα που ο πωλη­τής είχε παρουσιάσει στον αγοραστή.
  2. δεν είναι κατάλληλο για τον σκοπό της συγκεκριμέ­νης σύμβασης και ιδιαίτερα για τη σύμφωνη με το σκοπό αυτό ειδική χρήση.
  3. δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας.
  4. δεν έχει την ποιότητα ή την απόδοση που ο αγο­ραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη και τις δημόσιες δηλώ­σεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του, στο πλαίσιο ιδίως της σχετικής διαφήμισης ή της επι­σήμανσης, εκτός αν ο πωλητής δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει τη σχετική δήλωση. (Τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1, παρ. 1 του Ν. 3043/21-8-02).

 

Διαβάστε περισσότερα..

Το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση και σε περίπτωση πλημ­μελούς εγκατάστασής του, αν η εγκατάσταση αποτελεί μέρος της σύμβασης και πραγματοποιήθηκε από τον πω­λητή. Το ίδιο ισχύει και όταν η πλημμέλεια της εγκατάστα­σης που έγινε από τον αγοραστή οφείλεται στην παρά­λειψη του πωλητή να του παράσχει τις σωστές οδηγίες. (Τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1, παρ. 1 του Ν. 3043/21-8-02).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες, εκτός αν ο αγοραστής κατά τη σύναψη της σύμ­βασης γνώριζε ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση ή η μη ανταπόκριση οφείλεται σε υλικά που χο­ρήγησε ο αγοραστής. Το ελάττωμα ή η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας που διαπιστώνεται μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση του πράγματος τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παρά­δοση, εκτός αν τούτο δεν συμβιβάζεται με τη φύση του πράγματος που πουλήθηκε ή με τη φύση του ελαττώμα­τος ή της έλλειψης. (Τίθεται όπως αντικαταστάθηκε α­πό το άρθρο 1 του Ν. 3043/21-8-02).

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε από το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3043/02).

Διαβάστε περισσότερα..

(Καταργήθηκε με το άρθ. 53 του Εισ. Ν. Κ.ΠολΛ).

Διαβάστε περισσότερα..

Στις περιπτώ­σεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ο αγοραστής δικαιούται κατ’ επιλογήν του: 1. να απαιτήσει, χωρίς επιβά­ρυνσή του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή α­παιτεί δυσανάλογες δαπάνες, 2. να μειώσει το τίμημα, 3. να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός εάν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Ο πωλητής οφείλει να πραγματοποιήσει τη διόρθωση ή την αντικατάσταση σε εύλογο χρόνο και χωρίς σημα­ντική ενόχληση του αγοραστή.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής μπορεί, αν διαπιστωθεί αργότερα και άλλο ελάττωμα, να ασκήσει εκ νέου ένα από τα δικαι­ώματα του προηγούμενου άρθρου. Το ίδιο ισχύει και όταν λείπει συνομολογημένη ιδιότητα. (1)

(1)
Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντι- καταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.
 

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο μπορεί, μολονότι ο αγοραστής άσκησε το δικαίωμα υπαναχώρησης, να επιδικάσει μόνο μείωση του τιμήματος ή να διατάξει αντικατάσταση του πράγματος, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις δεν δικαιολογούν την υπαναχώρηση. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντι- καταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.



 

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα δικαιώ­ματα του άρθρου 540, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους. Το ίδιο ισχύει και σε περίπττωση παροχής ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής δεν ευθύνεται σε αποζημίωση για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, αν η ιδιότητα αυτή υπήρχε κατά τη σύναψη της σύμβασης, αλλά έπαυσε να υπάρχει χωρίς υπαιτιότητα του πωλητή πριν μεταβεί ο κίν­δυνος στον αγοραστή.(1)

(1)
Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.
 

Διαβάστε περισσότερα..

(Το άρθρο 545 Α.Κ. καταργήθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 16 του Ν. 3853/17-6-2010) (ΦΕΚΒ90/17-6-10).

