Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας

www.freelaw.gr
Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας

Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, όπως ψηφίστηκε με τον Ν. 2717/1999.

Τροποποιήσεις:

4274/2014, 4170/2013, 4152/2013, 4139/2013

και 4093/2012, 4079/2012, 4072/2012, 4055/2012, 4051/2012, 4038/2012.

AttachmentSize
kdk_2717_1999.pdf2.23 MB

Άρθρα νόμου

Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού διέπουν την εκδίκα­ση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοι­κητικά δικαστήρια.

Διαβάστε περισσότερα..

Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, εκτός εκείνων που η εκδίκασή τους έχει ανατεθεί, με ειδική διάταξη νόμου, σε άλλα διοικητικά δικαστήρια.

Διαβάστε περισσότερα..

Κατά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφο­ρετικά, επιτρέπεται:

α) με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 5, να κριθούν παρεμπιπτόντως ζητήματα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αν από τα ζητήματα αυτά εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς, ή 
 
β) να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης, εφόσον δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τα συμφέροντα των διαδίκων, αν παρεμπίπτοντα ζητήματα πρόκειται να κριθούν με δύναμη δεδικασμένου σε δίκη, η οποία εκκρεμεί στο κατά δικαιοδοσία αρμόδιο δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων, αν από τον Κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, ασκείται σε δύο βαθμούς.

2. Εισαγωγή υπόθεσης απευθείας στο δεύτερο βαθμό δεν επιτρέπεται.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλ­λων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχε­τικές διατάξεις.

2. Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, από τις αποφά­σεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν, έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινι­κών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη.
 
3. Ως προς τις αποφάσεις των αλλοδαπών πολιτικών δικαστηρίων, έχουν ανάλογη εφαρμογή όσα ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 323 του Κώδικα Πολιτικής Δι­κονομίας, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει.
 
4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοι­χεία της δικογραφίας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η, σε πρώτο βαθμό, εκδίκαση των διοικητικών δια­φορών ουσίας ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο.

2. Κατ' εξαίρεση, η εκδίκαση:
 
α) των διαφορών από δι­οικητικές συμβάσεις ανήκει, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, στο εφετείο. 
 
β) των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, ανήκει σε πρώτο βαθμό στο μονομελές πρωτοδικείο. Εάν το αντικείμενο υ­περβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ ανήκει στο πρώτο και τελευταίο βαθμό στο εφετείο.
 
γ) των χρηματικών διαφορών, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, ανήκει στο μονομελές πρωτοδικείο. (Οι περ. β ' και γ' τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 47 παρ. 1 Ν. 4055/2012με ισχύ από 2-4-2012. Σύμφωνα δε με το άρθρο 110 παρ. 15 του ίδιου νόμου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει οριστεί δικάσι­μος).
 
δ) των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρ­μογή των άρθρων 13 και 14 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α'), του άρθρου 153 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α') και των περιπτώσεων γ', δ' και ε' της παραγράφου 4 του άρ­θρου 1 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α'), η οποία προσ­τέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 51 του ν. 3659 / 2008 (ΦΕΚ 77 Α’), ανήκει στον πρόεδρο πρωτοδικών του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος αποφαίνεται ανεκκλήτως. Οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (Α' 179), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (Α' 213), εφαρμόζονται για την εκδί­καση των προσφυγών αυτών. (Το δεύτερο εδάφιο της περ. δ' τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 3994/2011. Σύμφωνα δε με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου η αντικατάσταση ισχύει και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3900/2010 -1/1/2011- υποθέσεις). Αν πρό­κειται για φορολογική ή τελωνειακή εν γένει διαφορά, για την εφαρμογή των παραπάνω περιπτώσεων β' και γ' η αρμοδιότητα προσδιορίζεται με βάση το ποσό του κύριου φόρου, δασμού, τέλους ή προστίμου. (Η παρ. 2 τίθεται ό­πως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 3900/2010, με ισχύ από 1-1-2011. Σύμφωνα δε με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου (13) η τροποποίηση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου υποθέσεις).
 
3. Αν η κατά τις περιπτώσεις β' και γ' της προηγού­μενης παραγράφου, χρηματική διαφορά έχει δημιουργηθεί από τον καταλογισμό ή την οποιασδήποτε άλλης φύσης βεβαίωση, με την ίδια πράξη, διάφορων ποσών κατά του ίδιου υποχρέου, η αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση το μεγαλύτερο από τα ποσά αυτά. Το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την πράξη με το μεγαλύτερο ποσό καθί­σταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες συναφείς πράξεις. Αν στο πλαίσιο του ίδιου προσωρινού ή οριστικού φορολο­γικού ελέγχου έχουν καταλογιστεί για το ίδιο οικονομικό έτος ή διαχειριστική περίοδο με την ίδια ή περισσότερες πράξεις, διάφορα ποσά, κατά του ίδιου υποχρέου, ανεξαρ­τήτως αν αυτά αφορούν διαφορετικά φορολογικά αντικεί­μενα, το εφετείο, εφόσον είναι αρμόδιο για κάποια από αυτές, καθίσταται αρμόδιο και για τις υπόλοιπες, ανεξαρ­τήτως ποσού. (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011. Σύμ­φωνα δε με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου (13), η τροποποίηση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου υποθέσεις. Το τελευταίο εδ. της παρ. 3 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 5α Ν. 3943/2011. Η τροποποίηση αυτή καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος της -31/3/2011- υποθέσεις).
 
4. (Καταργήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 3900/2010. Ισχύς κατάργησης από 1-1-2011. Η κατάργηση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος της υποθέσεις).
 
5. Το ποσό που ορίζεται στην περ. β' της παρ. 2 είναι δυνατόν να μεταβάλλεται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δι­καιοσύνης.
 
6. Η σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών δια­φορών ουσίας ανήκει στο τριμελές εφετείο. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις που η πρωτόδικη απόφαση εκδίδεται από το μονομελές πρωτοδικείο, η εκδίκαση της διαφοράς σε δεύτερο βαθμό ανήκει στο μονομελές εφετείο. Το τελευ­ταίο εδάφιο της παρ. 6 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 3900/2010. Σύμφωνα με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, (13) η τροποποίηση αυτή ισχύει για εφέσεις κατά αποφάσεων που θα δημοσιευθούν ένα έτος μετά τη δημοσί­ευση του Ν. 3900/2010 -ημ. δημ. 17-12-2010).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αρμόδιο στον πρώτο, ή πρώτο και τελευταίο, βαθμό είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει η αρχή από πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνου της οποίας δημιουργήθηκε η διαφορά. Η αρμοδιότητα αυ­τή διατηρείται και στις περιπτώσεις που, κατά των πρά­ξεων ή παραλείψεων τούτων, ασκείται οποιαδήποτε διοι­κητική προσφυγή.

2. Κατ εξαίρεση, αρμόδιο δικαστήριο είναι:
 
α) αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν τα όρια των δήμων και κοινοτήτων, εκείνο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύουν οι διάδικοι οργανισμοί, και αν αυτοί εδρεύουν σε περιφέρειες περισσότερων δικαστηρίων, εκείνο στην περι­φέρεια του οποίου εδρεύει ο πολυπληθέστερος, κατά την τελευταία απογραφή, οργανισμός, ενώ
 
β) αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα στον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) και τους ασφαλισμένους του ή πρόσωπα που δικαιούνται παροχές από αυτόν, εκεί­νο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το όργανο που, κατά τις οικείες διατάξεις, είναι αρμόδιο προς παραλαβή της σχετικής αίτησης ή δήλωσης του ενδιαφερομένου για τη χορήγηση παροχής, ή στην περιφέρεια που οποίου κα­τοικεί αυτός σε βάρος του οποίου έγινε καταλογισμός χρη­ματικού ποσού,
 
γ) αν πρόκειται για διαφορές που αφορούν στις απο­δοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., αρμόδιο είναι και το δικαστήριο του τό­που όπου υπηρετεί ο υπάλληλος.
 
3. Αν πρόκειται για αγωγή προς επιδίωξη αξίωσης που ερείδεται σε πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ορ­γάνων περισσοτέρων αρχών, η αρμοδιότητα καθορίζεται από την έδρα οποιασδήποτε από τις αρχές αυτές, κατ' επιλογήν του ενάγοντος. (Η παρ. 3 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 14 Ν. 3900/2010 ενώ οι παρ. 3 και 4 αναριθμήθηκαν αντίστοιχα σε 4 και 5).
 
4. Όταν η αρχή εδρεύει στην αλλοδαπή, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Πρωτεύουσας.
 
5. Αρμόδιο στο δεύτερο βαθμό είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο που είναι αρμόδιο όταν ασκείται το ένδικο βοήθημα ή μέσο διατηρεί την αρμοδιότητα του ως την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν στο μεταξύ μετα­βληθεί η αρμοδιότητά του.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν είναι δυνατή η παρέκταση κανενός είδους αρμο­διότητας ακόμη και αν προς τούτο συμφωνούν ή δεν αντι­λέγουν οι διάδικοι.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν η ίδια υπόθεση εκκρεμεί σε περισσότερα από ένα δικαστήρια χωρίς να έχει χωρήσει η συζήτησή της σε κανένα από αυτά, το αρμόδιο δικαστήριο καθορίζεται, κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο, είτε ύστερα από αίτηση ενός από τους διαδίκους, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφη βεβαίωση για την εκκρεμοδικία, είτε ύστερα από σχετική αναφορά του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή, που διευθύνει οποιοδήποτε από τα δικαστήρια αυτά. Η αίτηση ή η αναφορά απευ­θύνεται στο κατά την επόμενη παράγραφο αρμόδιο δικα­στήριο, στο οποίο και κατατίθεται. Κυρωμένο αντίγραφο της αίτησης ή της αναφοράς αυτής κοινοποιείται στα δικα­στήρια, όπου εκκρεμεί η υπόθεση.

2. Η αρμοδιότητα ανάμεσα σε πρωτοδικεία που υπά­γονται στην περιφέρεια του ίδιου εφετείου κανονίζεται από το εφετείο, ενώ ανάμεσα σε πρωτοδικεία διαφόρων εφετειακών περιφερειών ή ανάμεσα σε πρωτοδικείο και εφετείο ή ανάμεσα σε διάφορα εφετεία, κανονίζεται από το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσης.
 
3. Στη σχετική συζήτηση καλούνται όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 128.
 
4. Μετά την υποβολή της αίτησης ή της αναφοράς και ωσότου δημοσιευτεί η απόφαση για τον κανονισμό της αρμοδιότητας, τα κατά την παρ. 1 δικαστήρια δεν μπορούν να προβούν στη συζήτηση της υπόθεσης.
 
5. Αν η απόφαση με την οποία κανονίζεται η αρμοδι­ότητα είναι του εφετείου, αυτή δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι δυνατή, ούτε με αναπλήρωση δικαστών, η νόμιμη συγκρότηση του δικα­στηρίου, ή αν, για σπουδαίο λόγο, καθίσταται αδύνατη η λειτουργία του, ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο, ζητά, από το κατά την επό­μενη παράγραφο αρμόδιο δικαστήριο, την παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο ισόβαθμο.

2. Η παραπομπή διατάσσεται αν πρόκειται για πρω­τοδικείο, με απόφαση του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται τούτο ενώ, αν πρόκειται για εφετείο, με απόφαση του τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της αντίστοιχης αί­τησης αναίρεσης.
 
3. Στη σχετική συζήτηση καλούνται όλοι οι διάδικοι σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 128.
 
4. Αν η παραπεμπτική απόφαση είναι του εφετείου, αυτή δεν υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τη δικαιο­δοσία και την αρμοδιότητά του.

2. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η υπόθεση υπά­γεται στα πολιτικά-ποινικά δικαστήρια, απορρίπτει το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώ, αν διαπιστώσει ότι αυτή υπάγεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στο Ελεγ­κτικό Συνέδριο ή σε άλλο τακτικό διοικητικό δικαστήριο, παραπέμπει το ένδικο 'βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο δικα­στήριο. Στην περίπτωση της παραπομπής, η απόφαση εί­ναι υποχρεωτική για το ισόβαθμο ή κατώτερο δικαστήριο.
 
3. Αν η απόφαση για την παραπομπή είναι του πρω­τοδικείου ή του εφετείου αυτή δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικο μέσο.
 
4. Απόφαση δικαστηρίου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου με ελάσσονα σύνθεση. (Η παρ. 4 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 Ν. 3659/2008).
 

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο, αν διαδικαστική πράξη δεν είναι δυ­νατόν να διενεργηθεί στην έδρα του, μπορεί να ζητήσει τη διενέργειά της:

α) από ομοιόβαθμο ή κατώτερο διοικητικό ή πολιτικό δικαστήριο, που εδρεύει στον τόπο που αυτή πρέπει να διενεργηθεί, ή
 
β) από τις ελληνικές προξενικές αρχές, ή
 
γ) από αλλοδαπή αρχή, ύστερα από μεσολάβηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εκτός αν κανόνες του διεθνούς δικαίου ορίζουν διαφορετικά. Η διενέργεια της διαδικαστι­κής πράξης είναι έγκυρη αν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις είτε του ημεδαπού είτε του αλλοδαπού δικαίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο δικαστής αποκλείεται από την άσκηση του λειτουργήματός του σε δίκη:

α) από την έκβαση της οποίας έχει άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον, ή
 
β) που αφορά υπόθεση στην οποία έχει αναμιχθεί με την ιδιότητα του πληρεξούσιου, αντιπροσώπου, εκπροσώ­που, συμβούλου, μάρτυρα η πραγματογνώμονα, ή
 
γ) που αφορά διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση στην έκδοση των οποίων έχει συμπράξει.
 
2. Ο κατά την περ. γ' της προηγούμενης παραγράφου λόγος αποκλεισμού του δικαστή που είχε συμπράξει στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ισχύει κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της αίτησης ανα­θεώρησης, της τριτανακοπής και της αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας.
 
3. Αποκλείεται, επίσης, ο δικαστής από την άσκηση του λειτουργήματός του σε δίκη στην οποία είναι διάδικος:
 
α) σύζυγος ή μνηστήρας του, ή
 
β) πρόσωπο με το οποίο συνδέεται με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας έως και τρίτου βαθμού, ή
 
γ) πρόσωπο με το οποίο συνδέεται με υιοθεσία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο δικαστής οφείλει να δηλώσει τους λόγους απο­κλεισμού του, καθώς και τυχόν λόγους ευπρέπειας, οι ο­ποίοι επιβάλλουν την αποχή του.

2. Ο δικαστής έχει υποχρέωση να προβεί στη δήλωση αποχής ακόμη και αν αντιληφθεί ή πληροφορηθεί τους λό­γους κατά ή μετά την συζήτηση, οπότε η υπόθεση ανασυζητείται. Κατά την ανασυζήτηση εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 127 και 128.
 
3. Η δήλωση υποβάλλεται στον πρόεδρο του συμβου­λίου ή στο δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο, αν πρό­κειται δε για δήλωση του προσώπου τούτου, αυτή υπο­βάλλεται σε εκείνον που τον αναπληρώνει στη διεύθυνση του δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τη δήλωση αποφαίνεται ως συμβούλιο το δικα­στήριο, ή το τμήμα, στο οποίο υπηρετεί ο δικαστής, χωρίς τη συμμετοχή του.

2. Αν συμπέσει δήλωση αποχής του δικαστή και αίτη­ση εξαίρεσής του, προηγείται η απόφαση του δικαστηρίου ως συμβουλίου για τη δήλωση αποχής. Αν η δήλωση απο­χής γίνει δεκτή, η αίτηση εξαίρεσης παύει να έχει αντικεί­μενο και σε περίπτωση που δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί προς συζήτηση, τίθεται στο αρχείο με πράξη του προέ­δρου του συμβουλίου ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο, ή αν πρόκειται για δήλωση του ιδίου, με πράξη του αναπληρωτή του, ενώ, σε περίπτωση που έχει προσ­διοριστεί προς συζήτηση, η σχετική δίκη κηρύσσεται καταργημένη. Αν η δήλωση αποχής δεν γίνει δεκτή προχω­ρεί η διαδικασία εκδίκασης της αίτησης εξαίρεσης.
 
3. Η απόφαση του δικαστηρίου ως συμβουλίου για τη δήλωση αποχής δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν την εξαίρεση του δικαστή για τον οποίο συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν συγκεκριμένοι πραγ­ματικοί λόγοι που δικαιολογούν τη δημιουργία αμφιβολίας ως προς την αντικειμενική άσκηση των καθηκόντων του, με έγγραφη αίτηση, που υποβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου ή στο ακροατήριο ως το τέλος της συζήτησης. Αν ζητείται η εξαίρεση ολόκληρου του δικαστηρίου, η αίτηση υποβάλλεται οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

2. Οι διάδικοι, με την ίδια αίτηση, μπορούν επίσης να ζητήσουν να κριθεί και η νομιμότητα διαδικαστικών πρά­ξεων που έχει ενεργήσει ο δικαστής του οποίου ζητείται η εξαίρεση ή που έχουν ενεργηθεί με τη σύμπραξή του πριν από την υποβολή της αίτησης.
 
3. Η αίτηση υποβάλλεται είτε από το διάδικο αυτοπρο­σώπως είτε από πληρεξούσιο με ειδική πληρεξουσιότητα, πρέπει δε να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τους λόγους της εξαίρεσης και τα στοιχεία από τα οποία αυτοί αποδεικνύονται.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση εκδικάζεται από τριμελή σύνθεση του δι­καστηρίου, ή του τμήματος, στο οποίο ανήκει ο δικαστής, χωρίς τη συμμετοχή του.

2. Η αίτηση ανακοινώνεται στον ενδιαφερόμενο δικαστή, ο οποίος και δικαιούται να εκθέσει τις απόψεις του. Αν, όμως, αυτός υποβάλλει στη συνέχεια δήλωση αποχής εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 16.
 
3. Για τον ορισμό της δικασίμου και την κλήτευση των διαδίκων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που διέπουν την κύρια δίκη.
 
4. Η προαπόδειξη είναι υποχρεωτική για τον αιτούντα.
 
5. Παραίτηση από αίτηση εξαίρεσης δεν επιτρέπεται.
 
6. Αν η αίτηση υποβάλλεται στο ακροατήριο και παρίστανται όλοι οι διάδικοι, μπορεί, κατ' απόκλιση από τα οριζόμενα στην παράγραφο 3, να ακολουθήσει αμέσως η συζήτηση. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση είναι απαράδεκτη αν δεν τηρηθούν όσα ορίζονται στο άρθρο 17.

2. Αν κάποιος από τους λόγους εξαίρεσης κριθεί βά­σιμος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάζει την αποχή του δικαστή από τα καθήκοντά του στη συγκεκριμέ­νη δίκη και απαγγέλλει, εφόσον ζητηθεί, την ακυρότητα των πράξεων της παρ. 2 του άρθρου 17.
 
3. Αν κανείς από τους λόγους εξαίρεσης, δεν κριθεί βάσιμος, η αίτηση απορρίπτεται. Με την απορριπτική από­φαση το δικαστήριο, αν κρίνει ότι οι λόγοι εξαίρεσης είναι προδήλως αβάσιμοι, επιβάλλει σε εκείνον που υπέβαλλε την αίτηση και τις κυρώσεις της παρ. 9 του άρθρου 42.
 
4. Η απορριπτική απόφαση δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η κύρια υπόθεση δεν συζητείται πριν να εκδοθεί η απόφαση για τη δήλωση αποχής ή την αίτηση εξαίρεσης.

2. Από την υποβολή της δήλωσης αποχής ή από την ανακοίνωση σε αυτόν της υποβολής αίτησης εξαίρεσης, ο δικαστής οφείλει να απέχει από κάθε διαδικαστική πράξη σχετική με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Μόνη η έκδοση απόφασης από τον ίδιο ή η σύμπραξή του στην έκδοση απόφασης για την αναβολή της συζήτησης, ώστε να αντι­μετωπιστεί το ζήτημα της αποχής ή της εξαίρεσής του, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη ανάμιξή του στην εκδίκαση της υπό­θεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ανακύψει αδυναμία συγκρότησης του δικαστηρίου προς κρίση της δήλωσης αποχής δικαστή ή της αίτησης εξαίρεσής του, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 11.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις των άρθρων 14-21 εφαρμόζονται ανα­λόγως και στους υπαλλήλους της γραμματείας οι οποίοι μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου ή στη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων.

Διαβάστε περισσότερα..

Ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν, εκτός από τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα, οι ενώσεις προσώπων καθώς και οι ομάδες περιουσίας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ικανότητα να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικα­στικών πράξεων έχει το φυσικό πρόσωπο το οποίο:

α) έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ή
 
β) έχει περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά μόνο ως προς τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη ρύθμιση σχέσεων για τις οποίες θεωρείται ικανό.
 
2. Ο αλλοδαπός έχει δικανική ικανότητα εφόσον είναι δικαιοπρακτικώς ικανός είτε κατά το δίκαιο της ιθαγένειάς του είτε κατά το ελληνικό δίκαιο.
 
3. Αν το πρόσωπο δεν έχει δικανική ικανότητα, για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων αποφασίζει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του.
 
4. Κατ' εξαίρεση, για να αποτραπεί τυχόν επικείμενος κίνδυνος, επιτρέπεται και σε μη ικανό πρόσωπο να απο­φασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ύστερα από άδεια του προέδρου του συμβουλίου, ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόκει­ται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το Δημόσιο εκπροσωπείται στη δίκη από τον Υ­πουργό Οικονομικών. Κατ' εξαίρεση, τούτο εκπροσωπείται κατά την εκδίκαση:

α) των φορολογικών εν γένει διαφορών, από την αρχή που εξέδωσε τη σχετική πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της, ενώ
 
β) των διαφορών που αφορούν τα σήματα, από τον Υ­πουργό Ανάπτυξης.
 
2. Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου εκπροσωπούνται από τους νόμιμους εκπροσώπους τους, ενώ οι ενώσεις προσώπων και οι ομάδες περιουσίας από τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.
 
3. Η εκπροσώπηση των αλλοδαπών νομικών προσώ­πων, εφόσον ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, διέπεται από το δίκαιο της έδρας τους.
 
4. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, επιτρέπεται να ορίζονται και άλλες αρχές που θα μπορούν να εκπρο­σωπούν στη δίκη το Δημόσιο.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα στοιχεία νομιμοποίησης των νόμιμων αντιπροσώ­πων και των εκπροσώπων των διαδίκων υποβάλλονται στο δικαστήριο ως την πρώτη συζήτηση. Οι διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 28 εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς τους νόμιμους αντιπροσώπους και τους εκπρο­σώπους των διαδίκων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι εκπρό­σωποί τους διενεργούν τις διαδικαστικές πράξεις και παρίστανται κατά τη συζήτηση με δικαστικούς πληρεξουσίους.

2. Κατ' εξαίρεση, οι ιδιώτες διάδικοι ή οι νόμιμοι αντι­πρόσωποι ή οι εκπρόσωποί τους μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και να παρίστανται κατά τη συζή­τηση χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο:
 
α) κατά την εκδίκαση χρηματικών διαφορών όταν το αντικείμενό της δεν υπερβαίνει το ποσό των πεντακοσίων ενενήντα (590) ευρώ, αν πρόκειται δε για φορολογική εν γένει διαφορά που αφορά κύριο και πρόσθετο φόρο, όταν ο κύριος φόρος δεν υπερβαίνει το ποσό αυτό,
 
β) κατά την εκδίκαση των διαφορών που αναφύονται κατ' εφαρμογή των νομοθεσιών στις οποίες αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 702/1977 και
 
γ) κατά τη διαδικασία λήψης ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 200 έως και 215.
 
3. Κατά την εκδίκαση των φορολογικών εν γένει διαφο­ρών, οι εκπρόσωποι του Δημοσίου και των άλλων νομι­κών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορούν να διενεργούν διαδικαστικές πράξεις και χωρίς δικαστικό πληρεξούσιο.
 
4. Η παράγραφος 3 έχει εφαρμογή, εφόσον το αντικεί­μενο της φορολογικής διαφοράς που εισάγεται προς επίλυση δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. (Η παρ. 4 τίθεται όπως προστέ­θηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 Ν. 3900/2010 και με ισχύ από 1-1-2011. Η τροποποίηση δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος της υποθέσεις).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τις πράξεις της προδικασίας θεωρείται ότι υπάρ­χει η πληρεξουσιότητα, εφόσον είτε επακολουθήσει η νομιμοποίηση δικαστικού πληρεξούσιου είτε εμφανιστεί στο ακροατήριο ο διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπός του και δηλώσει ότι εγκρίνει τη διενέργειά τους.

2. Αν, ως την πρώτη συζήτηση, δεν έχουν υποβληθεί τα στοιχεία της νομιμοποίησης ή αυτά που έχουν υπο­βληθεί δεν είναι πλήρη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπρο­σώπου ή του εμφανιζόμενου ως δικαστικού πληρεξουσίου του, είτε αναβάλλει τη συζήτηση είτε προχωρεί σε αυτή χορηγώντας εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους.
 
3. Αν κατά τη διάσκεψη, διαπιστωθεί ότι τα κατά νόμο στοιχεία της νομιμοποίησης έχουν μεν υποβληθεί όλα, είτε εξαρχής είτε ύστερα από τη χορήγηση της κατά την προη­γούμενη παράγραφο προθεσμίας, πλην αυτά παρουσιά­ζουν ελλείψεις, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με πράξη του, καλεί τον εμφανιζόμενο ως δικα­στικό πληρεξούσιο να τα συμπληρώσει, μέσα σε τασσό­μενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία.
 
