Subscribe to be notified for updates: RSS Feed

Πτωχευτικός Κώδικας

www.freelaw.gr
Πτωχευτικός Κώδικας

Άρθρα νόμου

Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περι­ουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρη­σής του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό.

2. Δεν κηρύσσονται σε πτώχευση τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και οι δημόσιοι οργανισμοί.

3. Η παύση της εμπορίας ή της οικονομικής δραστηρι­ότητας ή ο θάνατος δεν κωλύουν την πτώχευση, εφόσον επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του. Σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, η αίτηση για κήρυξή του σε πτώχευση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο εντός έτους από το θάνατό του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε πτώχευση κηρύσσεται ο οφειλέτης που αδυνατεί να εκπληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώ­σεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρω­μών). Δεν αποτελούν εκπλήρωση των υποχρεώσεων οι πληρωμές που γίνονται με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα.

2. Επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης αποτελεί λόγο κήρυξης της πτώχευσης, όταν την κήρυξή της ζητεί ο οφειλέτης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης είναι το πολυμελές πρωτοδικείο, στην περιφέ­ρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του.
 

2. Κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος, όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμ­φερόντων του και είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι κέντρο των κύριων συμφερόντων είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας.

3. Η υπόθεση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκού­σιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ.). Οι παρεμ­βάσεις, απλές ή κύριες, ασκούνται και με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η πτώχευση κηρύσσεται μετά από αίτηση πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον, καθώς και μετά από αίτηση του εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον τούτο δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος.

2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει, χωρίς υπαί­τια βραδύτητα, πάντως το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, αφότου συντρέξουν οι προϋποθέσεις της παρα­γράφου 1 του άρθρου 3, αίτηση προς το πτωχευτικό δικα­στήριο για την κήρυξη της πτώχευσης. (Η παρ. 2 τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 Ν. 4013/2011).
 
3. Στην αίτηση πρέπει να αναγράφονται το όνομα, ε­πώνυμο, πατρώνυμο, η επωνυμία, καθώς και η διεύθυν­ση, όπου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του ή κατά πε­ρίπτωση το κέντρο των κύριων συμφερόντων του και τις τυχόν δευτερεύουσες εγκαταστάσεις του. Επίσης στην αί­τηση πρέπει να αναγράφεται και ο αριθμός του Εμπορικού Μητρώου του οφειλέτη. Επί ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας πρέπει να αναγράφονται τα ανωτέρω στοιχεία και ως προς όλους τους ομόρρυθμους εταίρους. Αν τα στοι­χεία αυτά δεν έχουν αναγραφεί ή δεν συμπληρώθηκαν, κατά το άρθρο 227 του Κ.Πολ.Δ., η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
 
4. Στην αίτηση επισυνάπτεται σε πρωτότυπο, με ποινή απαραδέκτου αυτής, γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων πεντακοσίων (500) ευρώ για την αντιμετώπιση των πρώτων εξόδων της πτώχευσης. Το ποσό αναλαμβάνεται από τον σύνδικο με άδεια του εισηγητή. Ο αϊτών ικανοποιείται ως ομαδικός πιστωτής για το προκαταβληθέν ποσό. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ή παραίτησης από το δικόγραφο, επιστρέφεται το ποσό στον αιτούντα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, ε­άν δεν συντρέχουν οι υποκειμενικές ή οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει επίσης την αί­τηση, εφόσον αποδεικνύεται ότι, αν και συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, η περιουσία του οφει­λέτη δεν θα επαρκέσει για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Σε περίπτωση απόρριψης για την αιτία αυτή, το πτωχευτικό δικαστήριο διατάσσει την καταχώρηση του ονόματος ή της επωνυμίας, κατά περίπτωση, του οφειλέτη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, καθώς και στα Μητρώα Πτω­χεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρ­θρου 8. Η καταχώρηση διαγράφεται μετά πάροδο τριετίας.
 
3. Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση, εάν αποδειχθεί ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά. Καταχρη­στική είναι η αίτηση ιδίως, εάν ο πιστωτής την χρησιμο­ποιεί ως υποκατάστατο διαδικασίας ατομικής ικανοποίη­σης ή προς επιδίωξη σκοπών άσχετων με την πτώχευση, ως θεσμό συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και εάν ο οφει­λέτης την υποβάλλει προς το σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών του.
 
4. Στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της παρα­γράφου 3, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση όποιου από τους διαδίκους έχει έννομο συμφέρον, να επιδικάσει αποζημίωση κατ' εκείνου που υπέβαλε την αίτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτω­χευτικής περιουσίας. Ορίζει ημέρα, ώρα και τόπο όπου οι πιστωτές θα συνέλθουν ενώπιον του εισηγητή σε συνέλευ­ση για σύνταξη πίνακα εικαζόμενων πιστωτών και εκλογή της επιτροπής πιστωτών και ορίζει τον τρόπο δημοσιό­τητας. Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει ημερομηνία σύγκλησης της συνέλευσης των πιστω­τών για να αποφασίσει με βάση την έκθεση του συνδίκου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 70. Η ημερομηνία αυτή δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από τέσσερις (4) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης. Οι δύο συνελεύ­σεις μπορεί να συμπίπτουν. Στην απόφαση αναφέρονται επίσης και τα στοιχεία του οφειλέτη, κατά το άρθρο 5 πα­ράγραφος 3.

2. Στην απόφαση προσδιορίζεται και η ημέρα παύσης των πληρωμών, η οποία δεν μπορεί να απέχει πέραν της διετίας από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, πέραν του έτους πριν το θάνατο. Σε περίπτωση κήρυξης της πτώχευσης, κατά το άρθρο 3 παράγραφος 2, ημέρα παύσης πληρωμών λογίζεται η ημέρα δημοσίευσης της απόφασης που κηρύσ­σει την πτώχευση.
 
3. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, με μεταγενέστερη απόφασή του, μετά από αίτηση του συνδίκου, της επιτρο­πής πιστωτών, πιστωτή και οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον να μεταβάλει το χρόνο παύσης των πληρωμών. Η αίτηση μεταβολής του χρόνου παύσης των πληρωμών είναι απαράδεκτη μετά από την περάτωση της επαλήθευ­σης των πιστώσεων, κατά το άρθρο 93 και σε κάθε περί­πτωση μετά πάροδο έτους από την κήρυξη της πτώχευ­σης.
 
4. Επί πτώχευσης ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων εμ­πορικών εταιριών, με την ίδια απόφαση με την οποία κη­ρύσσεται σε πτώχευση η εταιρία, κηρύσσονται σε πτώχευ­ση και τα ομόρρυθμα μέλη της και χωρίς άλλη διατύπωση. Η πτώχευση αστικής εταιρίας με νομική προσωπικότητα ή άλλης ένωσης προσώπων με νομική προσωπικότητα, δεν επιφέρει και τη συμπτώχευση των μελών της.
 
5. Η απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέ­πεται δικαστική αναστολή της. Είναι δυνατή η προσβολή της με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης που ασκούνται και εκδικάζονται κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ.) και απευ­θύνονται και κατά του συνδίκου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Περιλήψεις των αποφάσεων που κηρύσσουν την πτώχευση ή μεταβάλλουν το χρόνο παύσης των πληρω­μών, καθώς και κάθε άλλη πρόσκληση ή πράξη που προβλέπεται στον παρόντα κώδικα, δημοσιεύονται με την επι­μέλεια του συνδίκου, του οφειλέτη ή οποιουδήποτε έχει έν­νομο συμφέρον, στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, να διατάξει και πρόσθετες δημοσιεύσεις.

2. Οι αποφάσεις που κηρύσσουν ή ανακαλούν πτώ­χευση ή διατάσσουν το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλ­λαγής, επικυρώνουν τη συμφωνία συνδιαλλαγής, κηρύσ­σουν τη λύση αυτής, επικυρώνουν ή απορρίπτουν το σχέ­διο αναδιοργάνωσης, ακυρώνουν τούτο ή διατάσσουν την ατομική ανατροπή του ή παύουν τις εργασίες της πτωχεύσεως και σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζεται στον πα­ρόντα κώδικα, σημειώνονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.
 
3. Σε κάθε πρωτοδικείο, στο γραφείο του εισηγητή, τηρείται με επιμέλεια του γραμματέα των πτωχεύσεων Μη­τρώο Πτωχεύσεων, στο οποίο εγγράφονται τα ονόματα και επί νομικών προσώπων η επωνυμία αυτών που κηρύ­χθηκαν σε πτώχευση ή ζητήθηκε το άνοιγμα της διαδικα­σίας συνδιαλλαγής. Στην μερίδα τους καταχωρείται κάθε περαιτέρω πράξη της διαδικασίας, καθώς και η αποκατά­σταση. Τηρείται επίσης και αλφαβητικό ευρετήριο. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Μητρώο, στο οποίο καταχωρούνται οι άνω μεταβολές για ολόκληρη τη Χώρα. Οι λεπτομέρειες τήρησης των Μητρώων αυτών καθορίζο­νται με Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, με επιμέ­λεια του συνδίκου, καταχωρείται στο υποθηκοφυλακείο ή στο κτηματολόγιο, στο οποίο έχουν καταχωρηθεί εμπράγ­ματα δικαιώματα του οφειλέτη επί ακινήτων.