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαίωμα αντικατάστασης του πράγματος κατά το άρθρο 540 το έχει με τους ίδιους όρους και ο πωλητής, εφόσον η άσκησή του δεν είναι ασύμφορη για τον αγοραστή. (Στο άρθρο 546 υπήρχαν επίσης δύο ακόμα εδάφια, τα οποία καταργήθακαν με την παρ. 1 του άρθρ. 16 του Ν. 3853/17-6-2010) (ΦΕΚ Β90/17-6-10).

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο αγοραστής υπανα­χωρήσει από τη σύμβαση λόγω πραγματικού ελαττώμα­τος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, έχει υποχρέ­ωση να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που του προσέθεσε ο ίδιος, καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε. Ο πωλητής επιστρέφει το τίμημα με τόκο, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα. Οι διατάξεις της προηγού­μενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αντικατάστασης του πράγματος. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντι- καταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

 

 

 

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ζητήσει αντικατάσταση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή να μειώσει το τίμημα και αν ακόμη το πράγμα καταστράφηκε ή χειροτέρεψε εξαιτίας του ελαττώματος. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντι- καταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.




 

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το πράγμα εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο μέρος καταστράφηκε ή χάθηκε ή χειροτέρεψε ουσιωδώς από τυχαίο περιστατικό, ο αγοραστής έχει δικαίωμα μόνο σε μείωση του τιμήματος. Το ίδιο ισχύει και αν το πράγμα μεταποιήθηκε ή εκποιήθηκε εξολοκλήρου ή σε μεγάλο μέρος από τον αγο­ραστή. (1)
 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.



 

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο πωλη­τής ακινήτου διαβεβαίωσε τον αγοραστή ότι το ακίνητο έ­χει ορισμένη έκταση, ευθύνεται όπως και για συνομολογημένη ιδιότητα. Ο αγοραστής έχει δικαίωμα υπανα­χώρησης για ελλιπή έκταση τότε μόνο όταν η έλλειψη είναι τόσο σημαντική, ώστε ο αγοραστής δεν έχει συμφέ­ρον στη σύμβαση. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.

 

Διαβάστε περισσότερα..

Αν από περισσότερα πράγματα που πουλήθηκαν μερικά μό­νο έχουν ελάττωμα ή δεν έχουν τη συνομολογημένη ιδιό­τητα, το δικαίωμα αντικατάστασης ή υπαναχώρησης περιο­ρίζεται μόνο σε αυτά, και αν ακόμη ορίσθηκε ενιαίο τίμημα για όλα. Αν όμως κατά την πρόθεση των μερών τα πράγ­ματα πουλήθηκαν αθρόα ή ως σύνολο και εκείνα που έ­χουν το ελάττωμα ή την έλλειψη δεν μπορούν να αποχω­ριστούν από τα υπόλοιπα χωρίς να ζημιωθεί ο ένας από τους συμβαλλομένους, το δικαίωμα αντικατάστασης ή υπα­ναχώρησης επεκτείνεται σε όλα. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.

 

Διαβάστε περισσότερα..

Η αντικατάσταση ή υπαναχώρηση για το κύριο πράγμα περιλαμβάνει και το παρεπόμενο, και αν ακόμη ορίσθηκε γι’ αυτό ιδιαίτερο τίμημα.(1)
 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

Διαβάστε περισσότερα..

Αν οι πωλητές ή οι αγοραστές είναι περισ­σότεροι, για το δικαίωμα αντικατάστασης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 396, ενώ το δικαίωμα μείωσης του τιμήματος ασκείται και από τον καθέναν ή κα­τά καθενός συμμέτρους. Το ίδιο ισχύει και αν ο πωλητής ή ο αγοραστής κληρονομηθεί από πολλούς.(1)
 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

Διαβάστε περισσότερα..

Τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών για τα ακίνητα και δύο ετών για τα κινητά. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.

 

Διαβάστε περισσότερα..