4. Τα στοιχεία της νομιμοποίησης που υποβάλλονται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους μπορούν να είναι και μεταγενέστερα από την ημερομηνία της συζήτη­σης.
 
5. Αν ο δικαστικός πληρεξούσιος του διαδίκου τελικώς δεν νομιμοποιηθεί, οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν από αυτόν είναι αυτοδικαίως άκυρες και το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται.
 
6. Αν ωσότου υποβληθούν τα στοιχεία της νομιμοποί­ησης, υπάρξει κίνδυνος για τα συμφέροντα διαδίκου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος μπορεί, με πράξη του, να επιτρέψει τη διενέργεια των διαδικαστι­κών πράξεων που είναι απαραίτητες για την αποτροπή του κινδύνου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διατάξεις που ισχύουν για τους δικαστικούς πλη­ρεξουσίους του Δημοσίου και των άλλων νομικών προ­σώπων δημοσίου δικαίου έχουν εφαρμογή και στις δίκες που διέπονται από τον παρόντα Κώδικα.

2. Ειδικώς, στις φορολογικές εν γένει διαφορές με αντι­κείμενο που δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα (150.000) χιλιάδων ευρώ, εκτός από τους δικαστικούς πληρεξουσίους της προηγούμενης παραγράφου, οι εκ­πρόσωποι του Δημοσίου και των άλλων νομικών προ­σώπων δημοσίου δικαίου μπορούν να διορίζουν ως δι­καστικούς πληρεξουσίους και υπαλλήλους των υπηρεσιών τους, με πράξη, στην οποία και καθορίζεται η έκταση της εξουσίας τους. Ο διορισμός αυτός μπορεί να γίνεται είτε για ορισμένες δίκες είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η σχετική πράξη του διορισμού κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και καταχωρείται, σε ειδικό βιβλίο, κατά φορολογική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Στο ίδιο βιβλίο καταχωρείται και η πράξη με την οποία παύει η πληρεξουσιότητα αυτή. (Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011. Η τροποποίηση δεν καταλαμβάνει τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος της υποθέσεις).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαστικοί πληρεξούσιοι των λοιπών, πλην του Δη­μοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δι­καίου, διαδίκων ορίζονται δικηγόροι, σύμφωνα με το Δικη­γορικό Κώδικα. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 27, δικαστικοί πληρεξούσιοί τους μπορούν να οριστούν και ο ή η σύζυγος ή πρόσωπο που συνδέεται με αυτούς με συγγένεια αίματος ή αγχιστείας έως και του δεύτερου βαθμού ή ομόδικός τους.

2. Η, κατά την προηγούμενη παράγραφο, δικαστική πληρεξουσιότητα παρέχεται:
 
α) με προφορική δήλωση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, στο ακροατήριο, η οποία και καταχωρείται στα πρακτικά, ή
 
β) με συμβολαιογραφική πράξη ή με ιδιωτικό έγγραφο, οπότε όμως απαιτείται η βεβαίωση του γνήσιου της υπο­γραφής του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή. Αν, στην τελευταία περίπτωση, τα πρόσω­πα αυτά δεν μπορούν να υπογράψουν το ιδιωτικό έγγρα­φο, τούτο υπογράφεται από δύο (2) μάρτυρες, των οποί­ων βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής κατά τον πιο πάνω τρόπο.
 
3. Η δικαστική πληρεξουσιότητα προς τους κατά την πρώτη περίοδο της παρ. 1 δικαστικούς πληρεξουσίους θεωρείται ότι έχει παρασχεθεί με μόνη τη συνυπογραφή, από το διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπο ή τον εκπρό­σωπό του, κατά περίπτωση του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου. Στην περίπτωση αυτή η συνυπογραφή του δικηγόρου θεωρείται ως βεβαίωση της γνησιό­τητας της υπογραφής των πιο πάνω προσώπων. Η διά­ταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που, σύμ­φωνα με την παρ. 6, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα.
 
4. Αν η πράξη με την οποία παρέχεται η πληρεξου­σιότητα έχει καταρτιστεί από αλλοδαπή αρχή, διέπεται από το δίκαιο του τόπου της κατάρτισής της.
 
5. Η χρονική διάρκεια και η έκταση της εξουσίας του δικαστικού πληρεξουσίου προσδιορίζεται με το πληρεξού­σιο έγγραφο. Το γενικό πληρεξούσιο, αν δεν ορίζεται δια­φορετικά, παρέχει την εξουσία για τη διενέργεια διαδικα­στικών πράξεων, την άσκηση ένδικων βοηθημάτων και μέ­σων, καθώς και το διορισμό άλλων δικαστικών πληρεξού­σιων.
 
6. Κατ' εξαίρεση, απαιτείται ειδική δικαστική πληρεξου­σιότητα:
 
α) για το δικαστικό συμβιβασμό,
 
β) για την πα­ραίτηση από ένδικο βοήθημα ή μέσο που έχει ασκηθεί,
 
γ) για την προσβολή εγγράφου ως πλαστού,
 
δ) όπου αλλού προβλέπεται τούτο ρητώς από ειδικές διατάξεις.
 
7. Ο δικαστικός πληρεξούσιος, αν η κατοικία του ή ο χώρος της εργασίας του βρίσκεται στην έδρα του δικαστη­ρίου, είναι και αντίκλητος του διαδίκου.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο γενικό πληρεξούσιο, η δικαστική πληρεξουσιότητα λήγει με την πάροδο πενταετί­ας από τη χρονολογία κατάρτισης του σχετικού εγγράφου. Αν όμως η δίκη έχει αρχίσει πριν από τη λήξη της πε­νταετίας ή της προθεσμίας που τυχόν έχει οριστεί, η πλη­ρεξουσιότητα ισχύει έως και την επίδοση της οριστικής α­πόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δικαστική πληρεξουσιότητα παύει:

α) με την κατάργηση της δίκης ή την περάτωση της διαδικαστικής πράξης, για την οποία αυτή είχε δοθεί, ή
 
β) με το θάνατο του πληρεξουσίου ή την απώλεια της ικανότητάς του να ενεργεί ως πληρεξούσιος, ή
 
γ) με την ανάκληση της πληρεξουσιότητας ή την πα­ραίτηση του πληρεξουσίου από αυτήν, ή 
 
δ) με την παραίτηση, την παύση ή την έκπτωση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικηγορικό λειτούργημα.
 
2. Η ανάκληση της πληρεξουσιότητας, καθώς και η παραίτηση του δικαστικού πληρεξούσιου από αυτήν, γίνο­νται είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρείται στα πρακτικά και ισχύει έναντι όλων, είτε με έγγραφη δήλωση, η οποία κοινοποιείται, με δικαστικό επιμελητή, στον πληρεξούσιο ή στον εντολέα, κατά περί­πτωση, καθώς και σε όλους τους διαδίκους, και στη συνέ­χεια κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου μαζί με τα αποδεικτικά των κοινοποιήσεων, από τότε δε και ισχύει έναντι όλων.
 
3. Ο δικαστικός πληρεξούσιος οφείλει, και μετά την κα­τά την προηγούμενη παράγραφο παραίτησή του, εφόσον δεν διορίστηκε άλλος, να προβαίνει, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών, στη διενέργεια των δια­δικαστικών πράξεων που είναι απαραίτητες προς αποτρο­πή επικείμενου κινδύνου για τα συμφέροντα του εντολέα του.
 
4. Η πληρεξουσιότητα δεν παύει με το θάνατο ή τη με­ταβολή της προσωπικής κατάστασης εκείνου που την έδωσε ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, αλλά εξακολου­θεί και παύει μόνον όταν διακοπεί η δίκη για έναν από τους λόγους αυτούς.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο μεριμνά για την πρόοδο της δίκης. Προς το σκοπό αυτόν διατάζει τη διενέργεια οποιασδήποτε απαραίτητης διαδικαστικής πράξης και λαμβάνει όλα τα κατά την κρίση του πρόσφορα μέτρα για τη διακρίβωση της αλήθειας και την ταχύτερη έκδοση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απουσία διαδίκου που έχει κλητευτεί νομίμως δεν παρακωλύει την πρόοδο της διαδικασίας, ούτε δημιουργεί τεκμήριο ομολογίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προδικασία και η εκτός ακροατηρίου διαδικασία διεξάγονται εγγράφως, εκτός από τις περιπτώσεις που ο Κώδικας ορίζει διαφορετικά.

2. Η διαδικασία στο ακροατήριο διεξάγεται προφορικά και στηρίζεται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατά­ξεις προδικασία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι συνεδριάσεις του δικαστηρίου είναι δημόσιες. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το αντίθετο, αν συντρέ­χουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 93 του Συντάγματος.

2. Η προδικασία και η εκτός ακροατηρίου διαδικασία δεν διεξάγονται δημοσίως.

Διαβάστε περισσότερα..

Η διάσκεψη για την έκδοση απόφασης είναι μυστική και το αποτέλεσμά της είναι απόρρητο ως τη δημοσίευση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.

2. Η γνώμη και τα ονόματα των τυχόν μειοψηφούντων μελών καταχωρούνται στην απόφαση.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διάδικοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων και έ­χουν τα ίδια δικονομικά δικαιώματα και τις ίδιες δικονομικές υποχρεώσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο οφείλει να καλεί τους διαδίκους, ώστε αυτοί να παρίστανται και να ακούγονται κατά τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, οι εκπρόσω­ποι και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των χρη­στών ηθών, να τηρούν το καθήκον της αλήθειας και να α­ποφεύγουν ενέργειες που προδήλως παρελκύουν τη δίκη.

2. Αν ο ιδιώτης διάδικος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο δικαστικός πληρεξούσιός του υποπέσει σε παράβαση των κανόνων της προηγούμενης παρα­γράφου, το δικαστήριο, με την οριστική του απόφαση, επιβάλλει σε αυτόν χρηματική ποινή έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Προς τούτο, αν, κατά τη συζήτηση ή τη διάσκεψη της υπόθεσης, διαπιστωθεί ότι συντρέχει ενδε­χομένως περίπτωση επιβολής της κατά την προηγούμενη περίοδο ποινής, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικεί­ου τμήματος, με πράξη του, καλεί το συγκεκριμένο πρό­σωπο να εκθέσει εγγράφως τις απόψεις του μέσα σε τασ­σόμενη από αυτόν ανατρεπτική προθεσμία.
 
3. Αν από τη διεξαγωγή της δίκης προκύψει ότι συν­τρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, διοικητικού οργά­νου, επειδή αυτό, εν γνώσει του, έχει εκδηλώσει πράξη ή έχει προβεί σε υλική ενέργεια, προδήλως παράνομη, ή, εν γνώσει του, κατά πρόδηλη παράβαση του νόμου, έχει παραλείψει οφειλόμενη ενέργεια, το δικαστήριο, με ειδική απόφασή του που εκδίδει ως συμβούλιο, παραπέμπει το ζήτημα στη Διοίκηση. Στην περίπτωση αυτή, η έγερση της πειθαρχικής αγωγής ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου είναι υποχρεωτική και το αποτέλεσμα της πειθαρχικής δίκης ανακοινώνεται στο δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει αν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης των εκπροσώπων του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου για παράβαση των κανόνων της παρα­γράφου 1.
 
4. Αν από την έρευνα του φακέλου της υπόθεσης προκύψουν υπόνοιες για παράνομη ενέργεια ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, η οποία μπορεί να επισύρει κατά νόμο τον προσωπικό καταλογισμό του ή διαπιστωθούν πλημμέλειες ή κενά της διοικητικής διαδικασίας αποστέλλεται, με πρωτοβουλία του εισηγητή δικαστή, αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, από την οποία προκύπτει η σχετική ενέργεια, παράλειψη ή πλημμέλεια, με ειδική επισήμανση αυτής στο οικείο διαβιβαστικό έγγραφο, στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου ο τελευταίος, ύστερα από σχετική έρευνα, να ενημερώσει το αρμόδιο για την υποβολή της αίτησης καταλογισμού όργα­νο και να προβεί σε κάθε άλλη απαιτούμενη ενέργεια της αρμοδιότητάς του. (Η παρ. 4 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 17 Ν. 3900/2010 και με ισχύ από 1-1-2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα πρέπει να είναι διατυπωμένα ευπρεπώς.

2. Το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί, με την απόφασή του, να διατάξει τη διαγραφή ανάρμοστων φράσεων από δικόγραφο ή υ­πόμνημα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για κάθε πράξη της διαδικασίας, που διενεργεί δικα­στής, δικαστικός υπάλληλος ή άλλο αρμόδιο όργανο, μόνος ή κατά σύμπραξη, συντάσσεται έκθεση, εφόσον ο Κώδικας δεν ορίζει διαφορετικά.

2. Η έκθεση συντάσσεται αμέσως μετά τη διενέργεια της πράξης. Κατά τη σύνταξή της πρέπει να παρευρίσκονται όλοι όσοι συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διεν­έργεια της πράξης.
 
3. Με την επιφύλαξη όσων ορίζουν ειδικότερες διατά­ξεις, η έκθεση πρέπει να μνημονεύει:
 
α) τον τόπο και το χρόνο που διενεργήθηκε η πράξη και
 
β) το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του οργάνου που διενέργησε την πράξη, εκείνων που συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διενέργειά της, καθώς και εκείνου που συνέταξε την έκθεση.
 
4. Αν ο τόπος ή ο χρόνος σύνταξης της έκθεσης δια­φέρει από εκείνον της διενέργειας της πράξης, γίνεται γι' αυτό σχετική μνεία στην έκθεση.
 
5. Η έκθεση, αφού αναγνωστεί, υπογράφεται από αυτόν που τη συνέταξε, καθώς και από τα πρόσωπα που διενέργησαν τη διαδικαστική πράξη ή που συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διενέργειά της. Η τυχόν άρνηση ή αδυναμία υπογραφής μνημονεύεται ρητώς.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικόγραφο, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούν ειδικότερες διατάξεις, πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το είδος και το αντικείμενο του και να αναφέρει:

α) το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται,

β) τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής του και

γ) αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνο­μα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου, του νόμιμου αντιπροσώπου του και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πλη­ρεξούσιου και του αντικλήτου του, αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσί­ας, την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοι­κίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους, ενώ, αν υποβάλλεται από το Δημόσιο, τον τί­τλο της δημόσιας υπηρεσίας και το όργανο που το εκπρο­σωπεί. 

δ) Αν το δικόγραφο υπογράφεται από δικηγόρο, ανα­γράφεται η ηλεκτρονική του διεύθυνση. Στο δικόγραφο περιέχεται και συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζη­τημάτων, η οποία δεν υπερβαίνει τις 200 λέξεις. Το περιε­χόμενο της έκθεσης μπορεί να καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Επιτρόπου της Επικράτειας των τακτικών διοι­κητικών δικαστηρίων, η οποία αναρτάται σε πίνακες ανα­κοινώσεων ή στην ιστοσελίδα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η υποχρέωση για σύνταξη συνοπτικής έκθε­σης δεν αφορά την αίτηση αναστολής. (Η περ. δ' τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 1 Ν. 4055/2012).

­
2. Οι διευθύνσεις των κατά την προηγούμενη παρά­γραφο προσώπων πρέπει να γνωστοποιούνται στο δικα­στήριο με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται σε αυτό. Αν η γνωστοποίηση γίνεται, το πρώτο, με άλλο δικόγραφο, υπόμνημα ή έγγραφο, αυτό πρέπει να κατατίθεται στο αρ­μόδιο δικαστήριο και να επιδίδεται, από τα ίδια αυτά πρό­σωπα, στους λοιπούς διαδίκους. Αν το δικόγραφο υπο­γράφεται από δικηγόρο, αναγράφεται η ηλεκτρονική του διεύθυνση. (Το τελ εδ. τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 2 ν. 4055/2012).
 
3. Κάθε μεταβολή στη διεύθυνση ή στην ιδιότητα των κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσώπων, η οποί­α επήλθε κατά το χρονικό διάστημα από την άσκηση του ένδικου βοηθήματος έως και τη λήξη της τελικής εκκρε­μοδικίας στο δεύτερο βαθμό, πρέπει να γνωστοποιείται κατά τη διαδικασία της διάταξης της δεύτερης περιόδου της παρ. 2, η οποία και εφαρμόζεται αναλόγως. Αλλιώς, οι επιδόσεις γίνονται εγκύρως στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί ή ωσάν να μην είχε επέλθει η μεταβολή, κατά πε­ρίπτωση.
 
4. Αν δεν δηλωθεί καμία διεύθυνση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2, η επίδοση γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο γραμματέα του οικείου δικα­στηρίου.
 
5. Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων. Κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 27, τα δικόγραφα και τα υπομνήματα μπορούν να υπο­γράφονται, κατά περίπτωση, από τους ίδιους τους διαδί­κους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους ή τους εκπροσώ­πους τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Δικόγραφο που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο, εκτός αν αυτά προκύπτουν από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του. Εάν ελλείπει η έκθεση της περί­πτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 45, το δικαστή­ριο μπορεί να επιβάλει στον διάδικο, ο οποίος δεν τήρησε την ως άνω υποχρέωση και ηττήθηκε, αυξημένα στο τρι­πλάσιο δικαστικά έξοδα που υπολογίζονται με βάση την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και την παράστασή του στη συζήτηση, κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 275. Αν ο διάδικος νικήσει, μπορεί να μην επιδικάσει δικαστική δαπάνη υπέρ αυτού. (Το τελ. εδ. τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 3 Ν. 4055/2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 3, η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε και οποτεδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο αυτή μπορεί να γίνει. Αν η επίδοση διενεργηθεί σε τόπο ή χρόνο άλλο από εκείνον που προβλέπεται για κάθε περίπτωση, είναι άκυρη μόνο αν δεν συναινεί το πρόσωπο προς το οποίο αυτή γίνεται. Το ίδιο ισχύει και όταν η επίδοση διενεργείται σε ημέρα αργίας ή κατά τη διάρκεια της νύκτας, η οποία και θεω­ρείται ότι διαρκεί από τις επτά (7) το βράδυ ως τις επτά (7) το πρωί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η συναίνεση πρέπει να μνημονεύεται στην έκθεση.

2. Άρνηση παραλαβής του επιδοτέου εγγράφου δεν επιτρέπεται σε κανέναν, όταν η επίδοση γίνεται στο κατάστημα της αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της ή στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης. Σε περίπτωση άρνησης παραλαβής, το όργανο της επίδοσης βεβαιώνει την άρνη­ση στην έκθεση, την οποία, μαζί με το επιδοτέο έγγραφο, διαβιβάζει στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου.
 
3. Επίδοση σε χώρους λατρείας κατά τις ώρες των ιεροτελεστιών, των θρησκευτικών τελετών ή των προσευ­χών, καθώς και σε αίθουσα δικαστηρίου όταν συνεδριάζει, είναι άκυρη ακόμη και αν υπάρχει συναίνεση του προσώ­που προς το οποίο αυτή διενεργείται.
 
4. Δικόγραφο που αφορά περισσότερους διαδίκους, επιδίδεται χωριστά στον καθέναν, εκτός αν η επίδοση γίνεται σε κοινό αντίκλητο ή κοινό δικαστικό πληρεξούσιο, οπότε αρκεί η επίδοση ενός μόνο αντιγράφου. Σε κοινό νόμιμο αντιπρόσωπο περισσότερων ανικάνων διαδίκων αρκεί η επίδοση ενός μόνο αντιγράφου.
 
5. Σε περίπτωση περισσότερων νόμιμων αντιπροσώ­πων, εκπροσώπων, δικαστικών πληρεξούσιων ή αντικλή­των διαδίκου, αρκεί η επίδοση προς έναν από αυτούς, ακόμη και όταν, από το νόμο, το καταστατικό ή την πράξη διορισμού τους, προβλέπεται ότι αυτοί ενεργούν από κοι­νού.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι επιδόσεις από μέρους των ιδιωτών διαδίκων γί­νονται με δικαστικό επιμελητή.

2. Οι επιδόσεις από μέρους του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γίνονται είτε με δικαστικό επιμελητή είτε με υπάλληλο των υπηρεσιών τους. Όργανα της αστυνομίας ή της αγροφυλακής ή υπάλ­ληλοι των δήμων ή κοινοτήτων μπορούν, μέσα στα όρια των εδαφικών τους περιφερειών, να διενεργούν τις επιδό­σεις αυτές.
 
3. Οι επιδόσεις από μέρους του δικαστηρίου γίνονται με δικαστικούς υπαλλήλους ή επιμελητές των δικαστηρίων ή με οποιοδήποτε από τα όργανα ή τους υπαλλήλους που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο ή με υπαλληλο Ν.Π.Δ.Δ.. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται επίδο­ση από μέρους του ιδιώτη διαδίκου, η επίδοση μπορεί να γίνει και με φροντίδα της γραμματείας του δικαστηρίου, εκτός από τις επιδόσεις των δικογράφων των προσθέτων λόγων και της παρέμβασης. (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 Ν. 3659/2008).
 
4. Οι επιδόσεις γίνονται ύστερα από έγγραφη παραγ­γελία του διαδίκου, του νόμιμου αντιπροσώπου, του εκ­προσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του. Αν συν­τρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρου 24 και της παρ. 6 του άρθρου 28, εφαρμόζονται, και στην περί­πτωση αυτή, αναλόγως οι διατάξεις αυτές.
 
5. Την παραγγελία για τις επιδόσεις που γίνονται από μέρους του δικαστηρίου δίνει εγγράφως ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος.
 
6. Οι προβλεπόμενες από τις ανωτέρω παραγράφους επιδόσεις μπορούν να γίνονται και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον τα προς επίδοση έγγραφα φέρουν προηγμένη η­λεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α' 125). Τα προς επίδοση έγγραφα που υποβλήθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι επιδόθηκαν, εφόσον επιστραφεί στο δικαστήριο από τον παραλήπτη ηλεκτρονική απόδειξη, που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και ισχύ­ει ως έκθεση επίδοσης. (Η παρ. 6 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι επιδόσεις δικογράφων προς το Δημόσιο γίνονται στον Υπουργό Οικονομικών. Τα δικόγραφα αυτά παραδίδονται: αν απευθύνονται ενώπιον δικαστηρίων της Αθήνας ή του Πειραιά, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμ­βουλίου του Κράτους, ενώ αν απευθύνονται ενώπιον άλ­λων δικαστηρίων της Χώρας, είτε στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους είτε στο κατά τόπο αρμόδιο Γραφείο Νομικού Συμβούλου ή Δικαστικό Γραφείο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

2. Κατ' εξαίρεση, στις φορολογικές εν γένει διαφορές οι επιδόσεις προς το Δημόσιο γίνονται προς την αρχή που εξέδωσε τη σχετική πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της.
 
3. Οι επιδόσεις προς τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημο­σίου δικαίου γίνονται στους νόμιμους εκπροσώπους τους ή σε υπαλλήλους που έχουν εξουσιοδοτηθεί από αυτούς ή στους δικαστικούς τους πληρεξουσίους.
 
4. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους επιδόσεις γίνονται στο κατάστημα που εδρεύουν οι οικείες υπηρεσίες και κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι επιδόσεις προς τους ιδιώτες διενεργούνται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας, κατά περίπτωση, προ­σωπικούς στους ίδιους ή στους νόμιμους αντιπροσώπους ή στους εκπροσώπους ή στους δικαστικούς πληρεξού­σιους ή στους αντικλήτους τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ειδικότερες αντίστοιχες διατάξεις.

2. Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα, νο­είται, ως κατοικία, η οικία, το διαμέρισμα και γενικώς ο στεγασμένος χώρος που προορίζεται για διημέρευση και διανυκτέρευση, ενώ, ως χώρος εργασίας, ο χώρος άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας. Η τυχόν προσωρινή μη χρησιμοποίηση των χώρων αυτών για το σκοπό που προορίζονται δεν ασκεί επιρροή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 50 απουσιάζουν από την κατοικία τους, το έγγρα­φο παραδίδεται στο σύζυγο ή σε οποιονδήποτε από τους συγγενείς ή σε μέλος του προσωπικού, εφόσον τα πρό­σωπα αυτά συνοικούν μαζί τους και, σε περίπτωση μη ανεύρεσης κανενός από τα παραπάνω πρόσωπα, σε οποιονδήποτε από τους λοιπούς συνοίκους.

2. Σύνοικοι θεωρούνται και οι θυρωροί των πολυκα­τοικιών, καθώς και οι διευθυντές ξενοδοχείων ή οικοτρο­φείων. Οι ένοικοι άλλων διαμερισμάτων δεν θεωρούνται σύνοικοι.
 
3. Η επίδοση στα πρόσωπα που προβλέπουν οι προ­ηγούμενες παράγραφοι επιτρέπεται εφόσον, κατά την κρίση του οργάνου που ενεργεί την επίδοση, αυτά έχουν συνείδηση των πράξεών τους.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 50 απουσιάζουν από το κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο όπου εργάζονται, το έγγραφο παραδίδεται σε συνεταίρο ή συνεργάτη ή υπάλληλο, που εργάζεται στον ίδιο χώρο. Αν τα πρόσωπα αυτά είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι άλλων νομικών προσώπων δη­μοσίου δικαίου, το έγγραφο παραδίδεται στο διευθυντή της υπηρεσίας ή στον προϊστάμενο του τμήματος στο οποίο αυτά εργάζονται.