2. Σε περίπτωση εκποίησης ή αποδέσμευσης των ακι­νήτων αυτών από τον σύνδικο, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτησή του, διατάσσει τη διαγραφή της καταχώρησης αυτής.
 
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρ­μόζονται αναλόγως και σε μητρώα πλοίων ή αεροσκαφών, επί των οποίων ο οφειλέτης έχει εμπράγματα δικαιώματα, καθώς και σε δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρούνται κατά το νόμο άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφει­λέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρ­θρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των α­σφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κ.Πολ.Δ.), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υπο­βάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8.

2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο γραμματέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αμέ­σως στον σύνδικο της πτώχευσης τη διάταξη της απόφα­σης για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Η γνω­στοποίηση γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, ακόμη και με τηλεομοιοτύπημα ή τηλεγράφημα. Αρμόδιος για τη σφράγιση είναι ο σύνδικος της πτώχευσης, ο οποίος υποχρεούται να εκτελέσει τη σφράγιση μέσα σε είκοσι τέσ­σερις (24) ώρες.

2. Ο εισηγητής μπορεί να επιτρέψει να παραλειφθεί η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, αν κατά την κρίση του η απογραφή είναι δυνατόν να περαιωθεί μέσα σε μία (1) ημέρα.
 
3. Ο σύνδικος θέτει τις σφραγίδες στις θύρες και τα πα­ράθυρα του καταστήματος του οφειλέτη και των λοιπών ακινήτων του, καθώς και επί των κινητών του που βρί­σκονται εκτός κλειστού χώρου, ώστε να μην είναι δυνατή ή είσοδος στα ακίνητα ή η αφαίρεση κινητών, χωρίς την κα­ταστροφή των σφραγίδων.
 
4. Δεν μπορεί να σφραγιστεί η κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειας του ή τα κινητά που κατά το άρθρο 953 παράγραφος 3 του Κ.Πολ.Δ. είναι ακατάσχετα. Επίσης, εξαιρούνται από τη σφράγιση και παραδίδονται αμέσως στον σύνδικο τα πράγματα που εξαιρέθηκαν από τη σφρά­γιση κατά το άρθρο 67, καθώς και τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη και τα βραχυπρόθεσμα αξιόγραφα ή αυτά που πρέπει να γίνουν αποδεκτά από τρίτο ή για τα οποία πρέ­πει να ληφθούν συντηρητικά μέτρα. Τα εμπορικά βιβλία θεωρούνται από τον σύνδικο και βεβαιώνεται με συνοπτι­κή έκθεση η κατάστασή τους, τα δε αξιόγραφα περιγράφονται ακριβώς στην έκθεση.
 
5. Για τη σφράγιση συντάσσεται από τον σύνδικο έκθε­ση, στην οποία αναφέρεται η περιγραφή των χώρων, ό­που τέθηκαν οι σφραγίδες, τα σημαντικά έγγραφα και οι διαθήκες που ανευρέθηκαν, τα εξαιρεθέντα από τη σφρά­γιση πράγματα και καταχωρείται κάθε ισχυρισμός ή αντίρ­ρηση των προσώπων που παρευρέθηκαν στη σφράγιση και κάθε τι που μπορεί να έχει σημασία για την πτώχευση και υπέπεσε στην αντίληψη του συνδίκου.
 
6. Η σφράγιση μισθωμένου από τον οφειλέτη εμπορι­κού καταστήματος, αποθήκης ή άλλου χώρου για την ά­σκηση της επιχείρησής του δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή. Μεσεγ­γυούχος των πραγμάτων που ευρίσκονται στο μίσθιο είναι ο εκμισθωτής, μέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο και εφαρμόζονται σχετικά οι διατάξεις του άρθρου 956 παράγραφος 4 του Κ.Πολ.Δ.. (Το άρθρο11 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο οφειλέτης που κηρύχθηκε σε πτώχευση και η επιτροπή πιστωτών οφείλουν με δήλωσή τους προς τον γραμματέα των πτωχεύσεων να ορίσουν ως αντίκλητό τους πρόσωπο που κατοικεί στην έδρα του πτωχευτικού δικαστηρίου.