Η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή. Το ίδιο ισχύει και αν ο αγορα­στής ανακάλυψε το ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητας αργότερα. Αν ο αγοραστής ζήτησε να διεξαχθεί συντηρητική από­δειξη, η παραγραφή διακόπτεται έως το τέλος της διαδικα­σίας αυτής.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν συμφωνήθηκε προθεσμία ευθύνης του πωλη­τή για ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, αυτό σε περίπτωση αμφιβολίας σημαίνει ότι η παραγραφή για τα ελαττώματα ή τις ελλείψεις που εκδηλώθηκαν μέσα στην προθεσμία αρχίζει από τότε που εκδηλώθηκαν. (1)

 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.

 

Διαβάστε περισσότερα..

Ο πωλητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την παραγραφή των προηγούμενων άρθρων, αν απέκρυψε ή α­ποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας. (1)
 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής μπορεί και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής να ασκήσει με ένσταση τα δικαιώματά του από το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, εφόσον ειδοποίησε γι’ αυτά τον πωλητή μέσα στο χρόνο της παραγραφής. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.

 

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής μπορεί και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής να ασκήσει με ένσταση τα δικαιώματά του από το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, εφόσον ειδοποίησε γι’ αυτά τον πωλητή μέσα στο χρόνο της παραγραφής. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο πωλητής ή τρίτος έ­χει παράσχει εγγύηση για το πράγμα που πουλήθηκε, ο αγοραστής έχει, έναντι εκείνου που εγγυήθηκε, τα δικαιώ­ματα που απορρέουν από τη δήλωση της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται σε αυτήν ή τη σχε­τική διαφήμιση, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματά του που πηγάζουν από το νόμο. (1)
 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.



 

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων και ευθύνης του τελικού πωλητή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, η παραγραφή των δικαιωμάτων του κατά προηγούμενου πωλητή λόγω του ελαττώματος ή της έλλειψης αρχίζει από τότε που ικανοποιήθηκε ο αγοραστής, εκτός αν προηγήθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατά του τελικού πωλητή, οπότε η παραγραφή αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης αυτής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται για την παραγραφή οι διατάξεις των άρθρων 554 έως 558. (1)
 

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

 

 

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και σε περίπτωση αναγωγής εναντίον κάθε προηγούμενου πωλητή του ίδιου πράγματος. (1)

(1) Τα άρθρα 540 έως και 561 τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1, παρ 1 του Ν. 3043/02.


 

Διαβάστε περισσότερα..

Οι δια­τάξεις οι σχετικές με την ευθύνη του πωλητή για ελαττώματα του πράγματος ή για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτή­των εφαρμόζονται αναλόγως και σε άλλες συμβάσεις εκ­ποίησης με αντάλλαγμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Η πώληση με δοκιμή λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι τελεί υπό την α­ναβλητική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Ο αγορα­στής είναι ελεύθερος να εγκρίνει ή να αποποιηθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής έχει δικαίωμα να εκφραστεί μόνο μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί ή, αν δεν υπάρχει προθεσμία, μόνο μέσα σε εύλογη προθεσμία που τάσσει ο πωλητής. Αν το πράγμα που πουλήθηκε με δοκιμή έχει παραδοθεί στον αγοραστή, η σιωπή του λογίζεται ως έγκριση, αλλιώς ως αποποίηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Με το σύμφωνο της εξώνησης ο πωλητής έχει δικαίωμα μέσα σε ορισμένη προθεσμία να πάρει πίσω το πράγμα αντί τιμήματος που έχει συμφωνηθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν συμφωνήθηκε τίμημα για την εξώνηση, ως τίμημα λογίζεται το τίμημα της πώλησης. Η προθεσμία για την εξώνηση είναι πενταετής, αν δεν συμφωνήθηκε άλλη ή αν αυτή που συμφωνήθηκε είναι μακρότερη.

Διαβάστε περισσότερα..