2. Η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 51 εφαρμόζεται και στις επιδόσεις του άρθρου αυτού.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ειδικώς, η επίδοση σε ιδιώτες:

α) αν αυτοί νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κρατούνται σε φυλακή, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση του νοσοκομείου ή της φυλακής, η οποία και μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης, η επικοι­νωνία μαζί τους δεν είναι δυνατή, 

β) αν πρόκειται για αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, οπλίτες ή όργανα των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας ή του λιμενικού ή πυροσβεστικού σώματος, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στο διοικητή της μονάδας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας τους εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση της υπηρεσίας, η οποία και μνημονεύεται στην έκθεση επίδοσης, η επίδοση στους ίδιους δεν είναι δυνατή, ενώ
 
γ) αν πρόκειται για πρόσωπα που ανήκουν στην υπη­ρεσία φάρων, φανών, σηματοφόρων ή υπηρετούν σε εμ­πορικό πλοίο που βρίσκεται σε ελληνικό λιμένα, γίνεται με παράδοση του επιδοτέου εγγράφου στον κατά τόπο αρ­μόδιο λιμενάρχη, εφόσον, σύμφωνα με βεβαίωση του λιμεναρχείου, η οποία και μνημονεύεται στην έκθεση επί­δοσης, η επίδοση στους ίδιους δεν είναι δυνατή.
 
2. Οι διατάξεις των περιπτώσεων β' και γ' της προη­γούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται αν τα πρόσωπα τα οποία αφορά η επίδοση τελούν σε άδεια, διαθεσιμότητα ή αργία.
 
3. Τα πρόσωπα στα οποία παραδίδεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, το έγγρα­φο οφείλουν να το παραδώσουν, χωρίς υπαίτια καθυστέ­ρηση σε αυτόν που αφορά η επίδοση, με έγγραφη από­δειξη, την οποία και υποχρεούνται να διαβιβάσουν στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν η διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργα­σίας εκείνου τον οποίο αφορά η επίδοση, του νόμιμου αντιπροσώπου και του δικαστικού πληρεξουσίου του, η οποία έχει δηλωθεί, βρίσκεται στην αλλοδαπή, η επίδοση προς αυτούς, αν δεν υπάρχει αντίκλητος, γίνεται με παρά­δοση του επιδοτέου εγγράφου στον Υπουργό Εξωτερικών ή στον εξουσιοδοτημένο από αυτόν υπάλληλο, ο οποίος οφείλει να το παραδώσει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, σε εκείνον που αφορά η επίδοση, με έγγραφη απόδειξη, την οποία και υποχρεούται να διαβιβάσει στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου.

2. Αν εκείνος στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση είναι, κατά το χρόνο της επίδοσης, άγνωστης διαμονής τό­τε αυτή γίνεται, όταν δεν υπάρχει αντίκλητος, στον δήμαρ­χο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, ενώ, αν δεν υπάρχει γνωστή κα­τοικία ή διαμονή, στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινό­τητας της έδρας της αρχής που εξέδωσε την πράξη. (Η παρ. 2 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 5 Ν. 3659/2008). 
 
(Ο τίτλος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 Ν. 3659/2008).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση:

α) αν τα πρόσωπα προς τα οποία προβλέπεται ότι διενεργείται η παράδοση του εγγράφου, δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στο χώρο της εργασίας τους ή αρνούνται την παραλαβή του ή την υπογραφή της έκθεσης ή δεν μπορούν να υπογράψουν την έκθεση, ή
 
β) αν τα υπηρεσιακά όργανα, στα οποία παραδίδεται το έγγραφο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 49, 52, 53 και 54, αρνούνται την παραλαβή ή την υπογραφή της έκθεσης. (Η περ. α' τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρ­θρο 6 Ν. 3659/2008 και με ισχύ από 7.6.2008).
 
2. Η θυροκόλληση συνίσταται στην επικόλληση του επιδοτέου εγγράφου εντός σφραγισμένου και αδιαφανούς φακέλου, επί του οποίου αναγράφονται μόνο τα στοιχεία της επιδίδουσας υπηρεσίας και του προς η κοινοποίηση προσώπου από μέρους του οργάνου της επίδοσης, με την παρουσία ενός μάρτυρα, στη θύρα της κατοικίας ή του χώρου εργασίας ή του υπηρεσιακού καταστήματος όπου κατοικεί ή εργάζεται, κατά περίπτωση, το πρόσωπο προς το οποίο έπρεπε να διενεργηθεί η παράδοση του εγγρά­φου. (Η παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ. 4 Ν. 40552012, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για κάθε επίδοση, το όργανο που τη διενεργεί συν­τάσσει έκθεση.

2. Η έκθεση, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 44, πρέπει να μνημονεύει:
 
α) παραγγελία προς επίδοση,
 
β) σαφή προσδιορισμό του επιδοτέου εγγράφου και των προσώπων τα οποία αφορά,
 
γ) την ημέρα και την ώρα της επίδοσης,
 
δ) το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και την ιδιότητα με την οποία το παρέλαβε, καθώς και
 
ε) τους λόγους που προκάλεσαν τη θυροκόλληση.
 
3. Η έκθεση υπογράφεται από το όργανο της επίδο­σης, καθώς και από το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο. Σε περίπτωση θυροκόλλησης, η έκθεση υπο­γράφεται από το όργανο και το μάρτυρα.
 
4. Το όργανο της επίδοσης οφείλει να σημειώνει, στο έγγραφο, και να βεβαιώνει την ημέρα και την ώρα της παράδοσης ή της θυροκόλλησης. Σε περίπτωση διαφοράς ανάμεσα στην έκθεση και στη σημείωση, επικρατεί η ημέ­ρα και ώρα που μνημονεύονται στην έκθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η επίδοση συντελείται, κατά περίπτωση, από το χρόνο της παράδοσης ή της θυροκόλλησης του επιδοτέου εγγράφου, ο οποίος και προκύπτει από την έκθεση.

2. Η επίδοση θεωρείται ότι συντελέστηκε:
 
α) στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 45, από το χρόνο παράδοσης του εγγράφου στο γραμματέα,
 
β) στην περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 47, από το χρόνο που, σύμφωνα με την έκθεση, εκδηλώθηκε η άρ­νηση παραλαβής του εγγράφου στο κατάστημα της αρχής ή του δικαστηρίου,
 
γ) στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 53, από το χρόνο της παράδοσης του εγγράφου στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, ενώ
 
δ) στην περίπτωση του άρθρου 54, από το χρόνο της παράδοσης του εγγράφου στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο ιδιώτης, που δεν έχει ο ίδιος ή ο νόμιμος αντι­πρόσωπος ή ο εκπρόσωπος ή ο δικαστικός πληρεξούσιός του την κατοικία ή το χώρο της εργασίας του στην έδρα του δικαστηρίου, οφείλει να διορίζει, ως αντίκλητο, πρόσωπο που έχει την κατοικία ή το χώρο της εργασίας του στην έδρα αυτήν. Δικαίωμα να διορίσει αντίκλητο έχει ο διάδικος σε κάθε άλλη περίπτωση.

2. Ο διορισμός γίνεται με το πρώτο δικόγραφο που απευθύνεται στο δικαστήριο, μπορεί όμως να γίνει και με νεότερο έγγραφο του διαδίκου, το οποίο πρέπει να κατα­τίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και να επιδίδεται από αυτόν στους άλλους διαδίκους. Ο διορισμός ισχύει, ως προς το δικαστήριο, από την κατάθεση ενώ, ως προς τους άλλους διαδίκους, από την προς αυτούς επίδοση του σχετικού εγγράφου.
 
3. Η πράξη του διορισμού πρέπει να περιέχει το όνο­μα, επώνυμο και πατρώνυμο, το επάγγελμα και τις διευ­θύνσεις της κατοικίας και του χώρου εργασίας του αντικλή­του. Σε περίπτωση μεταβολής των διευθύνσεων, εφαρμό­ζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 45.
 
4. Όλες οι επιδόσεις μπορούν να γίνουν στον αντίκλη­το του διαδίκου, ακόμη και όταν ο διάδικος κατοικεί ή ερ­γάζεται στην έδρα του δικαστηρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ως προς τη διάρκεια της εξουσίας του αντικλήτου, την παραίτησή του ή την ανάκληση του διορισμού του, εφαρμόζονται αναλόγως οι αντίστοιχες διατάξεις που αφο­ρούν τους δικαστικούς πληρεξουσίους.

2. Σε κάθε περίπτωση που έπαυσε η εξουσία του αντι­κλήτου, ο διάδικος οφείλει να διορίσει άλλον.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή από τα δικαστήρια αρχίζουν την επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία συντελέστηκε το γεγονός που αποτέλεσε την αφετηρία τους και λήγουν στις επτά (7) το βράδυ της τελευταίας ημέρας, αν δε αυτή είναι αργία, την ίδια ώρα της αμέσως επόμενης εργάσιμης ημέρας. Κατ' εξαίρεση, για τη συμπλήρωση της ενηλικίωσης προσώπου υπολο­γίζεται και η ημέρα της γέννησης.

2. Προθεσμία που προσδιορίζεται σε έτη λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους.
 
3. Προθεσμία που προσδιορίζεται σε μήνες λήγει όταν περάσει η ημέρα του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί αριθμητικά στην ημέρα έναρξης, αν δε δεν υπάρχει αντί­στοιχη αριθμητικά ημέρα, ως τέτοια θεωρείται η τελευταία ημέρα του τελευταίου μήνα.
 
4. Προθεσμία που προσδιορίζεται σε εβδομάδες λήγει όταν περάσει η αντίστοιχη ομώνυμη ημέρα της τελευταίας εβδομάδας.
 
5. Προθεσμία μισού έτους ισχύει ως προθεσμία έξι (6) μηνών, ενώ προθεσμία μισού μήνα ισχύει ως προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών.
 
6. Αν η προθεσμία που έχει προσδιοριστεί αποτελείται από μήνες και ημέρες, υπολογίζονται πρώτα οι μήνες και κατόπιν προστίθενται οι ημέρες.
 
7. Για τον υπολογισμό των προθεσμιών, ως αρχή του μήνα νοείται η πρώτη, ως μέσον η δέκατη πέμπτη και ως τέλος η τελευταία ημέρα του.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι προθεσμίες που αρχίζουν με την επίδοση εγγρά­φου τρέχουν και εναντίον εκείνου με παραγγελία του οποί­ου έγινε η επίδοση.

2. Σε περίπτωση παράτασης προθεσμίας που χορηγεί­ται από το νόμο ή από το δικαστήριο, η νέα προθεσμία αρχίζει αφότου περάσει η πρώτη.
 
3. Η διακοπή της δίκης συνεπάγεται και διακοπή των προθεσμιών που δεν έχουν εκπνεύσει, οι οποίες αρχίζουν εκ νέου από την επανάληψη της δίκης.
 
4. Κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών ανα­στέλλονται οι προθεσμίες που έχουν ταχθεί για τη διεξα­γωγή αποδείξεων. Η αναστολή δεν ισχύει όταν πρόκειται για συντηρητική απόδειξη ή για υποθέσεις που εκδικάζονται από τα τμήματα διακοπών. Οι προθεσμίες για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων ή μέσων αναστέλλονται για το διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου.
 
5. Οι προθεσμίες της παρ. 1, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, έχουν ανατρεπτικό χαρακτήρα, η δε τήρησή τους εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.
 
6. Η μη τήρηση προθεσμίας, που αφορά αποκλειστικά τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων, εξετάζεται από το δικα­στήριο μόνο αν τούτο προβληθεί από το διάδικο υπέρ του οποίου αυτή έχει ταχθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο απαγγέλλει την ακυρότητα των διαδι­καστικών πράξεων οι οποίες διενεργήθηκαν, από το ίδιο ή από διάδικο, κατά παράβαση των διατάξεων που τις ρυθ­μίζουν.

2. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο ακυρότητα α­παγγέλλεται από το δικαστήριο:
 
α) αυτεπαγγέλτως, αν τούτο προβλέπεται ρητώς από το νόμο, ή αν η διαδικαστική πράξη προέρχεται από αναρ­μόδιο όργανο, ή αν αυτή έγινε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας,
 
β) ύστερα από αίτηση του διαδίκου σε κάθε άλλη περί­πτωση και εφόσον κριθεί ότι η παράβαση προκάλεσε σε αυτόν βλάβη, η οποία δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθεί με άλλον τρόπο.
 
3. Η αίτηση του διαδίκου στην περ. β' της προηγού­μενης παραγράφου, είναι απαράδεκτη:
 
α) αν δεν υποβληθεί κατά την πρώτη, μετά την παρά­βαση, συζήτηση,
 
β) αν υποβληθεί από διάδικο που έχει προκαλέσει την παράβαση ή που έχει συντελέσει σε αυτήν ή που έχει παραιτηθεί ρητώς ή σιωπηρώς, μετά τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης, από την υποβολή αίτησης.
 
4. Μετά την απαγγελία της ακυρότητας, το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η πράξη, εκτός αν έχει ήδη επέλθει απώλεια του σχετικού δικαιώματος ή η επανάληψη αποκλείεται για άλλον λόγο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατά­ξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή.

2. Παράλειψη υπάρχει όταν η διοικητική αρχή, αν και υποχρεούται κατά νόμο, δεν εκδίδει εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη για να ρυθμίσει ορισμένη έννομη σχέση. Η παράλειψη συντελείται με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για την έκδοση, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομέ­νου, της πράξης αυτής. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση (σιωπηρή άρνηση), αν από το νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, η παράλειψη συντελείται με την πάροδο ά­πρακτου τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης στη Διοίκηση. Η κατά τις προηγούμενες περιόδους παρά­λειψη συντελείται, επίσης, με την έκδοση θετικής διοικη­τικής πράξης από την οποία συνεπάγεται εμμέσως η βού­ληση της Διοίκησης να μην προβεί στη ρύθμιση ορισμένης έννομης σχέσης.
 
3. Στις περιπτώσεις που από το νόμο προβλέπεται, κατά της πράξης ή της παράλειψης, διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται, μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ενώπιον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου, οργάνου, και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά το νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφανή προσφυγή. Αν κατά της πράξης ή της παράλειψης προβλέπονται από το νόμο περισσότερες από μία διαδοχικές ενδικοφανείς προσφυγές, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την τελευταία ενδικοφανή προσφυγή. Το κατά τις προηγούμενες περιόδους απαρά­δεκτο του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής κατά πρά­ξης ή παράλειψης κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής, δεν ισχύει αν η αρμόδια διοικητική αρχή παρέλειψε να ενημερώσει πλή­ρως, κατά οποιονδήποτε τρόπο, τον ενδιαφερόμενο, τόσο για την υποχρέωση, όσο και για τους όρους άσκησης της ενδικοφανούς προσφυγής.
 
4. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει τυχόν ειδικώς ο νόμος προς έκδοση απόφασης για την ενδικοφανή προσφυγή ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προ­θεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την άσκησή της, το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται κατά της, τεκμαιρόμενης από την πάροδο της προθεσμίας, απόρρι­ψης της ενδικοφανούς προσφυγής.
 
5. Η προσφυγή ασκείται παραδεκτώς και πριν από τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρρι­ψης της ενδικοφανούς προσφυγής, εφόσον όμως η συν­τέλεση αυτή έχει επέλθει κατά την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής.
 
6. Ρητή πράξη η οποία εκδόθηκε μετά τη συντέλεση της παράλειψης ή της τεκμαιρόμενης απόρριψης ενδικοφανούς προσφυγής, και ως την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής, λογίζεται ως συμπροσβαλλόμενη. Μπορεί όμως και να προσβληθεί αυτοτε­λούς.
 
7. Με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής λογίζονται ως συμπροσβαλλόμενες και όλες οι μεταγενέστερες και συν­αφείς προς την προσβαλλόμενη, πράξεις ή παραλείψεις, εφόσον έχουν εκδοθεί ή συντελεστεί, αντιστοίχως, ως την πρώτη συζήτηση. Στην περίπτωση αυτήν, η αναβολή της συζήτησης για την υποβολή πρόσθετων λόγων, εφόσον ζητηθεί, είναι υποχρεωτική. Οι πράξεις ή οι παραλείψεις αυτές μπορούν πάντως να προσβληθούν και αυτοτελώς.
 
8. Η διοικητική αρχή οφείλει, σε κάθε περίπτωση, να χορηγεί ατελώς στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση για την ημερομηνία υποβολής της κατά την παρ. 2 αίτησης ή για την ημερομηνία άσκησης της κατά την παρ. 4 ενδικοφανούς προσφυγής.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος:

α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή

β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου.

2. Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει ο Υπουργός Οικονομικών, καθώς και τα όργανα, στα οποία έχει μετα­βιβαστεί η αρμοδιότητα αυτή με απόφασή του, υπέρ του Δημοσίου κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ' εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. (Η παρ. 2 του παρόντος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 Ν. 3900/2010).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής, παθητικώς νομιμοποιείται το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, στο οποίο ανήκει το όργανο που εξέδωσε την πράξη ή που παρά το νόμο παρέλειψε την έκδοσή της.

2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο πράξη ή παράλειψη έχει ενσωματωθεί σε μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στη δίκη που δημιουργείται ύστερα από άσκηση προσφυγής κατά της τελευταίας αυτής πράξης ή παράλειψης νομιμοποιείται παθητικώς και το νομικό πρό­σωπο, όργανο του οποίου εξέδωσε ή παρέλειψε να εκδώσει την πράξη που ενσωματώθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει:

Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης:
 
α) Για εκείνους τους οποίους αφορά: i. από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή ii. σε κάθε άλλη περίπτω­ση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της.
 
β) Για τους τρίτους: ί. από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνω­στοποίησής της, ή ii. σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του πε­ριεχομένου της.
 
Β. Σε περίπτωση παράλειψης, από τη συντέλεσή της.
 
2. α) Εξαιρετικώς στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές εν γένει η προσφυγή ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών και η προθεσμία για την άσκησή της αρχίζει όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο.
 
β) Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64 η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης. (Η παρ. 2 τίθεται όπως τροποποιήθηκε διαδο­χικά από το Άρθρο Πέμπτο παρ. Β.2α Ν. 4079/2012 και το Άρ­θρο Πρώτο παρ. ΙΓ.ΙΓ.2.2. Ν. 4093/12-11-2012. Σύμφωνα δε με την παρ. ΙΓ.ΙΓ.2.3 του ίδιου άρθρου: “Η ρύθμιση της περί­πτωσης σ' της παραγράφου 2 του άρθρου 66 του Κώδικα Διοι­κητικής Δικονομίας, καταλαμβάνει πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου").
 
3. Η προσφυγή μπορεί να ασκηθεί και πριν από την επίδοση της πράξης.
 
4. Αν, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας, αποβιώσει ο νομιμοποιούμενος χωρίς να έχει ασκήσει προσφυγή, αυτή είναι δυνατόν να ασκηθεί, από τους κάθε είδους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους του, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον, μέσα σε νέα ισόχρονη προθεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση της πράξης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε ή από τότε που αποδεδειγμένως αντιλήφθηκαν τη συντέ­λεση της παράλειψης. Αν εκκρεμεί η αποδοχή της κληρο­νομιάς, η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από την αποδοχή.
 
5. Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγού­μενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στη περί­πτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο.
 
6. Αν ο νομιμοποιούμενος προς άσκηση προσφυγής διαμένει στην αλλοδαπή, οι αντίστοιχες προθεσμίες ορίζο­νται σε ενενήντα (90) ημέρες.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής διακό­πτεται, για μια μόνο φορά, με την άσκηση κάθε διοικητικής προσφυγής, πλην εκείνης που προβλέπεται από τη διά­ταξη της παρ. 3 του άρθρου 63. Το κατά την προηγούμενη περίοδο αποτέλεσμα επέρχεται ακόμη και αν η διοικητική προσφυγή έχει απευθυνθεί σε αναρμόδιο διοικητικό όργα­νο. Η διάταξη της παραγράφου αυτής δεν έχει εφαρμογή κατά την εκδίκαση των φορολογικών εν γένει διαφορών.

2. Η προθεσμία, η οποία διακόπτεται κατά την προη­γούμενη παράγραφο, κινείται εξ αρχής από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας που τυχόν τάσσει ο νόμος για απάντηση, αλλιώς από την πάροδο άπρακτων τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης ή από την τυχόν επίδοση, πριν περάσουν οι προηγούμενες προ­θεσμίες, της απάντησης για την απλή ή την ειδική διοικη­τική προσφυγή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικόγραφο της προσφυγής, εκτός από τα στοι­χεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει ακόμη:

α) να μνημονεύει με ακρίβεια: 

i. την προσβαλλό­μενη πράξη ή παράλειψη,

ii. την αρχή που εξέδωσε την πράξη αυτήν ή που παρέλειψε την έκδοσή της,

iii. τους λόγους οι οποίοι θεμελιώνουν το αίτημα και

β) να περιέχει σαφώς καθορισμένο αίτημα.
 
2. Αίτημα της προσφυγής μπορεί να είναι:
 
α) η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, ή
 
β) η τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης.
 
3. Αν η προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη αφορά τρίτους, στο δικόγραφο πρέπει να μνημονεύονται σαφώς οι διευθύνσεις της κατοικίας και του χώρου εργασίας ή της έδρας των τρίτων.
 
4. Η αόριστη μνεία στο δικόγραφο ότι προσβάλλεται και κάθε συναφής πράξη ή παράλειψη δεν υποχρεώνει το δικαστήριο, εφόσον δεν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 7 του άρθρου 63, να ερευνήσει και ως προς τούτο την υ­πόθεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλ­λόμενης πράξης.

2. Κατ' εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται χρη­ματικά ποσά που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της Φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο μόνο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται σε ισχύ.

3. Κατά τα λοιπά, σε κάθε περίπτωση, έχουν εφαρμο­γή οι διατάξεις των άρθρων 200 έως και 205.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περί­πτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.

2. Προσφυγή, από το δικογράφο της οποίας παραιτή­θηκε ο προσφεύγων θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.
 
* Η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 Ν. 4274/2014.
 
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ
1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης η πα­ράλειψης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.

2. Σε άσκηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο αγωγής νομιμοποιούνται και οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι.
 
3. Αγωγή μπορούν να ασκήσουν και οι δανειστές των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, δικαιούχων, εφόσον οι τελευταίοι δεν την ασκούν, εκτός αν πρόκειται για προσωποπαγείς αξιώσεις (πλαγιαστική αγωγή).
 
4. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου.
 
5. (Καταργήθηκε από 1-1-2011 με άρθρ. 69 Ν. 3900/2010).

Διαβάστε περισσότερα..

Η αγωγή ασκείται κατά του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που είναι υπόχρεο προς ικανοποίηση της κατά την παρ. 1 του προηγούμενου άρ­θρου αξίωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να περιέχει και:

α) καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση,
 
β) σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και
 
γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα.
 
2. Αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι:
 
α) η καταψήφι­ση της αξιούμενης παροχής, ή
 
β) η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ασκηση αγωγής υπό αίρεση δεν επιτρέπεται.

2. Η αγωγή μπορεί να έχει, εκτός από την κύρια, και μία ή περισσότερες επικουρικές πραγματικές ή νομικές βάσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και λήγει με τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης.

2. Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής επέρχονται, ως προς τον ενα­γόμενο, από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα. Η παραγραφή, η οποία σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο διακόπηκε, αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης. (Η παρ. 2 τίθε­ται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011).
 
3. Μεταβολή του αιτήματος της αγωγής είναι απαράδεκτη. Κατ' εξαίρεση, ο ενάγων μπορεί, ως το τέλος της πρώτης συζήτησης, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να το μετατρέψει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό ή από αναγνωριστικό σε καταψηφιστικό.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αγωγής, με το αυτό αντικείμενο, από τον ίδιο ενάγοντα.

2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγω­γής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς. Η αγωγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξή­ντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης α­πόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέ­χουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης. (Η παρ. 2 τίθεται όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 8 Ν. 3659/2008, με ισχύ από 7-6-2008. Η τροποποίηση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου υπο­θέσεις. Παράλληλα η πρώην παρ. 2 αναριθμήθηκε σε παρ. 3).
 
3. Αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο ενάγων, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με παρεμπίπτουσα αγωγή είναι δυνατόν να ζητη­θούν:

α) τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της δίκης, ή
 
β) συμπληρωματική της αρχικής παροχή, αν μετά την άσκηση της αγωγής, διευρύνθηκε κατά οποιονδήποτε τρό­πο η αρχική αξίωση του ενάγοντος.
 
2. Ως προς την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 2 του άρ­θρου 114. 

Διαβάστε περισσότερα..

Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 4 του άρ­θρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αγωγή για αξί­ωση που θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικη­τικής πράξης ή παράλειψης δεν είναι απαράδεκτη αν, κατά της πράξης ή της παράλειψης αυτής, δεν ασκήθηκε το από τις κείμενες διατάξεις προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα. Στην περίπτωση αυτήν, κατά την εκδίκαση της αγωγής έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 80.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περί­πτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνο­λό της, προκειμένου να διακριβωθεί:

α) αν συντρέχουν οι λόγοι της περ. α' της παρ. 3, ή

β) αν η πράξη είναι πλημ­μελής κατά τη νόμιμη βάση της, ή

γ) αν υπάρχει παρά­βαση δεδικασμένου.

2. Αν η προσφυγή στρέφεται κατά ρητής πράξης, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την προσφυγή εν όλω ή εν μέρει και ακυρώνει ολικώς ή μερικώς την πράξη ή την τροποποιεί, είτε απορρίπτει την προσφυγή.
 
3. Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα:
 
α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύν­θεση, ή
 
β) αν συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή
 
γ) αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξου­σία.
 
4. Αν η προσφυγή στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την παρά­λειψη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια, είτε απορρίπτει την προσφυγή.
 
5. Σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξης ή παράλει­ψης φορολογικής ή τελωνειακής αρχής:
 
α) Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλό­μενης πράξης ή παράλειψης, χωρεί αυτεπαγγέλτως, προκειμένου να "διακριβωθεί' αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου.
 
β) Η πράξη ακυρώνεται για παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο ή τη διαδικασία έκδοσης της πρά­ξης, μόνον αν ο προσφεύγων επικαλείται και αποδεικνύει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την ακύρωση της πράξης. 
 
γ) Όταν κατά την επιβολή ορισμένης κύρωσης η αρχή διαθέτει εξουσία επιμέτρησης την οποία, παρά το νόμο, είτε δεν άσκησε καθόλου είτε άσκησε πλημμελώς, το δικαστήριο, ελέγχο­ντας κατά τα ανωτέρω, τη σχετική πράξη, ασκεί το ίδιο την εξουσία αυτή, επιβάλλοντας την προσήκουσα κύρωση και μεταρρυθμίζοντας αντιστοίχως την πράξη.
 
δ) Αν η προσ­φυγή στρέφεται κατά παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, δικάζει κατά πλήρη δικαιοδοσία και, είτε ακυρώνει εν όλω ή εν μέρει την παράλειψη, αποφαινόμενο αυτό για την ύ­παρξη και την έκταση του δικαιώματος ή της υποχρέωσης, είτε απορρίπτει την προσφυγή. (Η παρ. 5 τίθεται όπως τρο­ποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011. Στην παρ. 2 του άρθρου 20 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: ''Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 79 ΚΔΔ, όπως το άρθρο αυτό συμ­πληρώνεται με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών φορολογικών και τελωνειακών εν γένει υποθέ­σεων, των οποίων η πρώτη συζήτηση σε πρώτο βαθμό διεξάγεται ενενήντα ημέρες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Δεν εφαρ­μόζεται επί των εκκρεμών υποθέσεων η διάταξη της περίπτωσης β' της ανωτέρω παραγράφου''. Το αρχικό ρήμα "διακριθεί" αντικαταστάθηκε με το ρήμα "διακριβωθεί", με το άρθρο 65 παρ. 3 Ν. 3994/2011.
 
6. Το δικαστήριο δεν μπορεί, με την απόφασή του, να καταστήσει χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της δεύτερης περιόδου της παρ. 1. Η χειροτέρευση της θέσης του προσφεύγοντος διαπιστώνεται από τη συνολική έκβαση της δίκης. (Η αρχική παρ. 5 αναριθμήθηκε σε παρ. 6 με το άρ­θρο 65 παρ. 2 Ν. 3994/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την αγωγή εν όλω ή εν μέρει και, ανάλογα με το αίτημά της, επιδικάζει την παροχή ή απλώς αναγνωρίζει τη σχετική αξίωση, είτε απορρίπτει την αγωγή.

2. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πρά­ξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής.
 
3. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου που υποβάλλεται με το αρχικό δικόγραφο ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων, να κηρύξει την απόφα­σή του εν όλω ή εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή, αν υπάρχει αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια του αιτούντος προς αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του ή αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που συνηγορούν προς τούτο. Στις προσωρινώς εκτελεστές αποφάσεις, η προθεσμία, καθώς και η άσκηση της έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση, εκτός αν αυτή πρόκειται να γίνει κατά τρίτου. Το δευτεροβάθμιο δικαστή­ριο μπορεί να κηρύξει για πρώτη φορά την απόφαση, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, προσωρινώς εκτελεστή εν όλω ή εν μέρει, ή να διατάξει την άρση της προσωρινής εκτέλεσης της απόφασης, με ανάλογη εφαρμογή των δια­τάξεων των άρθρων 212-215. (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 Ν. 3659/2008 με ισχύ από 7-6-2008).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ένδικα μέσα, τα οποία ασκούνται ενώπιον των τα­κτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι η ανακοπή ερημο­δικίας, η έφεση, η αίτηση αναθεώρησης, η τριτανακοπή και η αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας.

2. Ως προς την αίτηση αναίρεσης έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε ισχύουσες, σχετικές με αυτήν, διατάξεις της νο­μοθεσίας που αφορά το Συμβούλιο της Επικρατείας. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της αίτη­σης αναθεώρησης, της τριτανακοπής, και της αίτησης δι­όρθωσης ή ερμηνείας εκδικάζονται από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

2. Το ένδικο μέσο της έφεσης εκδικάζεται από το αρ­μόδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε ένδικα μέσα υπόκεινται μόνο οι οριστικές απο­φάσεις. Με την προσβολή τους θεωρείται ότι συμπροσβάλλονται και όλες οι μη οριστικές. Κατ' εξαίρεση, σε ανα­κοπή ερημοδικίας και σε αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας υπόκεινται και οι μη οριστικές αποφάσεις.

2. Το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται σύμφω­να με το νόμο ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που δημο­σιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ενεργητική νομιμοποίηση καθορίζεται από τις δια­τάξεις που ρυθμίζουν το κάθε ένδικο μέσο. Παθητικώς νο­μιμοποιούνται όσοι διατέλεσαν αντίδικοι εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσ­βαλλόμενη απόφαση.

2. Νομιμοποιούνται επίσης ενεργητικώς ή παθητικώς οι καθολικοί ή οιονεί καθολικοί διάδοχοι και όσοι έγιναν ειδικοί διάδοχοι μετά την άσκηση του ένδικου βοηθήματος για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 102, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί, από το αυτό πρόσωπο, για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο μέσο κατά της αυτής απόφασης, ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο.

2. Ένδικο μέσο από το οποίο παραιτήθηκε εκείνος που το άσκησε θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι προθεσμίες, μέσα στις οποίες ασκούνται τα ένδι­κα μέσα σύμφωνα με τις ειδικές γι' αυτά διατάξεις, παρεκτείνονται κατά εξήντα (60) ημέρες στις περιπτώσεις που οι νομιμοποιούμενοι να τα ασκήσουν διαμένουν στην αλλο­δαπή.

2. Τα ένδικα μέσα ασκούνται παραδεκτώς και πριν α­πό την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
 
3. Αν ο νομιμοποιούμενος να ασκήσει το ένδικο μέσο αποβιώσει κατά τη διάρκεια της προθεσμίας χωρίς να το ασκήσει, αυτό είναι δυνατόν να ασκηθεί από τα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 84, μέσα σε νέα ισόχρονη προ­θεσμία, η οποία και αρχίζει από τότε που αυτά έλαβαν αποδεδειγμένως γνώση της απόφασης ή από τότε που τυχόν αυτή τους κοινοποιήθηκε. Αν η νομιμοποίηση των τελευταίων συνδέεται με την άσκηση κληρονομικού δικαι­ώματος, η νέα αυτή προθεσμία αρχίζει από την αποδοχή της κληρονομιάς.
 
4. Οι διατάξεις της πρώτης περιόδου της προηγούμε­νης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περί­πτωση που έπαυσε να υπάρχει το νομικό πρόσωπο.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα δικόγραφα των ένδικων μέσων, εκτός από τα στοι­χεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει να περιέχουν και:

α) μνεία της προσβαλλόμενης απόφα­σης,

β) τους ειδικούς για κάθε ένδικο μέσο λόγους και

γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα.

Διαβάστε περισσότερα..

Εφόσον στον Κώδικα δεν ορίζεται ειδικώς διαφορετι­κά, οι προθεσμίες των ένδικων μέσων, καθώς και η ά­σκησή τους, δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Είναι όμως δυνατόν να χορηγηθεί, κατά περίπτωση, αναστολή εκτέλεσης της πράξης ή της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 200 έως και 209. Οι προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων, περιλαμβανομένης και της αναιρέσεως, κατά αποφάσεων που διατάσσουν την επιστροφή, καθώς και η άσκησή τους έχουν ανασταλ­τικό αποτέλεσμα.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο διάδικος, που δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση ένδικου βοηθήματος ή μέσου επειδή δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή επειδή, αν και κλητεύθηκε νόμιμα, δεν μπόρεσε, λόγω ανώτερης βίας, να παρασταθεί, έχει δικαίωμα να ασκήσει, για τους λόγους αυτούς, κατά της σχετικής απόφασης, ανακοπή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι ε­ξήντα (60) ημερών και αρχίζει από την επίδοση της προσ­βαλλόμενης απόφασης ή την πλήρη γνώση της.

2. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανα­κοπή αν έχουν περάσει τρία (3) χρόνια από τη δημοσίευση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ο λόγος της ανακοπής κριθεί βάσιμος, το δικαστή­ριο εξαφανίζει την απόφαση και προχωρεί στην εκδίκαση της διαφοράς.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό.

2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν σε χρηματικές διαφορές, αν το αντικείμενό τους δεν υπερ­βαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Προκειμένου για απαιτήσεις αμέσως ή εμμέσως ασφαλισμένων κατά των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και για απαιτήσεις για κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοί­κησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νο­μικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ανωτέρω όριο ορί­ζεται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. [Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το αμφισβητούμενο με την έφεση ποσό] Αν αντικεί­μενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά. Σε περίπτωση αντι­κειμενικής σώρευσης ένδικων βοηθημάτων, συνάφειας προσβαλλόμενων πράξεων ή παραλείψεων ή ομοδικίας, το αντικείμενο της διαφοράς κρίνεται χωριστά ως προς κά­θε ένδικο βοήθημα, συναφή πράξη ή παράλειψη ή ομόδικο, εκτός αν, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει ενοχή σε ολόκληρο. (Η παρ. 2 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 10 Ν. 3659/2008 με ισχύ από 7-6-2008).
 
3. Ειδικώς, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, ως αντικείμενο της δια­φοράς θεωρείται, για μεν τη Διοίκηση η διαφορά του κύρι­ου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που ορί­στηκε με την πράξη και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορο­λογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση.
 
4. Επιτρέπεται πάντοτε να ασκηθεί έφεση:
 
α) για έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του δικα­στηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ή
 
β) για μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεσή του, ή
 
γ) αν η διαφορά έχει ως αντικείμενο περιοδική παροχή, ή
 
δ) αν πρόκειται για φορολογική διαφορά με αντικείμενο την αναγνώριση ζημίας, η οποία δεν καλύπτεται με συμ­ψηφισμό του συνολικού εισοδήματος που προσδιορίστηκε με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά είναι εκπεστέα, σύμ­φωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, από το φορο­λογητέο εισόδημα επόμενων οικονομικά ετών, εφόσον το ποσό της εκπεστέας κατά τον τρόπο αυτόν ζημίας υπερ­βαίνει το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. (Η περ. δ' τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 Ν. 3900 /2010 με ισχύ από 1-1-2011).
 
ε) αν πρόκειται για την επιβολή προστίμων για παρά­βαση διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, εφό­σον προβάλλεται από τον διάδικο και προκύπτει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι η επίλυση της διαφοράς έχει για αυτόν ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις. (Η περ. ε' τίθεται όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 10 Ν. 3659/2008 με ισχύ από 7-6-2008).
 
5. Τα ποσά που αναφέρονται στην παρ. 2 μπορούν να αναπροσαρμόζονται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιο­σύνης.
 
*Το εδάφιο [εντός αγκύλης] τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 Ν. 4274/2014.
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ
παρ. 2 εδάφιο [εντός αγκύλης]
Το αντι­κείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το ο­ποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαίωμα να ασκήσουν έφεση έχουν οι κατά την πρωτόδικη δίκη διάδικοι, εφόσον έχουν έννομο προς τού­το συμφέρον.

2. Διάδικος που έχει ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας δεν μπορεί να ασκήσει και έφεση κατά της ίδιας απόφασης. Με την έφεση όμως, η οποία ασκείται κατά της απόφασης που απορρίπτει την ανακοπή ερημοδικίας, μπορούν να προβληθούν και λόγοι οι οποίοι αφορούν την ανακοπτόμενη απόφαση. Αν κατά της ίδιας απόφασης έχει ασκηθεί ανακοπή ερημοδικίας ή τριτανακοπή από άλλο διάδικο, η πρόοδος της δίκης για την έφεση αναστέλλεται ωσότου εκδοθεί απόφαση για την ανακοπή ερημοδικίας ή την τριτανακοπή.
 
3. Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολο­γικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού, ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνε­ται και η καταβολή του. (Η παρ. 3 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 22 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία για την άσκηση έφεσης είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει από την επίδοση της προσβαλ­λόμενης απόφασης.

2. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση αν έχουν περάσει τρία (3) χρόνια από τη δημοσίευση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

Λόγο έφεσης μπορεί να θεμελιώσει κάθε νομικό ή πραγματικό σφάλμα της απόφασης και κάθε παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως όσα είχε υποχρέωση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς στο δεύτερο βαθμό. Επιτρέπεται όμως να προ­βληθεί, το πρώτο, αίτημα για παρεπόμενες απαιτήσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση ύστερα από την οποία και εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.

2. Επιτρέπεται η προβολή, στην κατ' έφεση δίκη, νέων πραγματικών ισχυρισμών, εφόσον αφορούν κεφάλαια τα οποία είχαν αμφισβητηθεί στην πρωτόδικη δίκη και η μη προβολή τους κατ' αυτήν κρίνεται δικαιολογημένη.
 
3. Για τα αιτήματα και τους πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτώς σύμφωνα με τις προ­ηγούμενες παραγράφους, μπορούν οι διάδικοι να προσ­κομίσουν και να επικαλεστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και το δικαστήριο να διατάξει συμπληρωματική από­δειξη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που προβάλ­λονται κατά της πρωτόδικης απόφασης. Μέσα στα όρια αυτά, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα το πρωτοβάθμιο έπρεπε να εξετάσει, σύμφωνα με τα οριζό­μενα στη δεύτερη περίοδο της παρ. 1 του άρθρου 79, αλλά δεν τα εξέτασε.

2. Η έλλειψη δικαιοδοσίας, η αναρμοδιότητα και η μη νόμιμη συγκρότηση της σύνθεσης του πρωτοβάθμιου δι­καστηρίου εξετάζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν η έφεση κριθεί βάσιμη, το δικαστήριο, κατά πε­ρίπτωση, είτε εξαφανίζει εν όλω ή εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και δικάζει, κατά το μέρος που εξαφανίζει την απόφαση, το ένδικο βοήθημα, είτε τη μεταρρυθμίζει.

2. Αν η απόφαση εξαφανιστεί για έλλειψη αρμοδιότη­τας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο μόνο αν τούτο δεν υπάγε­ται στην περιφέρεια του δικαστηρίου που δίκασε την έφε­ση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η υπόθεση διακρατείται και εκδικάζεται από το εφετείο.
 
3. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν ρητώς δεν ορίζεται στο νόμο διαφορετικά, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
 
4. Αν κριθεί ορθό το διατακτικό αλλά εσφαλμένο το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά ή συμπληρώνει το αιτιολογικό και απορρίπτει την έφεση.
 
5. Με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν μπορεί να καταστεί χειρότερη, σε σχέση με το διατα­κτικό της εκκαλουμένης, η θέση του εκκαλούντος, εκτός αν συντρέχει η περίπτωση της δεύτερης περιόδου της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία, καθώς και η άσκηση της έφεσης κατ' απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση αγωγής αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.

2. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα, αν ειδικώς δεν ορίζεται αλλιώς, διαρκεί ωσότου δημοσιευτεί η οριστική απόφαση για την έφεση ή καταργηθεί κατά οποιονδήποτε τρόπο η κατ' έφεση δίκη. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν ασκηθεί έφεση, ο εφεσίβλητος μπορεί, και μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, να ασκήσει αντέ­φεση, ακόμη και αν έχει αποδεχτεί την απόφαση ή πα­ραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης.

2. Με την αντέφεση μπορούν να προβληθούν όλοι οι λόγοι, οι οποίοι μπορούν να προβληθούν και με την έφε­ση, μόνο όμως μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτε­λέσματος της έφεσης.
 
3. Η αντέφεση ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατί­θεται στη γραμματεία του εφετείου. Κατά τα λοιπά εφαρ­μόζονται αναλόγως όσα ισχύουν για την άσκηση της έφεσης. Ειδικώς, ως προς την επίδοση του δικογράφου στον αντίδικο, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 114.
 
4. Αν η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή αν εκείνος που άσκησε την έφεση παραιτηθεί από αυτήν, απορρί­πτεται και η αντέφεση. Στις περιπτώσεις αυτές, αν η αντέφεση έχει ασκηθεί μέσα στην προβλεπόμενη για τον αντεκκαλούντα προθεσμία για άσκηση έφεσης, ισχύει ως αυτοτελής έφεση. Το παραδεκτό της αντέφεσης δεν επη­ρεάζεται αν η έφεση απορριφθεί για ουσιαστικούς λόγους.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε αναθεώρηση υπόκεινται μόνο τελεσίδικες ή ανέκ­κλητες αποφάσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναθεώρησης έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδό­θηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εφόσον έχουν έννομο προς τούτο συμφέρον.

2. Η άσκηση από το ίδιο πρόσωπο νέας αίτησης ανα­θεώρησης επιτρέπεται μόνο για λόγο που προέκυψε με­ταγενεστέρους, έστω και αν αφορά το ίδιο κεφάλαιο της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αναθεώρηση επιτρέπεται μόνο αν:

α) η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή δήλωση διαδίκου, σε ψευδή έκθεση πραγματογνώμονα ή σε πλαστά ή νοθευμένα έγγραφα και τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από αμετάκλητη απόφα­ση ποινικού δικαστηρίου, ή

β) μετά την έκδοση της απόφασης περιήλθαν σε γνώ­ση του διαδίκου που ζητά την αναθεώρηση κρίσιμα έγγρα­φα, τα οποία υπήρχαν πριν από τη δίκη, αλλά δεν γνώριζε την ύπαρξή τους, ή
 
γ) η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετακλήτως μετά την τελευταία συζήτηση.
 
2. Λόγος αναθεώρησης, που μπορούσε να προβληθεί με έφεση, απαραδέκτως προβάλλεται με αίτηση αναθεώ­ρησης. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναθεώρησης είναι εξήντα (60) ημερών και αρχίζει:

α) στις περιπτώσεις α' και γ' της παρ. 1 του προηγού­μενου άρθρου, αφότου καταστεί αμετάκλητη η σχετική δικαστική απόφαση, ενώ
 
β) στην περίπτωση β' των ίδιων παραγράφου και άρ­θρου, αφότου τα κρίσιμα έγγραφα περιήλθαν στην κατο­χή εκείνου που ζητά την αναθεώρηση.
 
2. Αν τα γεγονότα της προηγούμενης παραγράφου συντελέστηκαν πριν από την επίδοση της προσβαλλόμε­νης απόφασης, η προθεσμία της αίτησης αναθεώρησης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν γίνει δεκτός λόγος αναθεώρησης, η προσβαλλό­μενη απόφαση εξαφανίζεται και επακολουθεί νέα εξέταση της υπόθεσης μέσα στα όρια του λόγου αυτού.

2. Η απόφαση που εκδίδεται κατ' αναθεώρηση υπόκειται στα ίδια ένδικα μέσα στα οποία υπόκειται και η απόφα­ση που αναθεωρήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαστική απόφαση, για την οποία κρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης, υπόκειται σε αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε.

2. Δικαίωμα να ασκήσουν την κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτηση έχουν όσοι διατέλεσαν διάδικοι στη δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμά­των του Ανθρώπου ή οι κάθε είδους καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον.
 
3. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, που αρχίζει από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμά­των του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρ­θρου 44 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τηρουμένης κατά τα λοιπά της ισχύουσας για το οικείο δικαστήριο διαδικασίας. Αν κατά τη διάρκεια της παραπάνω προθεσμίας υπάρξει διαδοχή του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώ­που διαδίκου, η προθεσμία για το διάδοχο αρχίζει από τότε που επήλθε η διαδοχή. Ειδικώς στην περίπτωση κλη­ρονομικής διαδοχής, η προθεσμία για τον κληρονόμο αρχί­ζει από τη λήξη της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας. (Το άρθρο 105Α τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 23 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τρίτος, ο οποίος βλάπτεται από απόφαση που εκ­δόθηκε σε δίκη μεταξύ άλλων, και ο οποίος δεν είχε ασκήσει παρέμβαση, μπορεί, εφόσον συντρέχει το έννομο συμφέρον που θα δικαιολογούσε την παρέμβασή του στη δίκη αυτήν, να ανακόψει την απόφαση.

2. Στερείται το δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή ο τρίτος στον οποίο κοινοποιήθηκε, σύμφωνα με τα οριζό­μενα στην παρ. 1 του άρθρου 114, το εισαγωγικό της δί­κης δικόγραφο, με γνωστοποίηση της σχετικής δικασίμου.
 
3. Η τριτανακοπή στρέφεται κατά όλων των διαδίκων ανάμεσα στους οποίους εκδόθηκε η προσβαλλόμενη από­φαση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η τριτανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, που αρχίζει είτε από την κοινοποίηση είτε από την πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης.

2. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί τριτανα­κοπή όταν έχουν περάσει τρία (3) χρόνια από τη δημο­σίευση της απόφασης. 

Διαβάστε περισσότερα..

Όσα ορίζονται στο άρθρο 91 εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση της τριτανακοπής.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εκείνος που διατέλεσε διάδικος στη δίκη μπορεί, με αίτησή του προς το δικαστήριο, να ζητήσει:

α) τη διόρθωση της απόφασης που εκδόθηκε, αν σε αυτήν έχουν παρεισφρήσει λογιστικά ή γραφικά λάθη ή το διατακτικό της διατυπώθηκε ελλιπώς ή ανακριβώς, ή
 
β) την ερμηνεία της, αν η διατύπωσή της είναι ασαφής και δημιουργεί αμφιβολίες.
 
2. Στην κατά την προηγούμενη παράγραφο διόρθωση μπορεί να προβεί το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση του διαδίκου πρέπει να αναφέρει με σαφή­νεια τα λάθη για τα οποία ζητείται η διόρθωση ή τα αμφί­βολα σημεία και τις ασάφειες για τις οποίες ζητείται η ερ­μηνεία.

2. Η αίτηση ασκείται με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Σε καμία, πάντως, περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί αν έχουν πε­ράσει τρία (3) χρόνια από τη δημοσίευση της απόφασης.
 
3. Η διαδικασία της αυτεπάγγελτης διόρθωσης δεν υπόκειται σε προθεσμία και κινείται με πράξη του προέ­δρου του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δι­καστήριο, με την οποία προσδιορίζονται τα λάθη και ορί­ζεται η δικάσιμος. (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 Ν. 3900/2010 με ισχύ 1-1-2011).
 
4. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εκδίκαση του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, το οποίο προκάλεσε την έκδοση της απόφασης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ως προς τη συζήτηση στο ακροατήριο ισχύουν οι κοινές διατάξεις.

2. Η απόφαση με την οποία γίνεται η διόρθωση ή η ερ­μηνεία μνημονεύεται στο πρωτότυπο της αρχικής απόφα­σης και σημειώνεται στο βιβλίο δημοσίευσης των αποφά­σεων, υπόκειται δε στα ένδικα μέσα που προβλέπονται για τη διορθούμενη ή ερμηνευόμενη.
 
3. Στα αντίγραφα ή στα αποσπάσματα της διορθούμενης ή ερμηνευόμενης απόφασης πρέπει απαραιτήτως να σημειώνονται ο αριθμός και η χρονολογία δημοσίευσης της απόφασης που τη διορθώνει ή την ερμηνεύει.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν τρίτος διεκδικεί ολικώς ή μερικώς το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση αγωγής, μπο­ρεί να ασκήσει κύρια παρέμβαση.

2. Η άσκηση κύριας παρέμβασης έχει τα έννομα απο­τελέσματα που έχει η άσκηση αγωγής.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε δίκη που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση προσφυ­γής ή αγωγής, μπορεί να παρέμβει τρίτος, προς υποστή­ριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη.

2. Ο παρεμβαίνων επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις που προβλέπει ο νόμος εφόσον δεν αντιτίθενται στο συμφέρον και στις πράξεις του διαδίκου υπέρ του ο­ποίου παρεμβαίνει, έχει δε δικαίωμα να ασκήσει όλα τα έν­δικα μέσα.
 
3. Παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτο και στην κατ' έφεση δίκη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στα πρόσωπα που, κατά τα προηγούμενα άρθρα, νομιμοποιούνται να ασκήσουν παρέμβαση, ανακοινώνεται η δίκη, με κοινοποίηση του εισαγωγικού δικογράφου και γνωστοποίηση της δικασίμου είκοσι (20) τουλάχιστον πλή­ρεις ημέρες πριν από αυτήν, από οποιονδήποτε διάδικο.

2. Η παρέμβαση ασκείται με ιδιαίτερο έγγραφο, το ο­ποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο ο­ποίο εκκρεμεί το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο και, με τη φροντίδα του παρεμβαίνοντος, επιδίδεται, με την ποινή του απαραδέκτου, σε κυρωμένο αντίγραφο στους διαδίκους τουλάχιστον έξι (6) πλήρεις ημέρες πριν από τη συ­ζήτηση. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορί­ζονται στην παρ. 3 του άρθρου 126. Η παράλειψη της πιο πάνω επίδοσης καλύπτεται αν εκείνος προς τον οποίο αυτή έπρεπε να γίνει παρίσταται στο ακροατήριο και δεν αντιλέγει.
 
3. Οι διατάξεις για την ομοδικία, τη συνάφεια και το χω­ρισμό δικογράφων εφαρμόζονται αναλόγως και στην πα­ρέμβαση.
 