Η εξώνηση συντελείται με τη δήλωση του πωλητή προς τον αγοραστή ότι ασκεί το δικαίωμα της εξώνησης. Η δήλωση για την εξώ­νηση πρέπει να γίνει με τον ίδιο τύπο που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση της πώλησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Όταν συντελεστεί η εξώνηση, ο αγο­ραστής έχει υποχρέωση να επιστρέφει το πράγμα μαζί με τα παραρτήματά του ελεύθερο από τα βάρη με τα οποία το έχει επιβαρύνει πριν από την εξώνηση και ο πωλητής έχει υποχρέωση να καταβάλει το τίμημα. Για τα πριν από την εξώνηση ωφελήματα δεν παρέχεται αξίωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής έχει υποχρέωση αποζημίωσης, αν κατά την εξώνηση είναι αδύνατη από υπαιτιότητά του η απόδοση του πράγματος στην κατάσταση που το παρέλαβε. Το ίδιο ισχύει και αν το πράγμα εκποιήθηκε αναγκα­στικά πριν από την εξώνηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το πράγμα καταστράφηκε πριν από την εξώ­νηση εξολοκλήρου ή σε μεγάλο μέρος, χωρίς υπαιτιότητα του αγοραστή, το δικαίωμα της εξώνησης αποσβήνεται. Αν το πράγμα έχει χειροτερέψει, ο πωλητής δεν έχει δικαί­ωμα σε μείωση του τιμήματος της εξώνησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει τις δαπάνες που έγιναν πάνω στο πράγμα πριν από την εξώνηση, μόνο εφόσον αυξήθηκε από αυτές η αξία του. Ο αγοραστής μπορεί να αφαιρέσει το κατασκεύασμα που έχει προστεθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν το δικαίωμα της εξώνησης ανήκει ή περιήλθε σε περισ­σότερους ή αρμόζει κατά περισσότερων υπόχρεων, μπο­ρεί να ασκηθεί μόνο από όλους και εναντίον όλων. Αν ό­μως κάποιος από τους δικαιούχους παραιτήθηκε από το δι­καίωμα ή το έχασε, οι υπόλοιποι το ασκούν εξολοκλήρου.

Διαβάστε περισσότερα..

Στην ανταλλαγή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την πώληση. Ο καθένας από τους συμβαλλομένους κρίνεται ως πωλητής για την παροχή που τον βαρύνει και ως αγοραστής για την παροχή που απαιτεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγ­ματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκμισθω­τής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά το χρόνο της παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθω­τής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφω­νημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μια τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου, ο μισθωτής έχει δι­καίωμα, αντί για τη μείωση ή τη μη καταβολή του μισθώ­ματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Το ίδιο ισχύει και αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου που υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο μισθωτής έχει το δικαίωμα του προηγούμενου άρθρου και αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίστηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης. Ο μισθωτής έχει το ίδιο δικαίωμα και αν ο εκμισθωτής έγινε υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας. Σ' αυτή την πε­ρίπτωση όμως ο μισθωτής έχει δικαίωμα να επιχειρήσει ο ίδιος την άρση και να απαιτήσει τη δαπάνη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα, που γνώριζε ο μισθωτής κατά τη συνομολό­γηση της σύμβασης. Το ίδιο ισχύει και για συμφωνημένες ιδιότητες, που την έλλειψή τους γνώριζε ο μισθωτής κατά τη συνομολό­γηση της σύμβασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα, που ο μισθωτής αγνοούσε από βαριά αμέλεια κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, εκτός αν ο εκμι­σθωτής υποσχέθηκε ότι δεν υπάρχει ελάττωμα ή αν το αποσιώπησε με δόλο.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για το πραγματικό ελάττωμα ή την έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, αν ο μισθωτής παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν εξαιτίας κάποιου δικαιώματος τρίτου αφαιρέθηκε από τον μισθωτή ολικά ή μερικά η συμφωνημένη χρήση του μισθίου (νομικό ελάττωμα), εφαρμόζονται αναλόγως οι (Βλ. και Ν. 3581/07 για την πώληση και ταυτόχρονη μίσθωση ακινήτων του Δημοσίου και για τις μακροχρόνιες και χρηματοδοτικές μισθώσεις του Δημοσίου) διατάξεις των άρθρων 576 έως 579. Αλλά ο μισθωτής δεν μπορεί να επιχειρήσει ο ίδιος την άρση του νομικού ελατ­τώματος με δαπάνες του εκμισθωτή. (Το εδ. α' του 583 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2, παρ. 4 του Ν. 3043/21-8-02).

Διαβάστε περισσότερα..