4. Αποφάσεις, πράξεις και δικόγραφα που προβλέπεται ότι επιδίδονται στους διαδίκους, μετά την άσκηση της παρέμβασης επιδίδονται και στους παρεμβαίνοντες. (Το άρθρο 114 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 και 2 Ν. 3659/2008 με ισχύ από 7-6-2008).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Περισσότεροι μπορούν, με το ίδιο δικόγραφο, να ασκήσουν κοινή προσφυγή κατά της ίδιας πράξης ή παρά­λειψης, εφόσον οι λόγοι που προβάλλουν στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση, ή κοινή αγωγή, εφόσον συνδέονται με κοινό δικαί­ωμα ή τα δικαιώματα τους στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική και πραγματική βάση.

2. Κατά περισσότερων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορεί να ασκηθεί κοινή προσφυγή, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη του ενός έχει ενσωματωθεί στην πράξη ή την παράλειψη του άλλου ή κοινή αγωγή, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνδέονται με κοινή υποχρέωση ή οι υ­ποχρεώσεις τους πηγάζουν από την ίδια νομική και πραγ­ματική αιτία.
 
3. Προκειμένου περί απαιτήσεων για κάθε είδους απο­δοχές του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργα­νισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθ­μίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημόσιου δι­καίου, έστω και αν βασίζονται σε παράνομες πράξεις ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, εφαρμό­ζονται οι διατάξεις των δύο προηγούμενων παραγράφων και όταν αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς, έστω και μη ισόποσες, απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια κατά τα ουσιώδη στοιχεία νομική βάση. Ομοδικία συντρέχει και όταν για τους προσφεύγοντες ή ενάγοντες έχει εκδοθεί μία πράξη με ξεχωριστά για τον καθένα κε­φάλαια ή περισσότερες αυτοτελείς για τον καθένα πράξεις. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται η συνδρομή και των προϋποθέσεων της συνάφειας, εκτός από την προϋπόθε­ση της κατά τόπο αρμοδιότητας του δικαστηρίου ως προς όλες τις πράξεις. Σε περίπτωση ομοδικίας κατά την πα­ρούσα παράγραφο, ο αριθμός των ομοδίκων σε κάθε δικό­γραφο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους πενήντα. (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 Ν. 3900/2010).
 
4. Η δυνητική ομοδικία δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις των ομοδίκων. Οι διαδικαστικές πράξεις του ενός δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους.
 
5. Κάθε ομόδικος έχει δικαίωμα, κατά χωρισμό του κοι­νού δικογράφου ως την πρώτη συζήτηση, να ασκήσει νέο ένδικο βοήθημα, οπότε ως χρονολογία άσκησής του θεω­ρείται εκείνη του κοινού δικογράφου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Περισσότεροι ομοδικούν αναγκαστικώς, εφόσον:

α) η διαφορά από τη φύση της επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, ή
 
β) η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται, σύμφωνα με το νόμο, σε όλους τους ομοδίκους, ή
 
γ) κατά το νόμο, συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα μόνο από κοινού μπορεί να ασκηθεί από αυτούς ή κατ' αυτών, ή
 
δ) λόγω των συνθηκών της συγκεκριμένης διαφοράς, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις.
 
2. Οι διαδικαστικές πράξεις κάθε αναγκαστικώς ομοδίκου, εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει δια­φορετικά, δεσμεύουν και τους λοιπούς αναγκαστικώς ομο­δίκους. Για το κύρος όμως των πράξεων συμβιβασμού, αναγνώρισης, παραίτησης και συμφωνίας για διαιτησία, απαιτείται ομοφωνία όλων των αναγκαστικώς ομοδίκων.
 
3. Το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως τους τυχόν αντιφα­τικούς ισχυρισμούς των αναγκαστικώς ομοδίκων.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ορισμένοι, ως προς τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, δεν περιλαμ­βάνονται στο κοινό δικόγραφο, προσεπικαλούνται στη δί­κη, με κοινοποίηση του εισαγωγικού δικογράφου και γνω­στοποίηση της δικασίμου, από οποιονδήποτε ομόδικο, δε­καπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο κατά το προηγούμενο άρθρο προσεπικαλούμενος μετέχει στη δίκη με ειδικό δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου και επιδίδεται, σε κυρω­μένο αντίγραφο, με τη φροντίδα του, στους άλλους διαδί­κους, ως την προτεραία της συζήτησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο αναγκαστικώς ομόδικος ο οποίος, αν και προσεπικλήθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 117, δεν μετέσχε στη δίκη, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται, κατά τη διάρκειά της, από όλους από κοινού τους λοιπούς ανα­γκαστικούς ομοδίκους που μετέχουν σε αυτήν. Αν δεν είχε προσεπικληθεί και δεν είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, έχει δικαίωμα να ασκήσει κατά της σχετικής απόφασης ανακοπή ερημοδικίας.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν ασκηθεί ένδικο μέσο από κάποιον ή κατά κάποιου από τους αναγκαστικώς ομοδίκους, εφαρμόζονται αναλό­γως οι διατάξεις των άρθρων 117-119. Οι πρωτοδίκως ομόδικοι μπορούν να ασκήσουν από κοινού ένδικο μέσο χωρίς να απαιτείται να προβάλλονται κοινοί λόγοι.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν αρμόδιο καθ' ύλην είναι, ως προς άλλους μεν ομόδικους το τριμελές, ως προς άλλους δε το μονομελές, το κοινό ένδικο βοήθημα εκδικάζεται από το τριμελές.

2. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ομοδικίας, το ένδικο βοήθημα κρατείται ως προς τον πρώτο και τους ομόδικους με αυτόν και διατάσσεται ο χωρισμός του ως προς τους υπόλοιπους.
 
3. Με την απόφαση που διατάσσει το χωρισμό προσ­διορίζονται, κατά προτίμηση, σε συγκεκριμένη δικάσιμο, για να δικαστούν οι χωριζόμενες υποθέσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κοινό ένδικο βοήθημα μπορεί να ασκηθεί από τον ίδιο διάδικο για συναφείς πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, εφόσον το δικαστήριο είναι ως προς όλες κατά τόπο αρμόδιο.

2. Συναφείς είναι οι πράξεις και οι παραλείψεις:
 
α) όταν στηρίζονται στην ίδια νομική και στην ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση, ή
 
β) όταν η νομιμότητα της μιας ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της άλλης. Στις φορολογικές διαφορές, η συνάφεια δεν αίρεται εκ μόνου του λόγου ότι οι πράξεις αναφέρονται σε διαφορετικά έτη. (Η παρ. 2 τίθε­ται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 26 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011).
 
3. Συναφείς είναι οι υλικές ενέργειες όταν συνδέονται ουσιωδώς μεταξύ τους και οι αξιώσεις που απορρέουν από αυτές στηρίζονται στην ίδια νομική βάση.
 
4. Για τον καθορισμό του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστη­ρίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 121.
 
5. Αν δεν συντρέχουν, ως προς όλες τις πράξεις, πα­ραλείψεις ή υλικές ενέργειες, οι προϋποθέσεις των παρ. 1-3 κατά περίπτωση, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 121.
 
6. Για το χωρισμό του κοινού δικογράφου εφαρμόζο­νται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 4 του όρθρου 115. Ο χωρισμός επιτρέπεται και στην περίπτωση που υπάρχει κατά τόπο αναρμοδιότητα του δικαστηρίου ως προς ορι­σμένες από τις συμπροσβαλλόμενες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες. 

Διαβάστε περισσότερα..

Οι διατάξεις για την ομοδικία εφαρμόζονται και όταν το κοινό δικόγραφο αναφέρεται σε συναφείς πράξεις, παρα­λείψεις ή υλικές ενέργειες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Περισσότερα ένδικα βοηθήματα ή μέσα μπορούν να σωρευθούν, κυρίως ή επικουρικώς, στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο αν συντρέχουν, ως προς αυτά οι προϋποθέσεις του άρθρου 122, το οποίο και εφαρμόζεται αναλόγως.

2. Οι διατάξεις για την ομοδικία έχουν και στην περί­πτωση αυτή ανάλογη εφαρμογή.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο μπορεί να συνεκδικάζει περισσότερα έν­δικα βοηθήματα ή μέσα όταν, ως προς αυτά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας ή της συνάφειας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το ο­ποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθενται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές απαι­τείται επί ποινή απαραδέκτου της άσκησής τους, η επίδο­ση επικυρωμένου αντιγράφου του δικογράφου της προσ­φυγής, με επιμέλεια του διαδίκου στην αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη ή που, παρά το νόμο, παρέλειψε την έκδοσή της, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής. Αν ο διάδικος δεν τήρησε την παραπάνω υποχρέ­ωσή του και το Δημόσιο παρίσταται ενώπιον του Δι­καστηρίου κατά την εκδίκαση της προσφυγής και δεν αντιλέγει, αίρεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο και το Δικαστήριο προχωρεί κανονικά στην εκδίκαση της προσφυγής.

2. Τα ένδικα μέσα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο, μαζί με τρία αντίγραφα, κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλ­λόμενη απόφαση.
 
3. Για την κατά τις προηγούμενες παραγράφους κατά­θεση, συντάσσεται πράξη πάνω στο κατατιθέμενο δικό­γραφο, η οποία διαλαμβάνει τη χρονολογία της κατάθε­σης, το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου που το παρέλαβε και εκείνου που το κατέθεσε, καθώς και τον αριθμό καταχώρησής του στο οικείο βιβλίο ή στο ειδικό πρωτόκολλο κατάθεσης, κατά περίπτωση, υπογράφεται δε από τον υ­πάλληλο που το παραλαμβάνει, καθώς και από εκείνον που το καταθέτει.
 
4. Η γραμματεία, στην οποία κατατίθεται το ένδικο βοή­θημα ή μέσο, το καταχωρεί στο τηρούμενο προς τούτο βι­βλίο και σχηματίζει φάκελο, τον οποίο σε περίπτωση έφε­σης, διαβιβάζει στο δικαστήριο στο οποίο αυτή απευθύ­νεται.
 
5. Αν υπάρχει διαφορά, ως προς τη χρονολογία κατά­θεσης του ένδικου βοηθήματος ή μέσου, ανάμεσα στην πράξη κατάθεσης και στο βιβλίο ή το πρωτόκολλο, επι­κρατεί η χρονολογία του βιβλίου ή του πρωτοκόλλου.
 
6. Η γραμματεία είναι υποχρεωμένη, αν το ζητήσει ο ενδιαφερόμενος, να του χορηγήσει κυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου του ένδικου βοηθήματος ή μέσου που κατέθεσε, με την πάνω σε αυτό πράξη κατάθεσης.
 
7. Τα δικόγραφα μπορεί να υποβάλλονται και με ηλεκ­τρονικά μέσα, εφόσον φέρουν προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του π.δ. 150/2001 (Α' 125). Τα δικόγραφα που έχουν υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται ότι κατατέθηκαν, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα του εγγράφου από το δικαστήριο ηλεκτρονική απόδειξη που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την ως άνω έννοια, και περιέχει και την έκθεση κατάθεσης. (Η παρ. 7 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 2 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).
*Η παράγραφος είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 12 Ν. 3659/2008 και εν συνεχεία με το άρθρο 27 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011, ενώ το εδάφιο γ' προστέθηκε με το άρθρο 26 Ν. 4274/2014.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμ­βούλιο, και σε υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς δικαστηρίου ο οριζόμενος δικαστής, με απόφασή του μπορεί να απορρίπτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παρα­πέμπει, όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 12 παράγραφος 2, στο αρμόδιο δικαστήριο υποθέσεις οι οποίες έχουν εισαχθεί σε αυτό αναρμοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρίπτεται ή παραπέμπεται κατά περίπτω­ση και η τυχόν εκκρεμής αίτηση παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας.

2. Το ίδιο δικαστήριο μπορεί να δέχεται, εν όλω ή εν μέρει, ένδικα βοηθήματα ή μέσα, που είναι προδήλως βά­σιμα.
 
3. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διοίκησης ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής, με πράξη του στο εισαγωγικό της δίκης δικόγρα­φο, η οποία δεν κοινοποιείται στους διαδίκους, ορίζει το τμήμα ή το δικαστή για την κατά τις προηγούμενες παραγράφους εκδίκαση της υπόθεσης. Για τις υποθέσεις για τις οποίες έχει προσδιορισθεί δικάσιμος, η ως άνω αρμοδιό­τητα ανήκει στον πρόεδρο του οικείου τμήματος ο οποίος, με την ίδια πράξη, διατάζει και τη διαγραφή τους από το πινάκιο.
 
4. Στην περίπτωση της παραγράφου 2 ο εισηγητής ζη­τεί εγγράφως ή προφορικώς ή με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο από τον υπογράφοντα δικηγόρο στη δηλωθείσα από αυτόν διεύθυνση ή στα λοιπά δηλωθέντα από αυτόν στοι­χεία επικοινωνίας, την προσκόμιση στοιχείων νομιμοποί­ησης, καθώς και το προβλεπόμενο από το άρθρο 277 α­ποδεικτικό καταβολής παραβόλου. Αν αυτά δεν προσκομισθούν σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την απο­στολή του εγγράφου ή την ειδοποίηση, το ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο για το λόγο αυτό.
 
5. Οι κατά τις παραγράφους 1 και 2 αποφάσεις λαμβάνονται μόνον ομοφώνως και μετά την αποστολή του φακέ­λου από τη διοίκηση. Άλλως, η υπόθεση εισάγεται για συ­ζήτηση με την τακτική διαδικασία. Οι διατάξεις για την πα­ρέμβαση και την τριτανακοπή εφαρμόζονται και εν προκειμένω. Οι αποφάσεις είναι συνοπτικά διατυπωμένες και περιέχουν, κυρίως, την απάντηση επί των προβαλλόμε­νων ισχυρισμών.
 
6. Η απορριπτική απόφαση κοινοποιείται στον διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Ο τελευταίος μπο­ρεί, με αίτησή του, που κατατίθεται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση, και πάντως όχι μετά την πάροδο δεκαοκτώ (18) μηνών από την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας τριπλάσιο του κατά το άρθρο 277 οριζόμενου παραβόλου. Στην περίπτωση αυτή, η α­πόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και η υπόθεση εισάγεται για συζήτηση με την τακτική διαδικα­σία.
 
7. Σε περίπτωση αποδοχής, κατά την παράγραφο 2, ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, οι ορισμοί της προηγούμε­νης παραγράφου ισχύουν και για εκείνον κατά του οποίου εστρέφετο το ένδικο βοήθημα ή μέσο, καθώς και για τον παρεμβαίνοντα ή τον έχοντα δικαίωμα παρεμβάσεως. Η Αρχή καταβάλλει το τριπλάσιο του προβλεπόμενου για τον ιδιώτη παραβόλου. Στην περίπτωση αυτή, στην απόφαση σημειώνεται ότι η παραδοχή καθίσταται οριστική μετά την τήρηση της διαδικασίας της επόμενης παραγράφου.
 
8. Ο Πρόεδρος του οικείου Τμήματος ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου με πράξη του διαπιστώνει την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών της παραγράφου 6. Α­πό την ημερομηνία σύνταξης της πράξεως αυτής παράγεται το αποτέλεσμα της απόφασης. Αν διαπιστώσει πλημμέλεια στην κοινοποίηση, διατάσσει την ενέργεια νέας.
 
9. Στις υποθέσεις που εκδικάζονται σε συμβούλιο, δι­καστική δαπάνη επιδικάζεται για τη σύνταξη του δικογρά­φου. Αν, μετά από αίτημα του διαδίκου, η υπόθεση εισαχθεί στην τακτική διαδικασία και το διατακτικό της αποφάσεως είναι, κατά τα ουσιώδη σημεία του, το ίδιο με αυτό της απόφασης σε συμβούλιο ο διάδικος που προκάλεσε τη νέα συζήτηση καταδικάζεται να καταβάλει στο νικήσαντα διάδικο ποσό ίσο με το πενταπλάσιο της εκάστοτε ορι­ζόμενης δικαστικής δαπάνης. Για το καταβαλλόμενο κατά τις παραγράφους 6 και 7 ειδικό παράβολο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 277. Το παράβολο των παραγράφων 6 και 7 καταπίπτει υπέρ του αντιδίκου.
 
*Η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 Ν. 4274/2014.
*Το άρθρο 126Α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012.
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ
"1. Το δικαστήριο, με απόφαση που λαμβάνεται σε συμβούλιο, και σε υποθέσεις αρμοδιότητας μονομελούς δικαστηρίου ο οριζόμενος δικαστής με απόφασή του, μπο­ρεί, εφόσον έχει διενεργήσει όσα αναφέρονται στην πα­ράγραφο 4 του παρόντος, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως, να απορρίπτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι προ­δήλως απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παραπέμπει, όταν συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 12 παράγραφος 2, στο αρμόδιο δικαστήριο υποθέσεις οι οποίες έχουν εισαχθεί σε αυτό αναρμοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρί­πτεται ή παραπέμπεται κατά περίπτωση και η τυχόν εκ­κρεμής αίτηση παροχής προσωρινής δικαστικής προστα­σίας."

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που δι­ευθύνει το δικαστήριο, με πράξη του πάνω στα κατά το προηγούμενο άρθρο δικόγραφα, ορίζει δικάσιμο. Ο ίδιος μπορεί, κατά τον ίδιο τρόπο, να ορίσει συντομότερη δικά­σιμο από εκείνην που όρισε αρχικά είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου. (Η παρ. 1 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 Ν. 3659/2008 και εν συνεχεία με το άρθρο 69 Ν. 3900/10 με ισχύ από 1-1-11).

2. Οι υποθέσεις που προσδιορίζονται για κάθε δικάσι­μο καταχωρούνται, στο πινάκιο που προβλέπεται από το π.δ. 402/1983, όπως εκάστοτε ισχύει, το οποίο και τηρεί­ται από τη γραμματεία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους προς το δικαστήριο, μπορεί να ζητηθεί η επιτάχυνση της εκδίκα­σης της υπόθεσης, εάν η υπόθεση δεν έχει συζητηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου.

2. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διεύθυνσης ή ο δικα­στής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο οριζόμενος από αυτούς δικαστής, εξετάζει την αίτηση και ορίζει συντομό­τερη δικάσιμο, εκτιμώντας κυρίως τις προηγούμενες καθυ­στερήσεις στην εκδίκαση της υπόθεσης σε προηγούμε­νους βαθμούς ή στάδια της διαδικασίας, καθώς και τις ανάγκες και το φόρτο του δικαστηρίου.
 
3. Η αίτηση επιτάχυνσης μπορεί να ζητηθεί για ένδικα βοηθήματα ή μέσα τα οποία ασκούνται μετά τη 16η Σε­πτεμβρίου 2012, η δε συντομότερη δικάσιμος ορίζεται υ­ποχρεωτικά εντός εξαμήνου, εκτός αν ο διάδικος που αιτείται την επιτάχυνση συνέβαλε στην παράταση της εκκρε­μοδικίας. Αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται μόνο μία φορά για σπουδαίο λόγο σε δικάσιμο, η οποία δεν μπορεί να απέχει πάνω από ένα τρίμηνο από την ορισθείσα με την πράξη επί της αίτησης επιτάχυνσης.
 
4. Για μια πενταετία, η οποία αρχίζει από τη 16η Σε­πτεμβρίου 2012, ο προσδιορισμός των εισαγομένων ενδί­κων βοηθημάτων και μέσων εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κατάθεσή τους, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 των υποθέσεων κάθε δικασίμου. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εξέταση των αιτήσεων είναι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, καθώς και ο επείγων χαρα­κτήρας των υποθέσεων. (Το άρθρο127Α τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 60 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, με μνεί­α της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φρο­ντίδα της γραμματείας, στους καθ’ ων τούτο στρέφεται, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, με εξαίρεση τις προσφυγές επί φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών. Ειδικώς, αν πρόκειται για ένδικο βοή­θημα που στρέφεται κατά πράξης οργάνου του Δημοσίου, με την οποία εγκρίθηκε πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η επίδοση γίνεται και προς το νομικό πρό­σωπο, καθίσταται δε διάδικος και αυτό.

2. Η γραμματεία φροντίζει, επίσης, ώστε να επιδοθούν κλήσεις προς τους διαδίκους για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Η κλήση αυτή επιδίδεται εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δι­κάσιμο.
 
3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κλήση μπορεί να γίνει και με προφορική ανακοίνωση της δικασίμου από τη γραμματεία. Τούτο βεβαιώνεται με έγγραφο, που υπο­γράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο και από εκείνον προς τον οποίο έγινε η ανακοίνωση.
 
4. Εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, οι προθεσμί­ες των προηγούμενων παραγράφων μπορούν, με πράξη του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύ­νει το δικαστήριο, να συντέμνονται, σε κάθε περίπτωση όμως δεν μπορούν να είναι μικρότερες των δεκαπέντε (15) ημερών. (Το άρθρο 128 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 28 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαί­ου προς τα οποία γίνονται οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιδόσεις, έχουν υποχρέωση να αποστέλλουν στο δικα­στήριο τον κατά το άρθρο 149 διοικητικό φάκελο, με ανα­λυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρι­σμούς.

2. Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο δεκαπέντε (15) ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο. Στις υπο­θέσεις, για τις οποίες η κατά το άρθρο 128 προθεσμία έχει συντμηθεί, τα στοιχεία αυτά διαβιβάζονται στο δικαστήριο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε πε­ρίπτωση εκπρόθεσμης διαβίβασης, η υπόθεση αναβάλλε­ται, αν το ζητήσει εκείνος που έχει ασκήσει το ένδικο βοή­θημα ή μέσο ή εκείνος που έχει ασκήσει την παρέμβαση. Για την αναβολή αυτή γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα πρακτικά.
 
3. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης παράλειψης της δια­βίβασης ή εκπρόθεσμης διαβίβασης προς το δικαστήριο των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1, το δικαστήριο καταλογίζει σε βάρος της αρχής και υπέρ του αντιδίκου της χρηματική ποινή εκατό (100) έως πεντακό­σια (500) ευρώ. Ως αδικαιολόγητη θεωρείται η παράλειψη της διαβίβασης ή η εκπρόθεσμη διαβίβαση, εφόσον δεν παρέχονται στο δικαστήριο επαρκείς εξηγήσεις. Η ανωτέρω ποινή καταλογίζεται με την οριστική απόφαση, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έν­δικα μέσα. Χωρεί, πάντως, αίτηση διόρθωσης ή ερμηνεί­ας.
 
4. Αν στη δικάσιμο που ορίζεται μετά την πρώτη ανα­βολή η αρχή δεν διαβιβάσει τα κατά την παράγραφο 1 στοιχεία, το δικαστήριο προβαίνει υποχρεωτικά σε συζή­τηση της υπόθεσης και, εφόσον από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια των ισχυρισμών των διαδίκων, αποφαίνεται κατ' ουσίαν επί της διαφοράς, εκδίδοντας ορι­στική απόφαση. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι παρά­γραφοι 2 και 3.
 
5. Η παράλειψη της διαβίβασης ή η εκπρόθεσμη διαβί­βαση προς το δικαστήριο των στοιχείων που μνημονεύ­ονται στην παράγραφο 1 συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό αδί­κημα των αρμόδιων για την ενέργεια αυτή υπαλλήλων. Η σχετική πειθαρχική δίκη ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις για το πειθαρχικό δίκαιο κάθε κατηγορίας υπαλλήλων. Την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης μπορεί να ζητήσει και ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, με έγγραφό του προς τον αρμόδιο Υπουργό ή τη διοίκηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Στην περίπτω­ση αυτήν, καθίσταται υποχρεωτική η άσκηση της δίωξης, η πειθαρχική δε απόφαση εκδίδεται το αργότερο μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήψη του εγγράφου για την άσκησή της και κοινοποιείται στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
 
6. Η χρηματική ποινή που καταλογίστηκε σε βάρος της αρχής σύμφωνα με την παράγραφο 3 καταλογίζεται πε­ραιτέρω και ανεξαρτήτως της πειθαρχικής διώξεως που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, με πράξη του αρμόδιου οργάνου σε βάρος του υπαλλήλου που είχε την ευθύνη για την εμπρόθεσμη διαβίβαση των στοιχείων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 και σωρευτικά σε βάρος του προϊσταμένου της οργανικής μονάδας επιπέ­δου Διεύθυνσης, στην οποία υπηρετούσε ο υπάλληλος κατά το χρονικό διάστημα που συντελέστηκε η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων των παραγράφων 1 και 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαι­οσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθο­ρίζεται η διαδικασία καταλογισμού και είσπραξης της χρη­ματικής ποινής και ρυθμίζεται κάθε σχετικό ζήτημα για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. (Το άρθρο 129 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011). 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση όλων των στοιχείων της δικογραφίας. Επίσης δικαιούνται να λαμβάνουν, με δαπάνη τους:

α) απλά ή επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων που έχουν συνταχθεί επ’ ευκαιρία της δίκης και βρίσκονται στη δικογραφία και

β) ύστερα από έγκριση του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο, απλά αντίγραφα των εγγρά­φων που έχουν συνταχθεί από όργανα του δημόσιου το­μέα και βρίσκονται, επίσης, στη δικογραφία. Ανάλογα δι­καιώματα έχουν και οι τρίτοι οι οποίοι νομιμοποιούνται να ασκήσουν παρέμβαση.

2. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων της προηγούμε­νης παραγράφου, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρα­γράφων 3, 4, 5 και 7 του άρθρου 16 του ν. 1599/1986, όπως εκάστοτε ισχύουν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διάδικοι μπορούν να προβάλλουν, εκτός από τους λόγους οι οποίοι περιέχονται στο ένδικο βοήθημα ή μέσο που ασκήθηκε από αυτούς, και πρόσθετους λόγους. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατίθεται στην γραμματεία και, με τη φροντίδα του διαδίκου που το ασκεί, επιδίδεται σε κυρωμένο αντίγραφο στους άλλους διαδί­κους δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση.

2. Οι διατάξεις για την ομοδικία, τη συνάφεια και το χωρισμό δικογράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση των πρόσθετων λόγων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η γραμματεία καταρτίζει για κάθε δικάσιμο έκθεμα, στο οποίο αναγράφονται με τη σειρά του πινακίου, οι προς συζήτηση υποθέσεις. Το έκθεμα αναρτάται έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων από την προηγουμένη της συνε­δρίασης.

2. Δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας η μη ανάρ­τηση του εκθέματος ή η μη μνεία σε αυτό συγκεκριμένης υπόθεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο δικαστής που προεδρεύει κατά τη συνεδρίαση κη­ρύσσει την έναρξη και τη λήξη της, προβαίνει στην προεκφώνηση και εκφώνηση των υποθέσεων που είναι γραμ­μένες στο πινάκιο, διευθύνει τη συζήτηση, έχει δε την ευθύνη για την τήρηση της ευταξίας και της ευπρέπειας κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

2. Η συνεδρίαση αρχίζει με την προεκφώνηση των υ­ποθέσεων από το πινάκιο, κατά τη σειρά της εγγραφής τους σε αυτό. Την προεκφώνηση ακολουθεί η εκφώνηση και η συζήτηση των υποθέσεων. Σε ειδική στήλη του πινακίου, ο δικαστής που προεδρεύει κατά τη συνεδρίαση σημειώνει, για κάθε περίπτωση, κατά μεν την προεκφώ­νηση, αν τυχόν η υπόθεση αναβάλλεται ή διαγράφεται, μετά δε την εκφώνηση και τη συζήτηση, αν οι διάδικοι παραστάθηκαν και πώς κατ' αυτήν, καθώς και ότι η υπόθεση συζητήθηκε. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι δεν θα εμφανισθούν στο ακροατήριο, αλλά θα παραστούν με κοινή δήλωση που υπογράφεται από τους πληρεξού­σιους δικηγόρους τους. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίδεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή, σε περίπτωση κοινής δήλωσης, από έναν τουλάχιστον πλη­ρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης ύστερα από αίτηση διαδίκου δεν κλητεύεται κατά τη νέα δικάσιμο ο διάδικος που υπέβαλε δήλωση.
 
3. Η προεκφώνηση και η εκφώνηση των υποθέσεων μπορούν, κατά την κρίση του δικαστή που προεδρεύει κα­τά τη συνεδρίαση, να διενεργηθούν συγχρόνως.
 
4. Ο δικαστής που προεδρεύει κατά τη συνεδρίαση μπορεί να επιβάλει, σε βάρος προσώπου το οποίο θορυ­βεί ή εκδηλώνει ασέβεια ή ανυπακοή σε μέτρα που έχουν ληφθεί ή διαταγές που έχουν δοθεί ή το οποίο προκαλεί φθορά στην αίθουσα ή κατά οποιονδήποτε τρόπο παρακωλύει τη διαδικασία, εκλεκτικώς, είτε την αποβολή τούτου από το ακροατήριο ή και το δικαστικό κατάστημα είτε χρη­ματική ποινή από 29 έως 150 ευρώ είτε την κράτησή του για είκοσι τέσσερις (24) το πολύ ώρες. Τα ποσά της χρη­ματικής ποινής μπορούν να αναπροσαρμόζονται με προε­δρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
 
5. Αν, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, δικηγόρος θορυβεί ή δείχνει ανυπακοή έναντι του δικαστηρίου, μπο­ρούν να του επιβληθούν από αυτό οι πειθαρχικές ποινές που προβλέπονται από τον Κώδικα των Δικηγόρων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, ο δικαστής που τη διευθύνει δίνει το λόγο και απευθύνει ερωτήσεις προς τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους, τους εκ­προσώπους και τους δικαστικούς πληρεξούσιους τους, αφαιρεί το λόγο και ζητά διευκρινίσεις από τα ίδια πρόσω­πα, εξετάζει δε τους μάρτυρες, τους πραγματογνώμονες και τους διερμηνείς.

2. Κάθε μέλος του δικαστηρίου μπορεί, ύστερα από άδεια του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, να απευ­θύνει ερωτήσεις προς τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο. Ανάλογο δικαίωμα έχουν και οι δικαστικοί πληρεξούσιοι των διαδίκων, καθώς και οι ίδιοι οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι ή οι εκπρόσωποί τους, όταν έχουν την, κατά το άρθρο 27, δικολογική ικανότητα.
 
3. Εξαιρετικώς, μπορεί να δοθεί ο λόγος προσωπικώς στους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους ή τους εκπροσώπους τους, ακόμη και αν δεν έχουν την, κατά το άρθρο 27, δικολογική ικανότητα, αν ο δικαστής που διευ­θύνει τη συζήτηση κρίνει ότι πρέπει, ως προς συγκεκρι­μένο θέμα, να αναπτύξουν προφορικώς τις απόψεις τους ή να δώσουν προς το δικαστήριο εξηγήσεις ή να απευ­θύνουν ερωτήσεις στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1.
 
4. Στα πολυμελή δικαστήρια, για θέματα που αφορούν την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παρα­γράφων, επιτρέπεται η άμεση αναφορά στο δικαστήριο, το οποίο και αποφαίνεται τελικώς.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατά την προεκφώνηση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν έχουν κλητευθεί νόμιμα οι διάδικοι που δεν παρίστανται. Αν η κλήτευση είναι νόμιμη, η μη παράστασή τους δεν παρακωλύει την πρόοδο της διαδικασίας.

2. Η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικώς:
 
α) αν κάποιος από τους διαδίκους που δεν παρίστανται δεν έχει κλητευτεί νόμιμα, ή
 
β) αν το ζητήσει κάποιος από τους διαδίκους που, αν και παρίσταται, δεν έχει κλητευτεί νόμιμα.
 
3. Με αίτηση του διαδίκου μπορεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης μόνο μία (1) φορά ανά βαθμό δικαιοδοσίας, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, συντρέχει σπουδαίος λόγος. Το δικαστήριο μπορεί πάντοτε να αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης αυτεπαγγέλτως, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Για την υποβολή αιτήματος αναβολής ο διάδικος καταβάλλει παράβολο υπέρ του Ταμείου Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.) ως εξής:
α) ποσού τριάντα (30) ευρώ, ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου,
β) ποσού σαράντα (40) ευρώ, ενώπιον του τριμελούς πρωτοδικείου και
γ) ποσού πενήντα (50) ευρώ, ενώπιον του εφετείου.
Σε κοινό αίτημα αναβολής περισσότερων διαδίκων,καταβάλλεται ένα παράβολο το οποίο επιμερίζεται ισομερώς. Δεν υπέχουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.). Δεν καταβάλλεται παράβολο σε περίπτωση αποχής των δικηγόρων. Το παράβολο επιστρέφεται αν το αίτημα της αναβολής απορριφθεί από το δικαστήριο*.
 
4. Σε κάθε περίπτωση αναβολής της συζήτησης, το δι­καστήριο ορίζει νέα δικάσιμο, με σημείωση στο πινάκιο. Για τη νέα αυτή δικάσιμο κλητεύονται μόνο όσοι από τους διαδίκους απούσιαζαν κατά τη συνεδρίαση και δεν είχαν κλητευθεί νόμιμα.
 
5. Το δικαστήριο, με απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί να επιδικάσει δικαστικά έξοδα ύψους ε­κατό (100) έως πεντακοσίων (500) ευρώ εις βάρος εκεί­νου, που ζήτησε την αναβολή, μετά από αίτημα του αντιδίκου του. (Το άρθρο 135 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 Ν. 3659/2008 με ισχύ από 7-6-2008).
*Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 Ν. 4465/2017.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η διακοπή της παράστασης του διαδίκου μετά την έναρξη της συζήτησης δεν παρακωλύει, την πρόοδο της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και αν τούτο διαταχθεί κατ' εφαρμογή της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 133.

2. Ο διάδικος που δεν παραστάθηκε κατά την προεκφώνηση ή κατά την έναρξη της συζήτησης ή που διέκοψε την παράστασή του έχει δικαίωμα να παρασταθεί στη συνέχεια της συζήτησης.
 
3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ε­φαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικαστικές πράξεις που δεν ενεργούνται στο ακροατήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν διάδικος, μάρτυρας ή πραγματογνώμονας αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας, ο ο­ποίος ορκίζεται ενώπιον του δικαστηρίου ότι θα αποδώσει ακριβώς όσα θα διαμειφθούν. Οι λόγοι του αποκλεισμού και της απαλλαγής των μαρτύρων ισχύουν και για το διερ­μηνέα.

2. Αν τα πρόσωπα της παρ. 1 είναι κουφοί, άλαλοι ή κωφάλαλοι, η συνεννόηση μαζί τους γίνεται εγγράφως. Τις απαντήσεις τους υπογράφει ο δικαστής που προεδρεύει κατά τη συνεδρίαση και περιλαμβάνονται, μαζί με τις αντίστοιχες ερωτήσεις, στο πρακτικό της συζήτησης. Αν τα πρόσωπα αυτά δεν είναι ικανά να απαντήσουν εγγράφως προσλαμβάνεται κατάλληλος διερμηνέας, σύμφωνα με την παρ. 1.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Υπομνήματα των διαδίκων, για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους, κατατίθενται στη γραμματεία το αργό­τερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά τη συζήτηση. Μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας ο αντίδικος εκείνου που κατέ­θεσε το υπόμνημα μπορεί, με δικό του υπόμνημα, να αντικρούσει τις απόψεις που αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα του αντιδίκου.

2. Η γραμματεία βεβαιώνει στο σώμα του υπομνήμα­τος την ημερομηνία της κατάθεσής του.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν κατά τη συνεδρίαση ή κατά τη διενέργεια διαδικα­στικής πράξης τελεστεί αξιόποινη πράξη, τούτο βεβαιώ­νεται στο σχετικό πρακτικό και διατάσσεται η σύλληψη του υπαιτίου, ο οποίος, αν πρόκειται για κακούργημα ή πλημ­μέλημα, παραπέμπεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, προς τον οποίο αποστέλλεται και απόσπασμα του πρακτικού. Αν πρόκειται για πταίσμα, η σύλληψη γίνεται μόνο για να βεβαιωθεί η ταυτότητα του υπαιτίου ή για να εισαχθεί αυτός σε δίκη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις, ο πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής του μονομελούς δικαστηρίου καλεί, και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, να τις καλύψει, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία.

2. Η πρόσκληση γίνεται τηλεφωνικώς από τον γραμμα­τέα, ο οποίος βεβαιώνει με σημείωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας το χρόνο της ειδοποίησης, τα ζητούμενα στοιχεία και την προθεσμία. Αν η τηλεφωνική πρόσκληση είναι αδύνατη ή δυσχερής, αποστέλλεται έγ­γραφο, αντίγραφο του οποίου τηρείται στο φάκελο της δικογραφίας. Στο αντίγραφο αυτό σημειώνεται η ημερο­μηνία αποστολής του εγγράφου. (Το άρθρο 139Α τίθεται όπως προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 22 Ν. 3226/04).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δίκη διακόπτεται αν, κατά τη διάρκειά της και πριν από την τελευταία συζήτηση, αποβιώσει διάδικος ή νόμι­μος αντιπρόσωπός του ή επέλθει στο πρόσωπό τους μεταβολή που να επηρεάζει την ικανότητά τους προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Σε περίπτωση ομοδι­κίας, η διακοπή αφορά μόνο το διάδικο στο πρόσωπο του οποίου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του επήλθε η μετα­βολή. Αν πρόκειται για αναγκαστική ομοδικία, ο λόγος δια­κοπής που συντρέχει ως προς έναν από τους ομοδίκους, επιφέρει τη διακοπή της δίκης ως προς όλους.

2. Η διακοπή επέρχεται αφότου γνωστοποιηθεί ο λό­γος που την προκάλεσε. Η γνωστοποίηση διενεργείται είτε με κατάθεση σχετικού δικογράφου στο γραμματέα του δικαστηρίου είτε με προφορική δήλωση, στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης, από οποιονδήποτε έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από τον τελευταίο πληρεξούσιο δικηγόρο εκείνου στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεξε ο λόγος της διακο­πής.
 
3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο γνωστοποί­ηση πρέπει υποχρεωτικώς να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα τα αποδεικνύοντα το λόγο της διακοπής. 
 
4. Αν ο λόγος της διακοπής γνωστοποιηθεί κατά τη διενέργεια διαδικαστικής πράξης, δεν προχωρεί η διενέρ­γεια της πράξης αυτής και η υπόθεση εισάγεται στο ακρο­ατήριο για να διαπιστωθεί η διακοπή της δίκης.
 
5. Η διαπίστωση από το δικαστήριο της διακοπής της δίκης ανακοινώνεται, στους διαδίκους που τυχόν δεν πα­ραστάθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή, με κοινοποίηση του σχετικού πρακτικού.
 
6. Κάθε διαδικαστική πράξη που έχει διενεργηθεί μετά τη διακοπή της δίκης και πριν από την επανάληψή της, τότε μόνο είναι άκυρη όταν, κατά την κρίση του δικαστη­ρίου, επήλθε σε διάδικο βλάβη, η οποία δεν μπορεί να ε­πανορθωθεί αλλιώς παρά μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα.
 
7. Αν οι μεταβολές της παρ. 1 επέλθουν σε εκπροσώ­πους νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή σε δικαστικούς πληρεξουσίους, η δίκη δεν διακόπτεται.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δίκη που διακόπηκε επαναλαμβάνεται αν, μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από τη συνεδρίαση κατά την οποία διαπιστώθηκε η διακοπή της, κάποιο από τα πρόσωπα που δικαιούνται να την επαναλάβουν υποβάλει, προς το γραμματέα του δικαστηρίου, δικόγραφο περιέχον σχετική δήλωση. Σε περίπτωση που εκκρεμεί αποδοχή κληρονο­μιάς, η προθεσμία αυτή δεν αρχίζει πριν από την απο­δοχή. Η δήλωση μπορεί να γίνει και προφορικώς στο ακροατήριο κατά τη συνεδρίαση κατά την οποία διαπιστώ­θηκε η διακοπή της δίκης. Η κατά τις προηγούμενες περι­όδους δήλωση δεν επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα αν, σε κάθε περίπτωση, δεν συνοδεύεται από κατάσταση με τα ονόματα και τις διευθύνσεις των τυχόν λοιπών προσώπων που έχουν επίσης δικαίωμα επανάληψης.

2. Αν η επανάληψη της δίκης γίνει ύστερα από δήλωση που υποβλήθηκε προφορικώς στο ακροατήριο, κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, μπορεί κατά την ίδια συνεδρίαση να προχωρήσει και η συζήτηση της υπόθεσης, αν, κατ' αυτήν, παρίστανται όλοι όσοι έχουν δικαίωμα να επαναλάβουν τη δίκη. Αλλιώς, η συζήτηση της υπόθεσης αναβάλλεται, ώστε να κλητευθούν και τα πρόσωπα αυτά.
 
3. Αν κανένα από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη δεν προβεί στις κατά την παρ. 1 εν­έργειες, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως. Προς τούτο ορίζεται νέα δικάσιμος ή νέα ημερομηνία για τη διενέργεια της διαδικαστικής πράξης, κατά τις οποίες και κλητεύονται όλοι οι διάδικοι. Αν δεν είναι δυνατή η ανεύρεση των προ­σώπων που δικαιούνται σε επανάληψη της δίκης, θέση κλήτευσης προς αυτούς επέχει η θυροκόλληση της πρά­ξης του ορισμού της νέας δικασίμου ή της νέας ημερομη­νίας διενέργειας της διαδικαστικής πράξης, η οποία γίνεται εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτές, στο κατά­στημα του δικαστηρίου και στην κατοικία του διαδίκου στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεξε ο λόγος που επέφερε τη διακοπή ή στην κατοικία του νόμιμου αντιπροσώπου του.
 
4. Σε περίπτωση που, κατά τη νέα συζήτηση ή τη νέα διενέργεια της διαδικαστικής πράξης, δεν παρασταθούν, αν και είχαν κλητευθεί νόμιμα, τα πρόσωπα που δικαιού­νται να επαναλάβουν τη δίκη αυτή:
 
α) αν είχε διακοπεί συνεπεία μεταβολής η οποία επήλθε στο πρόσωπο εκείνου που άσκησε το ένδικα βοήθημα ή μέσο ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, καταργείται στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο μπορεί πάντως, εκτι­μώντας τις περιστάσεις, πριν να κηρύξει τη δίκη καταργημένη, να αναβάλει αυτεπαγγέλτως για εύλογο χρόνο την συζήτηση, ενώ
 
β) αν είχε διακοπεί συνεπεία μεταβολής που επήλθε στο πρόσωπο οποιουδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, η δίκη προχωρεί κανονικώς.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δίκη καταργείται αν, πριν από το πέρας της τελευ­ταίας συζήτησης:

α) εκλείψει το αντικείμενό της, ή
 
β) υποβληθεί παραί­τηση από το ένδικο βοήθημα ή μέσο, ή
 
γ) συντρέξουν οι συνθήκες της περ. α' της παρ. 4 του προηγούμενου άρ­θρου,
 
δ) επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς,
 
ε) επιτευχθεί δικαστικός συμβιβασμός του ν. 4600 /1966. 
 
στ) ανακληθεί ή ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διοικη­τική πράξη από τη Διοίκηση.
 
2. Η κατάργηση διαπιστώνεται με απόφαση του δι­καστηρίου, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παρά­γραφο 7 του άρθρου 143, τα οποία, εφόσον δεν έχει ορισθεί δικάσιμος, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις δ' και ε' της προηγουμένης παραγράφου. 
 
*Η περ. ε' περ. 1 προστέθηκε με το άρ. 50 παρ. 1 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012.
*Το πρώτο εδ. περ. 2  τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 2 Ν. 4055/2012). Ως προς την απόφαση αυτή, μπορούν να τύχουν ανάλο­γης εφαρμογής οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 189 και της παρ. 3 του άρθρου 193. (Το άρθρο 142 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 και 2 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η παραίτηση από ένδικο βοήθημα ή μέσο μπορεί να γίνει ως το πέρας της τελευταίας συζήτησης.

2. Η παραίτηση γίνεται:
 
α) με προφορική δήλωση, στο ακροατήριο, του διαδί­κου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του,
 
β) με έγγραφη δήλωση του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, η οποία κατατίθεται στη γραμματεία του δι­καστηρίου,
 
γ) με έγγραφη δήλωση του ίδιου του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του εκπροσώπου του, κατατιθέ­μενη στη γραμματεία του δικαστηρίου, η οποία περιλαμβά­νεται είτε σε συμβολαιογραφικό είτε σε ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον στην τελευταία περίπτωση η γνησιότητα της υπο­γραφής του δηλούντος βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή.
 
3. Είναι ανίσχυρη η παραίτηση που γίνεται υπό όρο ή αίρεση.
 
4. Ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται.
 
5. Αν η παραίτηση γίνει πριν από την έναρξη της πρώ­της συζήτησης, δεν απαιτείται η συναίνεση του αντιδίκου.
 
6. Τα έννομα αποτελέσματα της παραίτησης επέρχο­νται αφότου γίνει η προφορική, ή κατατεθεί η έγγραφη δήλωση.
 
7. Αν η, κατά τις περιπτώσεις β' και γ' της παρ. 2, έγγραφη δήλωση παραίτησης κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου πριν να οριστεί δικάσιμος, η παραίτηση γίνεται δεκτή με πράξη του προέδρου του συμβουλίου, ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο, ο οποίος πά­ντως, αν αμφιβάλλει, μπορεί να εισαγάγει την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου.
 
8. Κατά την παραίτηση από μέρους του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου τηρούνται οι εκάστοτε ισχύουσες ειδικές διατάξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αντικείμενο απόδειξης είναι αμφισβητούμενα πραγ­ματικά γεγονότα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

2. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, και χωρίς να διατάζει απόδειξη, τα πραγματικά γεγονότα που είναι τόσο κοινώς γνωστά ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά (πασίδηλα), καθώς και εκείνα που είναι γνωστά σε αυτό από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια.
 
3. Τα διδάγματα της κοινής πείρας λαμβάνονται υπόψη, από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως.
 
4. Το αλλοδαπό δίκαιο, το έθιμο και τα συναλλακτικά ήθη λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, εφόσον είναι γνωστά στο δικαστήριο. Αν δεν είναι γνωστά, διατάσσεται η απόδειξή τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 152. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγ­ματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυ­ρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν.

2. Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να επικαλούνται τα στοιχεία που προκύπτουν από τον, κατά το άρθρο 149, διοικητικό φάκελο.
 
3. Ο διάδικος κατά του οποίου αντιτάσσεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο έχει το βάρος της ανατροπής του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απόδειξη στηρίζεται στα στοιχεία του, κατά το άρθρο 149, διοικητικού φακέλου, καθώς και σε εκείνα που προέκυψαν από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεικτική δια­δικασία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αποδεικτικά μέσα είναι:

α) η αυτοψία,

β) η πραγματογνωμοσύνη, 

γ) τα έγγραφα,

δ) η ομολογία του ιδιώτη διαδίκου,

ε) οι εξηγήσεις των διαδίκων,

στ) οι μάρτυρες και

ζ) τα δικαστικά τεκμήρια.

2. Είναι δυνατός ο αποκλεισμός ενός ή περισσότερων αποδεικτικών μέσων, αν τούτο ορίζει ρητώς ο νόμος που διέπει την ένδικη σχέση.
 
3. Τα αποδεικτικά μέσα που προσάγει και επικαλείται ένας διάδικος καθίστανται κοινά και για τους άλλους.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο διοικητικός φάκελος, τον οποίο και υποχρεούται η Διοίκηση να διαβιβάζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129, στο δικαστήριο αποτελείται από τα, σχετικά με την ένδικη υπόθεση, στοιχεία.

2. Αν στο διοικητικό φάκελο δεν υπάρχουν, γιατί έχουν αποδεδειγμένως χαθεί, τα κατά την παρ. 1 στοιχεία, διατάσσεται η αναπαραγωγή τους. Αν αυτό είναι αδύνατον, διατάσσεται η απόδειξη του περιεχομένου τους, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
 
3. Ο διοικητικός φάκελος, με τη φροντίδα της γραμμα­τείας του δικαστηρίου, επιστρέφεται στη Διοίκηση αμέσως μετά τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Αν, στη συνέχεια, α­σκηθεί ένδικο μέσο, η Διοίκηση υποχρεούται να διαβιβάσει εκ νέου το διοικητικό φάκελο προς το δικαστήριο στο ο­ποίο αυτό εκκρεμεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα έγγραφα και οι μαρτυρικές κατά το άρθρο 185 καταθέσεις πρέπει απαραιτήτως να προσάγονται στο δίκα­στήριο ως την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η προσαγωγή τους σε μεταγενέστερη συζήτηση επιτρέπεται μόνον όταν, κατά ειδικώς αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου, η έγ­καιρη προσαγωγή τους ήταν αδύνατη.

2. Η γραμματεία βεβαιώνει, στο σώμα των κατά την προηγούμενη παράγραφο αποδεικτικών μέσων, την ημε­ρομηνία της προσαγωγής τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η απόφαση για συμπληρωματική απόδειξη λαμβάνεται είτε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε και, διατυπούμενη συνοπτικά, καταχωρείται στα πρακτικά είτε μετά τη συζήτηση.

2. Με την απόφαση για τη διενέργεια συμπληρωμα­τικής απόδειξης, ορίζονται:
 
α) το θέμα της απόδειξης, 
 
β) ο διάδικος που φέρει το βάρος της, 
 
γ) τα αποδεικτικά μέσα, 
 
δ) ο τόπος και ο χρόνος διεξαγωγής, καθώς και ο χρό­νος περάτωσής της.
 
3. Αν η συμπληρωματική απόδειξη διεξάγεται εκτός του ακροατηρίου, με την απόφαση της προηγούμενης πα­ραγράφου ορίζεται και ο εισηγητής-δικαστής ενώπιον του οποίου, με την παρουσία γραμματέα, γίνεται η διεξαγωγή αυτή. Ως προς την εκτός του ακροατηρίου αυτοψία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 158.
 
4. Η απόφαση για τη συμπληρωματική απόδειξη επιδί­δεται στους διαδίκους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 195.
 
5. Ύστερα από έγγραφη αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, το δικαστήριο ή το οικείο τμήμα, ως συμβού­λιο, μπορεί να μεταβάλει τον τόπο διεξαγωγής της συμ­πληρωματικής απόδειξης ή να παρατείνει το χρόνο περά­τωσής της. Η αίτηση του διαδίκου υποβάλλεται στον πρό­εδρο του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος. Η απόφαση που εκδίδεται επιδίδεται στους διαδίκους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.
 
6. Αν η διεξαγωγή της συμπληρωματικής απόδειξης γίνει στο ακροατήριο, πράγμα που επιτρέπεται μόνον αν, κατά τη συζήτηση, παρίστανται όλοι οι διάδικοι και δεν αντιλέγουν, συντάσσεται πρακτικό, ενώ, σε κάθε άλλη πε­ρίπτωση, συντάσσεται έκθεση. Το πρακτικό, όπως και η έκθεση, επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τα ορι­ζόμενα στην παρ. 4.

Διαβάστε περισσότερα..

Μετά τη διεξαγωγή της συμπληρωματικής απόδειξης, αν αυτή διενεργήθηκε στο ακροατήριο, η συζήτηση της υπόθεσης συνεχίζεται κατά την ίδια δικάσιμο, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει λόγος που επιβάλλει, για τη μετά την απόδειξη συζήτηση, τον ορισμό νέας δικασί­μου, ενώ, αν αυτή διενεργήθηκε εκτός του ακροατηρίου, ορίζεται νέα δικάσιμος για την περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης. Η νέα αυτή δικάσιμος ορίζεται είτε με την απόφαση που διατάζει την απόδειξη είτε με πράξη του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ως προς τον ορισμό της νέας δικασίμου, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο 127.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής, που διευθύνει το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου, να διατάξει και πριν από τη συζήτηση απόδειξη, αν κρίνει ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθεί αποδεικτικό μέσο ή να καταστεί δυσχερής η χρησιμοποίησή του ή να δυσχερανθεί η διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης.

2. Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία και πρέπει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 45, να αναφέρει το θέμα της απόδειξης, τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και τους λό­γους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου. Ως προς τον ορισμό δικασίμου εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο 127. Οι λόγοι αρκεί να πιθανολογούνται, βάσει στοιχείων που προσκομίζονται με την αίτηση.
 
3. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 152 και 153, με τις εξής αποκλίσεις:
 
α) Η συζήτηση, καθώς και η διεξαγωγή, ορίζονται σε σύντομο χρόνο, ανάλογα με τον κίνδυνο.
 
β) Οι διάδικοι καλούνται δέκα (10) ημέρες πριν από τη συζήτηση ή τη διεξαγωγή, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, οπότε η προθεσμία αυτή μπορεί να συντμηθεί. Οι σχετικές κλήσεις επιδίδονται από το διάδικο που ζήτησε να διαταχθεί η συντηρητική απόδειξη.
 
4. Σε περίπτωση διεξαγωγής της συντηρητικής απόδει­ξης εκτός της έδρας του δικαστηρίου, έχουν ανάλογη ε­φαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 13.
 
5. Η συντηρητική απόδειξη έχει την ίδια αποδεικτική δύναμη με την κανονική απόδειξη, ακόμη και αν ο σχετικός κίνδυνος δεν επήλθε. Η κατανομή του βάρους της από­δειξης δεν επηρεάζεται από τη συντηρητική απόδειξη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί να ζητά, από κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή, καθώς και από κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, πληροφορίες και στοιχεία χρήσιμα για τη διάγνωση της υπόθεσης. Όλοι αυτοί έχουν την υποχρέωση να παρέχουν προς το δικα­στήριο τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τους ζητού­νται, μέσα στην τασσόμενη με την απόφαση προθεσμία. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 42.

2. Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί επίσης, όποτε το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει τη διενέργεια επανε­λέγχου από μέρους της Διοίκησης. Η σχετική έκθεση για τον επανέλεγχο πρέπει να κατατίθεται στο δικαστήριο μέσα στην τασσόμενη με την απόφαση προθεσμία.
 
3. Επίσης, το δικαστήριο με απόφασή του, σε εξαιρε­τικές περιπτώσεις, μπορεί να ζητεί από τη Διοίκηση τη διενέργεια πολύπλοκων αριθμητικών υπολογισμών, σύμ­φωνα με τα κριθέντα με την απόφαση αυτή, ορίζοντας συγχρόνως ρητή δικάσιμο για την περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης. Η σχετική έκθεση της Διοίκησης υποβάλλεται υποχρεωτικώς στο δικαστήριο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη νέα δικάσιμο. (Η παρ. 3 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 16 Ν. 3659/2008 με ισχύ από 7-6-2008. Παράλληλα έγινε αναρίθμηση των πρώην παρ. 3 και 4 σε παρ. 4 και 5 αντίστοιχα).
 
4. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους αποφάσεις επιδίδονται στους διαδίκους σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 195.
 
5. Ως προς την παράταση της τασσόμενης με την από­φαση, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, προθεσμίας, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 152.   

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο διατάζει αυτοψία όταν κρίνει ότι πρέ­πει να διαμορφώσει άμεση αντίληψη για το αντικείμενο της απόδειξης.

2. Εφόσον συντρέχει εξαιρετική ανάγκη, η διενέργεια της αυτοψίας μπορεί να ανατεθεί και σε άλλο δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 περ. α'.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Καθένας που έχει σχέση με το αντικείμενο της αυτοψίας, είτε είναι διάδικος είτε τρίτος, οφείλει να παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να το εξετάσει κατά τον τρόπο που αυτό κρίνει αναγκαίο και να διαπιστώσει, χωρίς να προκληθεί βλάβη, το είδος, τις ιδιότητες ή το περιεχό­μενό του.

2. Ο κατά την παρ. 1 υπόχρεος και κάθε τρίτος που, με την απουσία του, την απόκρυψη του πράγματος που αποτελεί το αντικείμενο της αυτοψίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ματαιώνει ή παρεμποδίζει τη διεξαγωγή της υπόκειται, εκτός άλλων κατά την κείμενη νομοθεσία προβλεπόμενων κυρώσεων και στις κυρώσεις του άρθρου 42. Αν αυτός είναι ο διάδικος, προς απόδειξη ισχυρισμού του οποίου έχει διαταχθεί η αυτοψία, ο ισχυρισμός του, αν δεν αποδεικνύεται με άλλο αποδεικτικό μέσο, απορρίπτεται ως αναπόδεικτος, ενώ αν είναι ο αντίδικός του, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί.
 
3. Το δικαστήριο ή ο εισηγητής-δικαστής που διεξάγει την αυτοψία μπορεί να απαλλάξει τα πρόσωπα της παρ. 1 από τις υποχρεώσεις τους, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, τους οποίους τα πρόσωπα αυτά πρέπει να επικαλεστούν εγγράφως και να αποδείξουν πριν από τη διεξαγωγή. Αν πρόκειται για απόφαση του εισηγητή-δικαστή, το δικα­στήριο μπορεί να την ανατρέψει, διατάζοντας και πάλι την αυτοψία. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κατ' απόκλιση από τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 152, η διεξαγωγή της αυτοψίας εκτός ακροατηρίου μπορεί να διενεργηθεί και από ολόκληρο το δικαστήριο.

2. Η κατά την παρ. 4 του άρθρου 152 επίδοση γίνεται και προς τον τρίτο κάτοχο του πράγματος, το οποίο απο­τελεί το αντικείμενο της αυτοψίας.
 
3. Κατά τη διεξαγωγή της αυτοψίας, αν κριθεί σκόπιμο, μπορούν να ληφθούν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις, καθώς και να συνταχθούν σχεδιαγράμματα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο, αν κρίνει ότι ανακύπτουν ζητήματα για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, διατάζει πραγματογνωμοσύνη και διο­ρίζει, για τη διεξαγωγή της, έναν η περισσότερους πραγματογνώμονες. Το δικαστήριο διατάσσει υποχρεωτικώς πραγματογνωμοσύνη σε υποθέσεις επιστροφής φόρων που έχουν επιρριφθεί στην κατανάλωση.

2. Οι πραγματογνώμονες διορίζονται από τον κατάλο­γο πραγματογνωμόνων που, σύμφωνα με το άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τηρείται στο πολιτικό δικαστήριο της έδρας του διοικητικού δικαστηρίου. Αν δεν υπάρχει κατάλογος ή δεν περιλαμβάνονται σε αυτόν πρό­σωπα με ειδικές για το συγκεκριμένο αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης γνώσεις, το δικαστήριο διορίζει άλ­λα, κατάλληλα κατά την κρίση του, πρόσωπα, που έχουν τα, κατά τα άρθρα 372 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προσόντα εγγραφής στον κατά την προηγού­μενη περίοδο κατάλογο πραγματογνωμόνων.
 
3. Στην απόφαση διορισμού, εκτός από τα στοιχεία της παρ. 2 του άρθρου 152, αναφέρονται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας ή επαγγέλματος και η ιδιότητα των διοριζομένων ως πραγματογνωμόνων. Στην ίδια απόφα­ση, μπορεί να περιέχονται οδηγίες ή κατευθύνσεις που κρίνονται από το δικαστήριο απαραίτητες για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης.
 
4. Η κατά την παρ. 4 του άρθρου 152 επίδοση της απόφασης γίνεται και προς τους πραγματογνώμονες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι λόγοι οι οποίοι ισχύουν για τον αποκλεισμό και την εξαίρεση των δικαστών ισχύουν αναλόγως και για τους πραγματογνώμονες.

2. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να ζητήσουν την απαλλαγή τους για τους ίδιους λόγους, καθώς και για κάθε σπουδαίο λόγο που τους παρεμποδίζει να διενεργήσουν την πραγματογνωμοσύνη. Αν ο πραγματογνώμονας είναι υπάλληλος φορέα που ανήκει στο δημόσιο τομέα, την απαλλαγή μπορεί να ζητήσει και η προϊστάμενή του αρχή.
 
3. Οι κατά τις παρ. 1 και 2 λόγοι πρέπει να προβλη­θούν πριν από την ορκοδοσία.
 
4. Η βασιμότητα των λόγων κρίνεται, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, από το δικαστήριο ή το οικείο τμήμα, ως συμβούλιο. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται στον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος, η δε απόφαση επιδίδεται στους ενδιαφερομένους σύμφωνα με τα οριζό­μενα στην παρ. 1 του άρθρου 195. Αν οι λόγοι κριθούν βάσιμοι, ορίζεται συγχρόνως ο αντικαταστάτης.
 
5. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να αντικαταστήσει τον πραγματογνώμονα αν κάποιος από τους λόγους της παρ. 1 ανακύψει μετά την ορκοδοσία, καθώς και για αδυναμία ή αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν για τα θέματα που τους τίθενται από το δικαστήριο.

2. Η άσκηση των καθηκόντων του πραγματογνώμονα είναι υποχρεωτική.
 
3. Οι πραγματογνώμονες οφείλουν, πέρα από τα κύρια καθήκοντά τους, όταν καλούνται από το δικαστήριο, να παρευρίσκονται κατά τη διενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων, καθώς και κατά τη μετά την απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, για την παροχή επεξηγήσεων ή πληροφο­ριών.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι πραγματογνώμονες ορκίζονται, ενώπιον του δικα­στηρίου που τους διόρισε ή του εισηγητή-δικαστή, ότι θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους με ευσυνειδησία, αντικειμε­νικότητα και εχεμύθεια. Κατά τα λοιπά, τηρείται ο τύπος του όρκου των μαρτύρων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, αν οι πραγματογνώμονες είναι περισσότεροι από ένας, συνέρ­χονται ύστερα από πρόσκληση οποιουδήποτε από αυ­τούς. Αλλιώς, συγκαλούνται από το δικαστήριο ή από τον εισηγητή-δικαστή.

2. Οι πραγματογνώμονες μπορούν:
 
α) να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων της δικογρα­φίας και να λαμβάνουν απλά αντίγραφα των έγγραφων στοιχείων της τα οποία θεωρούν απαραίτητα για τη διεξα­γωγή της πραγματογνωμοσύνης και
 
β) να ζητούν πληροφορίες από τους διαδίκους ή από τους φορείς που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, να λαμβά­νουν φωτογραφίες, απεικονίσεις ή εικόνες, να συντάσσουν σχεδιαγράμματα και να προβαίνουν σε κάθε αναγκαία εν­έργεια.
 
3. Το δικαστήριο και ο εισηγητής-δικαστής, κατά τη διάρκεια της πραγματογνωμοσύνης, μπορούν να δίνουν οδηγίες σχετικές με τη διεξαγωγή της.
 
4. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλλουν προς τους πραγματογνώμονες υπομνήματα με τις απόψεις τους για το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και κάθε άλλο συναφές με αυτό στοιχείο και να παρευρίσκονται κατά την εξέταση ή τη θεώρηση του αντικειμένου της.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τη διεξαγωγή και το συμπέρασμα της πραγματο­γνωμοσύνης, οι πραγματογνώμονες συντάσσουν έκθεση, στην οποία αναφέρονται οι ενέργειες που έγιναν και η αιτι­ολογημένη γνώμη τους.

2. Η έκθεση υπογράφεται από όλους τους πραγματογνώμονες και κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου. Για την κατάθεση συντάσσεται σχετική πράξη.
 
3. Αν η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται στο ακροατή­ριο, το δικαστήριο μπορεί να αρκεστεί σε προφορική έκ­θεση, η οποία καταχωρείται στα πρακτικά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι δαπάνες της πραγματογνωμοσύνης και η αμοιβή των πραγματογνωμόνων, η οποία για όλους από κοινού δεν μπορεί να υπερβαίνει την κατά τις κείμενες ειδικές δια­τάξεις, αμοιβή του ενός προσαυξημένη κατά 50%, καθορί­ζονται από το δικαστήριο που διέταξε την πραγματογνω­μοσύνη, με την οριστική του απόφαση. Ως προς τον κατα­λογισμό τους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 275.

2. Αν για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης α­παιτούνται σημαντικές δαπάνες, το οικείο τμήμα του δικα­στηρίου ως συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του πραγματογνώμονα, που υποβάλλεται στον πρόεδρο του τμήματος και η οποία περιέχει λεπτομερώς τις απαιτούμενες δα­πάνες, μπορεί, με απόφασή του μη υποκείμενη σε ένδικα μέσα, να προβεί στην προσωρινή εκκαθάριση και να διατάξει την ολική ή μερική προκαταβολή των δαπανών αυτών. Με την προκαταβολή των παραπάνω δαπανών επιβαρύνεται το Δημόσιο. Οι προκαταβαλλόμενες δαπά­νες συμψηφίζονται κατά την, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο, οριστική εκκαθάριση και κατα­λογισμό των δαπανών στους διαδίκους.
 
3. Οι ειδικές διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 22 του ν.δ. 3693/1957, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζο­νται και ως προς την αμοιβή των πραγματογνωμόνων. 

Διαβάστε περισσότερα..

Πραγματογνώμονας, που δεν εκτελεί τα κατά τις προ­ηγούμενες διατάξεις καθήκοντά του, υπόκειται στις κυρώ­σεις του άρθρου 42 και δεν έχει δικαίωμα για αμοιβή ή αποζημίωση, ενώ δεν αποκλείεται και κάθε άλλη ευθύνη του, κατά την κείμενη νομοθεσία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν το δικαστήριο αποφασίσει το διορισμό πραγματογνώμονα, κάθε διάδικος μπορεί να ορίσει, με δαπάνη του, έναν τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγματογνώμονας.

2. Ο ορισμός γίνεται με έγγραφη δήλωση του διαδίκου, η οποία κατατίθεται στη γραμματεία ή και προφορικώς στο δικαστήριο ή στον εισηγητή-δικαστή ενώπιον των οποίων διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη. Για τον ορισμό, ανα­λόγως με την περίπτωση, συντάσσεται έκθεση ή πρακτικό, αντίστοιχα.
 
3. Οι τεχνικοί σύμβουλοι βοηθούν τους διαδίκους με τις τεχνικές γνώσεις τους, μπορούν δε να παρευρίσκονται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις στις οποίες είναι δυνατόν να παρευρίσκονται και οι πραγματογνώμονες, να λαμβάνουν γνώση της δικογραφίας και να λαμβάνουν απλά αντίγραφα των αναγκαίων για την επιτέλεση του έργου τους εγγρά­φων.
 
4. Οι τεχνικοί σύμβουλοι μπορούν να υποβάλλουν εγγράφως ή να διατυπώνουν προφορικώς στο ακροατήριο, τις παρατηρήσεις τους για την έκθεση πραγματογνωμο­σύνης, καθώς και να απευθύνουν ερωτήσεις στους πραγματογνώμονες κατά την ακροαματική διαδικασία.

Διαβάστε περισσότερα..

Γνωμοδοτήσεις προσώπων τα οποία έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο πραγ­ματογνωμοσύνης, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δημόσια είναι τα έγγραφα τα οποία έχουν συνταχθεί από δημόσιο όργανο.

2. Ιδιωτικά είναι όλα τα έγγραφα τα οποία δεν είναι δη­μόσια. Τα ιδιωτικά έγγραφα πρέπει πάντως να φέρουν την υπογραφή του συντάκτη ή, αν δηλώνεται αδυναμία υπο­γραφής, άλλο σημείο το οποίο τίθεται από το συντάκτη. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, το έγγραφο πρέπει να επικυρώνεται από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή, οι οποίοι και βεβαιώνουν συγχρόνως ότι ο εκδότης δήλω­σε αδυναμία υπογραφής.
 
3. Θεωρούνται επίσης έγγραφα, κατά τις διακρίσεις των προηγούμενων παραγράφων:
 
α) τα βιβλία των οποίων την τήρηση επιβάλλουν οι κεί­μενες διατάξεις και
 
β) οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστά­σεις και κάθε άλλη απεικόνιση, καθώς και οι φωνοληψίες.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα δημόσια και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία προσάγονται στο δικαστήριο, πρέπει να έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, ή, αν ο νόμος που διέπει τη σχέση απαιτεί ειδικό τύπο, κατά τον τύπο αυτόν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δημόσια έγγραφα που έχουν συνταχθεί από το αρμόδιο όργανο και κατά τους νόμιμους τύπους αποτε­λούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνεται σε αυτά, είτε ότι ενήργησε ο συντάκτης τους είτε ότι έγιναν ενώπιόν του, ως προς τα οποία είναι δυνατή η ανταπόδειξη μόνο εφόσον τα έγγραφα αυτά προσβληθούν ως πλαστά.

2. Η χρονολογία των ιδιωτικών εγγράφων καθίσταται βέβαιη για τους τρίτους μόνο όταν αυτά θεωρηθούν από συμβολαιογράφο ή από άλλον αρμόδιο κατά τον νόμο δημόσιο υπάλληλο. Αλλιώς, ως βέβαιη χρονολογία τους θεωρείται εκείνη του θανάτου ενός από αυτούς που τα έχουν υπογράψει ή η χρονολογία του δημόσιου εγγράφου στο οποίο τυχόν μνημονεύεται κατά τα ουσιώδη μέρη το περιεχόμενό τους ή εκείνη της επέλευσης γεγονότος που καθιστά κατ' ανάλογο τρόπο αναμφισβήτητη τη χρονολο­γία τους.
 
3. Κατά τα λοιπά το περιεχόμενο των δημόσιων εγγρά­φων, καθώς και όλο το περιεχόμενο των ιδιωτικών, εκτιμάται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 148.
 
4. Οι εκθέσεις ελέγχου που συντάσσονται από φορο­λογικά όργανα έχουν, εκτός από τις αναφερόμενες σε αυ­τές πληροφορίες ή ομολογίες του ελεγχομένου, την κατά την παρ. 1 αποδεικτική δύναμη.
 
5. Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν αποδεικνύουν υπέρ εκεί­νου που τα συνέταξε, εκτός αν προσκομίζονται από τον αντίδικό του ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 169.
 
6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ε­φαρμόζονται μόνο εφόσον ο νόμος που διέπει τη σχέση δεν ορίζει διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

Όλα τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα υποβάλλονται μαζί με μετάφραση, η οποία πρέπει να είναι επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή την πρε­σβεία ή το προξενείο της ξένης χώρας στην Ελλάδα ή από αρμόδιο κατά το νόμο όργανο. Το δικαστήριο μπορεί, σε κάθε περίπτωση, να διατάξει μετάφραση από ειδικό μετα­φραστή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το αντίγραφο του εγγράφου έχει την αποδεικτική δύ­ναμη του πρωτοτύπου, αν η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο. Το δικαστήριο μπορεί, πάντως, να ζητήσει την προσαγωγή του πρωτοτύπου.

2. Το μη κυρωμένο κατά την προηγούμενη παράγραφο αντίγραφο εγγράφου δεν λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν το δικαστήριο, από άλλα στοιχεία, πείθεται για την ακρίβειά του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την επίδειξη εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή διαδίκου, τρίτου ή οποιοσδή­ποτε αρχής.

2. Αν για οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο, η επίδειξη εγ­γράφου δεν μπορεί να γίνει στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επιτόπια επίδειξή του στον ειση­γητή-δικαστή, ο οποίος συντάσσει γι' αυτήν έκθεση, στην οποία περιλαμβάνει το περιεχόμενο του εγγράφου ή επι­συνάπτει αντίγραφό του.
 
3. Η κατά την παρ. 1 επίδειξη δεν είναι υποχρεωτική:
 
α) στην περίπτωση δημόσιου εγγράφου, αν, κατά βε­βαίωση της αρχής που κατέχει το έγγραφο, τούτο αφορά απόρρητα του Κράτους σχετικά με την ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις του ή άλλο κρατικό απόρρητο, ενώ
 
β) στην περίπτωση ιδιωτικού εγγράφου, αν ο κάτοχός του απαλλάσσεται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 183, από την υποχρέωση να εξεταστεί για το θέμα που αποτελεί αντικείμενο του εγγράφου ως μάρτυ­ρας ή αν δικαιούται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, να αρνηθεί την επίδειξή του.
 
4. Σε περίπτωση άρνησης ή παρακώλυσης επίδειξης εγγράφου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρ­θρου 42. Αν ο αρνούμενος ή παρακωλύων την επίδειξη είναι ο διάδικος προς απόδειξη ισχυρισμού του οποίου έχει αυτή διαταχθεί, ο ισχυρισμός του, αν δεν αποδεικνύεται με άλλο αποδεικτικό μέσο, απορρίπτεται ως αναπό­δεικτος, ενώ, αν είναι ο αντίδικός του, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι έχει αποδειχθεί. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν έγγραφο χαθεί ή η ανάγνωσή του καταστεί αδύ­νατη, η ύπαρξη και το περιεχόμενό του μπορούν να αποδειχθούν με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.

2. Αν αμφισβητείται η γνησιότητα της υπογραφής και γενικά το περιεχόμενο ιδιωτικού εγγράφου, το δικαστήριο αποφαίνεται παρεμπιπτόντως γι' αυτήν, κατά την κρίση του, την οποία συνάγει εκ των ενόντων, με βάση πληρο­φορίες και εξηγήσεις που μπορεί να ζητήσει από τον φερόμενο ως συντάκτη του εγγράφου. Μπορεί επίσης, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάξει την απόδειξη της γνησιό­τητας του εγγράφου με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
 
3. Αν πρόκειται για ξένο δημόσιο έγγραφο, το δικαστή­ριο μπορεί να το θεωρήσει γνήσιο και χωρίς απόδειξη, με βάση τις συντρέχουσες περιστάσεις. Προς το σκοπό αυ­τόν, είναι δυνατόν να αρκεστεί στην επικύρωσή του από το Υπουργείο Εξωτερικών ή από ελληνική πρεσβεία ή προ­ξενείο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όποιος προσβάλλει έγγραφο ως πλαστό οφείλει, συγχρόνως, να προσάγει και να επικαλείται τα στοιχεία στα οποία στηρίζει τον ισχυρισμό του.

2. Για την πλαστότητα αποφαίνεται παρεμπιπτόντως το δικαστήριο. Αν το έγγραφο είναι ουσιώδες για τη διά­γνωση της υπόθεσης και κατονομάζεται ο πλαστογράφος, εφόσον δε δεν πρόκειται για περίπτωση όπου για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο αποκλείεται η ποινική δίωξη, μπορεί να ανασταλεί η πρόοδος της δίκης ως το τέλος της ποινικής, εκτός αν από την αναστολή κινδυνεύουν αμέσως τα συμφέροντα διαδίκου.
 
3. Η απόφαση για την αναστολή, όπως και εκείνη που δέχεται την πλαστότητα, διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγ­γελέα, με έγγραφο του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή, που διευθύνει το δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ομολογία, από τον ιδιώτη διάδικο, επιβλαβών γι' αυτόν πραγματικών γεγονότων μπορεί να γίνει, η μεν δι­καστική, εγγράφως ή προφορικώς, ενώπιον του δικαστη­ρίου ή του εισηγητή-δικαστή, η δε εξώδικη κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Στην περίπτωση της, κατά την προη­γούμενη περίοδο, προφορικής ομολογίας ενώπιον του δι­καστηρίου ή του εισηγητή-δικαστή, η σχετική δήλωση καταχωρείται στα πρακτικά ή στην έκθεση, αντιστοίχως.

2. Η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, μπορεί να ανακλη­θεί για ουσιώδη πλάνη ως προς τα πράγματα, έως το πέ­ρας της τελευταίας συζήτησης.

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο, αν δεν καταστεί δυνατόν να διαμορφώ­σει πλήρη δικανική πεποίθηση με τα άλλα αποδεικτικά μέ­σα, μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να ζητήσει, με προδικαστική απόφαση, την παρο­χή ανωμοτί εξηγήσεων ή πληροφοριών από τους ίδιους τους διαδίκους, τους νόμιμους αντιπροσώπους, τους εκ­προσώπους ή τους δικαστικούς τους πληρεξουσίους. Κα­τά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρ­θρων 179 έως και 184, πλην της παρ. 2 περ. γ' του άρ­θρου 180 και της παρ. 2 του άρθρου 184.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από πρόταση διαδί­κου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάζει την εξέταση μαρ­τύρων είτε ενώπιόν του είτε ενώπιον του εισηγητή-δικα­στή. Είναι δυνατόν να αποφασιστεί η εξέταση μάρτυρα ακόμη και αν αυτός έχει εξεταστεί σύμφωνα με τα οριζό­μενα στο άρθρο 185. (Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 Ν. 3900/2010 με ισχύ από 1-1-2011).

2. Η απόφαση, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 152, πρέπει να αναφέρει και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα, καθώς και τη διεύ­θυνση της κατοικίας του μάρτυρα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η πρόταση του διαδίκου για την εξέταση μάρτυρα γί­νεται με το αρχικό ή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, ή με ειδική αίτηση που κατατίθεται στη γραμματεία τουλά­χιστον πέντε (5) ημέρες πριν από την πρώτη συζήτηση.

2. Στην πρόταση πρέπει:
 
α) να αναφέρονται το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα,
 
β) να προσδιορίζεται το θέμα για το οποίο θα γίνει η εξέταση και
 
γ) να βεβαιώνεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση απο­κλεισμού ή απαλλαγής του μάρτυρα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 183.
 
3. Η πρόταση μπορεί να γίνει και προφορικώς, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εφόσον κατ' αυτήν παρίστανται όλοι οι διάδικοι και δεν αντιλέγουν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι μάρτυρες καλούνται με πράξη του προέδρου του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος ή του εισηγητή-δικα­στή, κατά περίπτωση, η οποία πρέπει να περιέχει τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 179 στοιχεία.

2. Η πράξη επιδίδεται στους μάρτυρες και στους διαδί­κους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 195.
 
3. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες ανάγονται στην ιδιότητα ή στην κατάσταση του μάρτυρα, επιτρέπεται η εξέταση να γίνει, από τον εισηγητή-δικαστή, στην κα­τοικία ή στον τόπο της διαμονής του μάρτυρα. Για την εξέ­ταση αυτήν καλούνται οι διάδικοι με ειδική πράξη του ειση­γητή-δικαστή, η οποία επιδίδεται σε αυτούς σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στις διατάξεις του επόμενου άρθρου, η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή-δικαστή είναι υποχρεωτική.

2. Αν ο μάρτυρας που έχει κληθεί νομίμως δεν εμφα­νιστεί αδικαιολογήτως ή αρνείται να ορκιστεί ή να καταθέ­σει, υπόκειται στις κυρώσεις του άρθρου 42.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αποκλείεται να εξεταστούν ως μάρτυρες:

α) Όσοι, όταν συνέβη το προς απόδειξη πραγματικό γεγονός, δεν είχαν το λογικό ή το αισθητήριο για να το αντιληφθούν.
 
β) Όσοι κατέχουν αξίωμα ή ασκούν λειτούργημα ή επάγγελμα, για όσα θέματα τους έχουν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, εφόσον η φύση των θεμάτων τούτων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, επιβάλλει την εχεμύθεια. Ο αποκλεισμός αυτός μπορεί να αρθεί αν το επιτρέψουν, τόσο εκείνος που τους εμπιστεύτηκε το σχε­τικό θέμα, όσο και αυτός τον οποίο αφορά το αντίστοιχο απόρρητο. Η άρση αυτή του αποκλεισμού δεν ισχύει αν πρόκειται για κληρικούς, ως προς τα θέματα που τους έχουν εμπιστευτεί κατά την εξομολόγηση. Αν πρόκειται για υπαλλήλους του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ο αποκλεισμός μπορεί να αρθεί μόνο ύστερα από σχετική έγγραφη άδεια του οικείου Υπουργού ή του αρμόδιου οργάνου του νομικού προσώ­που.
 
γ) Οι συγγενείς του ιδιώτη διαδίκου εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό, κατευθείαν ή εκ πλα­γίου, οι σύζυγοι και αν ακόμη έπαυσε να υφίσταται ο γά­μος, καθώς και οι μνηστευμένοι.
 
δ) Πρόσωπα που είναι δυνατόν να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
 
2. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση και έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες:
 
α) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. β' της προηγούμενης παραγράφου, για όσα θέματα περιήλθαν σε γνώση τους κατά την άσκηση του αξιώματος ή του λειτουργήματος ή του επαγγέλματός τους ή συνιστούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό τους απόρρητο.
 
β) Όσοι καλούνται να καταθέσουν για ζητήματα τα οποία είναι δυνατόν να προκαλέσουν την ποινική δίωξη ή θίγουν την τιμή των ίδιων, των συζύγων τους ή συγγενών τους εξ αίματος έως το δεύτερο βαθμό.
 
3. Πριν από την εξέταση του μάρτυρα, ελέγχεται αν συντρέχει λόγος αποκλεισμού του. Τη συνδρομή λόγου απαλλαγής του οφείλει να επικαλεστεί ο ίδιος ο μάρτυρας.
 
4. Αν συντρέχει λόγος αποκλεισμού ή απαλλαγής του μάρτυρα, ο εισηγητής-δικαστής, ο ειρηνοδίκης ή ο συμ­βολαιογράφος δεν προχωρεί στην εξέτασή του. Το δικα­στήριο, αν κρίνει αντιθέτως, διατάζει την εξέταση του μάρ­τυρα κατά την ενώπιόν του διαδικασία.
 
5. Αν διαπιστωθούν οι λόγοι αποκλεισμού ή γίνει επί­κληση των λόγων απαλλαγής, κατά τη διεξαγωγή έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των προηγούμενων παρα­γράφων.
 
6. Κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του μάρτυρα αν στο πρόσωπό του συντρέχει λόγος αποκλει­σμού κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1. Στην περίπτωση αυτήν, οφείλει να αποδείξει, ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή-δικαστή, τη συνδρομή του λόγου τούτου.
 
7. Όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας τους ή έχουν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα λό­γω ποινικής καταδίκης, εξετάζονται, αν η μαρτυρία τους κριθεί αναγκαία, χωρίς να δώσουν όρκο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι μάρτυρες καταθέτουν για πραγματικά γεγονότα που αντιλήφθηκαν με τις δικές τους αισθήσεις ή που γνω­ρίζουν από διηγήσεις άλλων. Στην τελευταία περίπτωση, οφείλουν να δηλώνουν το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκαν όσα καταθέτουν.

2. Πριν από την εξέταση, ο μάρτυρας οφείλει να ορκι­στεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 408 του Κώ­δικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως εκάστοτε ισχύει.
 
3. Κάθε μάρτυρας εξετάζεται προφορικά και χωριστά από τους άλλους.
 
4. Το δικαστήριο μπορεί να αποβάλει το μάρτυρα, πριν από την εξέταση ή κατά τη διάρκειά της, αν κρίνει ότι η διανοητική του κατάσταση αποκλείει την ικανότητά του για μαρτυρία, ενώ ο εισηγητής-δικαστής, ο ειρηνοδίκης ή ο συμβολαιογράφος, προβαίνει στην εξέτασή του, εκθέτο­ντας συγχρόνως τις σχετικές με τη διανοητική αυτή κατά­σταση παρατηρήσεις του.
 
5. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλλουν ερωτήσεις στο μάρτυρα ύστερα από άδεια αυτού που διεξάγει την εξέτα­ση.
 
6. Εξέταση μάρτυρα σε αντιπαράσταση με άλλο μάρ­τυρα ή διάδικο επιτρέπεται να γίνει μόνο ενώπιον του δικα­στηρίου ή του εισηγητή-δικαστή.
 
7. Όσα έγιναν κατά τη διεξαγωγή, καθώς και η κατάθε­ση του μάρτυρα, καταχωρούνται στο πρακτικό ή την έκθε­ση, κατά περίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι μαρτυρικές καταθέσεις τις οποίες προσάγουν οι διάδικοι προαποδεικτικώς λαμβάνονται ενόρκως, σύμφω­να με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 184, ενώ­πιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα.

2. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη μαρτυρικής κατά­θεσης κατά τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο επιδίδει, δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες από την κατάθεση, στους λοιπούς διαδίκους, κλήση, η οποία αναφέρει το έν­δικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η κατάθεση, τόπο, ημέ­ρα και ώρα διεξαγωγής της, το ονοματεπώνυμο, το επάγ­γελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, καθώς και το θέμα της κατάθεσης.
 
3. Κατά την κατάθεση του μάρτυρα παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι και μπορούν να απευθύ­νουν ερωτήσεις προς αυτόν. 

Διαβάστε περισσότερα..

Το δικαστήριο μπορεί να συνάγει συμπεράσματα για πραγματικά γεγονότα, από άλλα πραγματικά γεγονότα που έχουν ήδη αποδειχθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η απόφαση με την οποία επιλύεται από το δικαστή­ριο η διαφορά (οριστική απόφαση) δεν ανακαλείται.

2. Κάθε άλλη απόφαση του δικαστηρίου που εκδίδεται, είτε για τη συμπλήρωση του αποδεικτικού υλικού είτε για την εν γένει πρόοδο της δίκης (μη οριστική απόφαση), μπορεί να ανακληθεί εν όλω ή εν μέρει.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η απόφαση λαμβάνεται από το δικαστή ή τους δικα­στές που μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

2. Στα πολυμελή δικαστήρια, η απόφαση λαμβάνεται ύστερα από διάσκεψη, που αρχίζει με την εισήγηση και καταλήγει στην ψηφοφορία. Τη διάσκεψη διευθύνει ο δικα­στής που είχε προεδρεύσει κατά τη συζήτηση της υπόθε­σης.
 
3. Κατά την ψηφοφορία, πρώτος ψηφίζει ο εισηγητής και ύστερα οι λοιποί δικαστές κατά σειρά, από το νεότερο στον αρχαιότερο.
 
4. Αν υπάρξει διαφωνία κατά την ψηφοφορία, επικρα­τεί η γνώμη της πλειοψηφίας.
 
5. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η υπόθεση ανασυζητείται. Στην ανασυζήτηση μετέχουν και οι δύο αρχαιότεροι, ύστε­ρα από εκείνον που είχε προεδρεύσει, δικαστές που υπη­ρετούν στο δικαστήριο. Αν τούτο δεν είναι εφικτό, ακολου­θείται η ισχύουσα διαδικασία αναπλήρωσης δικαστών. Αν κατά τη νέα ψηφοφορία σχηματιστούν περισσότερες από δύο γνώμες, εκείνοι που ακολούθησαν την ασθενέστερη γνώμη προσχωρούν σε μια από τις επικρατέστερες. Σε περίπτωση ισοψηφίας των ασθενέστερων γνωμών, γίνεται ψηφοφορία για να αποκλειστεί η μια από αυτές και τότε εκείνος που την είχε ακολουθήσει προσχωρεί σε μια από τις άλλες γνώμες, ωσότου σχηματιστεί, κατά τα παραπά­νω, πλειοψηφία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο εισηγητής συντάσσει και παραδίδει το σχέδιο της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή το οποίο περιλαμβάνει το ιστορικό, το σκεπτικό και το διατακτικό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο. Το σχέδιο υπογράφεται, στις πολυμελείς συνθέσεις, από τον εισηγητή και τον πρό­εδρο, ενώ στις μονομελείς από τον δικαστή που δίκασε την υπόθεση. Στο σχέδιο, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο, τίθεται και η χρονολογία της διάσκεψης. (Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 52 παρ. 1 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

2. Η γνώμη της μειοψηφίας, καθώς και το όνομα του δικαστή που μειοψήφησε, μνημονεύονται στην απόφαση, καταχωρούνται δε σε ειδικό πρακτικό, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 93 του Συντάγματος.
 
3. Ο δικαστής παραδίδει το πρωτότυπο της απόφασης σε ηλεκτρονική μορφή με το περιεχόμενο που προβλέπεται στο επόμενο άρθρο. Η απόφαση απαγγέλλεται σε δη­μόσια συνεδρίαση. (Η παρ. 3 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 52 παρ. 2 Ν. 4055/2012), με ισχύ από 2-4-2012).
 
4. Για υποθέσεις που δεν συζητήθηκαν στην κύρια έ­δρα του δικαστηρίου, η δημοσίευση μπορεί να γίνει και στην κύρια έδρα του.
 
5. Το σχέδιο της απόφασης φυλάσσεται στη δικογρα­φία.
 
6. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζή­τησης, αν στον Κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, λαμβάνονται στην έδρα, διατυπώνονται δε συνοπτικά στο πρα­κτικό και δημοσιεύονται κατά την ίδια συνεδρίαση. 

Διαβάστε περισσότερα..

Το πρωτότυπο της απόφασης απαρτίζεται από τα εξής μέρη:

α) το εισαγωγικό, στο οποίο αναφέρεται ο αύξων α­ριθμός και το έτος δημοσίευσής της, το δικαστήριο και το τμήμα που την εξέδωσε, η σύνθεση του δικαστηρίου, ο εισηγητής-δικαστής, ο χρόνος και ο τόπος της συζήτησης και ότι αυτή έγινε σε δημόσια συνεδρίαση, το είδος του ένδικου βοηθήματος ή μέσου που έχει ασκηθεί, τα ονομα­τεπώνυμα και οι διευθύνσεις των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων ή εκπροσώπων τους, τα ονοματεπώνυμα των δικαστικών τους πληρεξουσίων, καθώς και η παρά­σταση ή όχι των διαδίκων στο ακροατήριο,
 
β) το ιστορικό, στο οποίο περιγράφεται το αντικείμενο της δίκης και μνημονεύονται τα αιτήματα των διαδίκων, η πορεία της υπόθεσης, καθώς και η πληρωμή των τελών, του παραβόλου και του δικαστικού ενσήμου όπου απαι­τούνται,
 
γ) το σκεπτικό, στο οποίο εκτίθενται οι σκέψεις που οδήγησαν το δικαστήριο στη διατύπωση της κρίσης του,
 
δ) το διατακτικό, το οποίο περιλαμβάνει την απόφαση του δικαστηρίου για την εν όλω ή εν μέρει παραδοχή ή απόρριψη του ένδικου βοηθήματος ή μέσου και των επιμέρους αιτημάτων των διαδίκων, καθώς και για την τύχη του παραβόλου και την επιδίκαση της δικαστικής δαπά­νης, όπου προβλέπονται, και
 
ε) το τελικό, στο οποίο μνημονεύονται ο τόπος και ο χρόνος όπου έγινε η διάσκεψη και δημοσιεύτηκε η απόφα­ση και τίθενται οι κατά το επόμενο άρθρο υπογραφές των δικαστών και του γραμματέα.

Διαβάστε περισσότερα..

Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο, τον εισηγητή και το γραμματέα της έδρας, και, στις μονομελείς συνθέσεις, από το δικαστή και το γραμμα­τέα. Αν η δημοσίευση της απόφασης γίνει με άλλη σύνθε­ση του δικαστηρίου, υπογράφεται και από τον πρόεδρο ή το δικαστή, κατά περίπτωση, και το γραμματέα της σύν­θεσης αυτής. (Το άρθρο 191 είχε και 2η παρ. η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 109 παρ. 1η' Ν. 4055/2012 και ο τίτλος τροποποιήθηκε με το άρ. 52 παρ. 3 του ίδιου νόμου, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η δικαστική απόφαση είναι ανυπόστατη:

α) αν πρόσωπο το οποίο μετείχε στο δικαστήριο που την εξέδωσε δεν είχε τη δικαστική ιδιότητα, ή
 
β) αν το δικαστήριο που την εξέδωσε δεν είχε την προς τούτο δικαιοδοσία, ή
 
γ) αν αυτή δεν δημοσιεύτηκε, ή
 
δ) αν εκδόθηκε κατ' ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου, ή
 
ε) αν εκδόθηκε κατά προσώπου που είχε το προνόμιο της ετεροδικίας.
 
2. Το ανυπόστατο της απόφασης ερευνάται από το δι­καστήριο και αυτεπαγγέλτως, μπορεί δε να προβληθεί, κατ' ένσταση, σε κάθε στάση της δίκης. Αν η απόφαση δεν έχει προσβληθεί με ένδικο μέσο, η αναγνώριση του ανυπόστατού της μπορεί να επιδιωχθεί με αυτοτελή αίτηση προς το δικαστήριο, κατά την εκδίκαση της οποίας εφαρ­μόζονται αναλόγως όσα ισχύουν για την αναγνωριστική αγωγή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τη συζήτηση στο ακροατήριο συντάσσεται πρα­κτικό, το οποίο περιέχει:

α) όσα αναφέρονται στο εισαγωγικό της απόφασης,
 
β) τον τρόπο του διορισμού των νόμιμων αντιπροσώ­πων ή εκπροσώπων και των δικαστικών πληρεξουσίων των διαδίκων και
 
γ) περιγραφή όσων έγιναν κατά τη συζήτηση.
 
2. Σε περίπτωση αναβολής, σύμφωνα με το άρθρο 135, της συζήτησης, αναγράφεται στο πρακτικό αν αυτή χώρισε αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση διαδίκου και ποιου.
 
3. Στο πρακτικό της συζήτησης καταχωρούνται, επί­σης, οι κατά την παρ. 6 του άρθρου 189 αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της συζήτησης.
 
4. Πρακτικό διάσκεψης συντάσσεται μόνο σε όποια πε­ρίπτωση τούτο κρίνεται από το δικαστήριο αναγκαίο.
 
5. Για τη δημοσίευση της απόφασης συντάσσεται πρα­κτικό, το οποίο περιέχει την κατά τη δημοσίευση σύνθεση του δικαστηρίου, τον τόπο και το χρόνο που αυτή έγινε, καθώς και βεβαίωση ότι η απόφαση απαγγέλθηκε στο α­κροατήριο σε δημόσια συνεδρίαση.
 
6. Τα πρακτικά που προβλέπουν οι διατάξεις των προ­ηγούμενων παραγράφων συντάσσονται από το γραμμα­τέα της έδρας και υπογράφονται από τον ίδιο και κατά περίπτωση, από τον πρόεδρο της τριμελούς ή το δικαστή της μονομελούς σύνθεσης.
 
7. Η σύνταξη πρακτικών κατά τη διενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων ρυθμίζεται από τις ειδικές γι' αυτές διατάξεις.
 
8. Σε περίπτωση διαφοράς ανάμεσα στα πρακτικά και στην αντίστοιχη απόφαση, κατισχύουν όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο δικαστής που είχε μετάσχει στη συζήτηση υπό­θεσης υποχρεούται, και μετά την τυχόν επέλευση υπηρε­σιακής του μεταβολής, να μετάσχει στη διαδικασία λήψης της απόφασης. Ανασυζήτηση της υπόθεσης γίνεται μόνο σε περίπτωση θανάτου ή αποχώρησής του από την υπη­ρεσία ή άλλου σοβαρού λόγου. Ως προς την ανασυζή­τηση, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 127 και 128***. Μόλις συμπληρωθεί το οκτάμηνο, ο Πρό­εδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης των Δικα­στηρίων επιλαμβάνεται και ερευνά αν είναι δικαιολογημένη ή μη η καθυστέρηση. Στη διοικητική δίκη, η ανωτέρω προ­θεσμία διακόπτεται μέχρι τη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου της δικογραφίας από τη διοίκηση, εφαρμοζομένης κατά τα λοιπά αναλόγως της παραγράφου 2 του άρθρου 139 Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Όταν αυτή κριθεί δικαιολογημένη, παρέχεται στον δικαστή προ­θεσμία δύο μηνών για τη δημοσίευση των αποφάσεων που καθυστερούν πέραν του οκταμήνου***. Σε περί­πτωση αδικαιολόγητης καθυστέρησης, όπως και όταν παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών που χορηγήθηκε, κατά το προηγούμενο εδάφιο, χωρίς να έχουν δημοσιευθεί οι αποφάσεις που καθυστερούν, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέφει τη δικογραφία, άλλως αυτή αφαιρείται αμέ­σως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης αυ­τού. Για τις υποθέσεις αυτές ορίζεται δικάσιμος για νέα συζήτηση, υποχρεωτικώς, εντός τριών μηνών για τις υπο­θέσεις ειδικών διαδικασιών και έξι μηνών για τις υποθέσεις τακτικής διαδικασίας, από τη συμπλήρωση των παρα­πάνω*** προθεσμιών των οκτώ ή των δέκα μηνών. Οι δια­τάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέ­σεις της διοικητικής δικαιοσύνης. Επιφυλλασσομένων των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων, εάν διαπιστωθεί μετά το τέλος της συζήτησης ότι η διάσκεψη δεν μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου για λόγους ανωτέρας βίας, όπως μεταξύ άλλων αναρρωτικής άδειας δικαστικού λειτουργού, μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, ο δι­καστής που διευθύνει το δικαστήριο ή ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει την επανάληψη της συζήτησης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων σχετικά με τον ορισμό δικασίμου, την κλήση προς συζή­τηση και τα αποδεικτικά επίδοσης. (Η παρ. 1 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 81 παρ. 2 Ν. 3659/2008 και το άρθρο 52 παρ. 4 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

2. Στη συνεδρίαση κατά την οποία δημοσιεύεται η από­φαση μπορούν να μετάσχουν και δικαστές που δεν είχαν λάβει μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης και τη λήψη της σχετικής απόφασης.
 
3. Αν τα πρόσωπα τα οποία, κατά τις κείμενες διατά­ξεις υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης ή το πρα­κτικό της συζήτησης της υπόθεσης ή της δημοσίευσης της απόφασης, απεβίωσαν ή αποχώρησαν από την υπηρεσία ή δεν υπηρετούν πια στο δικαστήριο ή υπηρετούν αλλά απουσιάζουν με άδεια, εφαρμόζονται τα εξής:
 
α) Αντί για εκείνον που είχε προεδρεύσει κατά τη συν­εδρίαση κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση ή δημο­σιεύτηκε η απόφαση, υπογράφει ο αρχαιότερος δικαστής της ίδιας σύνθεσης, κατά περίπτωση, ενώ στις μονομελείς συνθέσεις υπογράφει ο πρόεδρος του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος.
 
β) Στις πολυμελείς συνθέσεις, η υπογραφή του εισηγη­τή παραλείπεται.
 
γ) Αντί για τον γραμματέα της έδρας, υπογράφει ο γραμματέας του δικαστηρίου ή του οικείου τμήματος και, αν πρόκειται γι' αυτόν, ο αμέσως νεότερός του στην ιεραρ­χία από εκείνους που υπηρετούν στο δικαστήριο ή στο οικείο τμήμα.
 
δ) Σε όλες τις περιπτώσεις, στο πρωτότυπο της από­φασης ή στο πρακτικό της συζήτησης ή της δημοσίευσης, γίνεται μνεία του γεγονότος που δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.
 
 
*** Για τη σωστή κατανόηση του κειμένου βλ. σχετικά και το αντίστοιχο άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ..

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι αποφάσεις επιδίδονται στους διαδίκους, σε κυ­ρωμένα αντίγραφα, με τη φροντίδα της γραμματείας. Από αυτές, οι μη οριστικές αποφάσεις με τις οποίες ορίζεται νέα δικάσιμος επιδίδονται στους διαδίκους τριάντα (30) τουλά­χιστον ημέρες πριν από τη νέα αυτή δικάσιμο, επέχει δε η επίδοσή τους θέση κλήτευσης για τη δικάσιμο αυτήν.

2. Για την επίδοση των πρακτικών που περιέχουν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 6 του άρθρου 189, αποφάσεις ισχύουν όσα ορίζονται στην προηγούμενη πα­ράγραφο. Προς τους διαδίκους που παρίστανται κατά τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών δεν γίνεται επίδοση των πρακτικών.
 
3. Η κοινοποίηση μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 48. (Η παρ. 3 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ. 3 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

Οι αποφάσεις, με τις οποίες απαγγέλλεται η ακύρωση ή η τροποποίηση εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης ή η ακύρωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ισχύουν έναντι όλων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρ­τηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. Δεδικασμένο δημιουργείται, επίσης, και όταν το, κατά την προηγούμενη περίοδο ζήτημα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να το κρίνει, και εφόσον η απόφανσή του γι' αυτό ήταν αναγκαία προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα.

2. Το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις οι οποίες, είτε ύστερα από προβολή τους είτε αυτεπαγγέλτως, εξε­τάστηκαν ή έπρεπε να εξεταστούν από το δικαστήριο, καθώς και σε εκείνες οι οποίες δεν ήταν δυνατόν να εξετα­στούν από αυτό αυτεπαγγέλτως, αλλά, αν και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν. Οι τελευταίες αυτές ενστάσεις δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αν στη­ρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την άσκηση ευθέως του οικείου ένδικου βοηθήματος.
 
3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι, καθώς και αυτών που έγιναν, κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας της, καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοί τους, εκτείνεται δε και σε εκείνους από τους οποίους, σύμ­φωνα με το νόμο, μπορεί να αξιωθεί η εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσης. Το δεδικασμένο που ισχύει για τον πρωτοφειλέτη καλύπτει και τον εγγυητή, και το αντίστροφο. Το δεδικασμένο που ισχύει για το νομικό πρόσωπο εκτείνεται και στα μέλη του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι διοικητικές αρχές οφείλουν, με θετικές ενέργειες ή με αποχή από κάθε αντίθετη ενέργεια, να συμμορφώνο­νται προς το περιεχόμενο των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με άσκηση προσφυγής.

2. Η παράλειψη διοικητικής αρχής προς συμμόρφωση σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγρα­φο, έχει ως συνέπεια, για τον παραβάτη, εκτός από την κατ' άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα ποινική του δίωξη, και την προσωπική του ευθύνη προς αποζημίωση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι τελεσίδικες, οι ανέκκλητες και οι προσωρινώς εκ­τελεστές καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται για διαφορές που άγονται προς επίλυση με την άσκηση αγωγής, αποτελούν τίτλο εκτελεστό κατά το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ο εκτελεστήριος τύπος περιάπτεται σε αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρ­θρο 918 του ίδιου Κώδικα. Οι παραπομπές γίνονται στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν.

2. Ως προς το, &