2. Όπου προβλέπονται επιδόσεις, κοινοποιήσεις, γνω­στοποιήσεις ή ειδοποιήσεις προς τον οφειλέτη ή την ε­πιτροπή πιστωτών, αυτές γίνονται μόνο προς τον αντίκλη­το που έχει νομίμως διορισθεί και πάντοτε εγγράφως. Αν δεν έχει διορισθεί αντίκλητος, η ειδοποίηση των εν λόγω γίνεται με κάθε πρόσφορο μέσο, ακόμη και τηλεφωνικώς από τον γραμματέα των πτωχεύσεων, ο οποίος βεβαιώνει τούτο ενυπογράφως πάνω στο φάκελο της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι κοινοποιήσεις, επιδόσεις και ειδοποιήσεις, αν δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό στον παρόντα κώδικα, γίνονται πριν τρεις (3) ημέρες.

2. Στις προθεσμίες που κατά τον παρόντα κώδικα ορί­ζονται σε ημέρες δεν υπολογίζονται οι ημέρες αργίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τα Σάββατα. Η παρούσα παράγραφος δεν ισχύει για τις προθεσμίες των ενδίκων μέσων και ενδίκων βοηθημάτων.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται μόνο εκείνων των δικαιωμάτων του προσωπικής φύσεως, που προβλέπουν ειδικές διατάξεις νόμων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται.

2. Δεν ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων.
 
3. Στην πτωχευτική περιουσία ανήκουν τα εμπορικά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη που αφορούν την επιχεί­ρησή του. Η υποχρέωση διατήρησής τους, σύμφωνα με το νόμο, δεν θίγεται.
 
4. Εάν μεταξύ των συζύγων ισχύει το σύστημα κοι­νοκτημοσύνης, η κοινή περιουσία καταλαμβάνεται από την πτωχευτική απαλλοτρίωση ως χωριστή περιουσία και από αυτήν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 1408-1409 του Αστικού Κώδικα και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών.
 
5. Στην πτωχευτική περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Κατ' εξαίρεση, τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξιώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσσονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον προέρχονται από ενοχή ή κύριο δικαίωμα που υ­πήρχε πριν την κήρυξη της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερεί­ται αυτοδικαίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περιουσίας του (πτωχευτική απαλλοτρίωση), την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και α­παγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασ­δήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου.

2. Με την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων, αν ο οφειλέ­της διέθεσε περιουσιακά στοιχεία κατά την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης, τεκμαίρεται ότι η διάθεση έγινε μετά την κήρυξη.
 
3. Η πτωχευτική απαλλοτρίωση αίρεται σε όσες περι­πτώσεις ο παρών κώδικας προβλέπει.
 
4. Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά την κήρυξη της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περι­ουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ' εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευτικής πε­ριουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίω­μα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όταν η πτώχευση κηρύσσεται με αίτηση του οφει­λέτη, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση αυτού, να του αναθέσει τη διοίκηση (διαχείριση και διά­θεση) της πτωχευτικής περιουσίας, με ή χωρίς περιο­ριστικούς όρους, πάντοτε με τη σύμπραξη του συνδίκου, αν η ανάθεση αυτή είναι προς το συμφέρον των πιστωτών και συναινεί στην ανάθεση η επιτροπή πιστωτών.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση του συνδίκου ή της επιτροπής πιστωτών, να αφαιρέσει από τον οφειλέτη τη διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας, αν τούτο επιβάλλει το συμφέρον των πιστωτών. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα διοίκησης περιέρχεται στον σύνδικο.
 
3. Οι αποφάσεις για ανάθεση ή αφαίρεση, κατά τις πα­ραγράφους 1 και 2, του δικαιώματος διοίκησης είναι εκ του νόμου εκτελεστές και υποβάλλονται στη δημοσιότητα του άρθρου 8.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μέχρι την έγκριση του κατά τα άρθρα 107 επ. σχε­δίου αναδιοργάνωσης, άλλως μέχρι την ένωση των πιστω­τών, απαγορεύεται η διάθεση στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης χωρίς την άδεια του εισηγητή, που χορη­γείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

2. Αν συντρέχουν όλως εξαιρετικές περιστάσεις, όπως προφανής κίνδυνος ουσιώδους μείωσης της αξίας της επιχείρησης του οφειλέτη ή ύπαρξη ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή και αφού ακουσθεί ο σύνδικος και η επιτρο­πή πιστωτών, μπορεί να αποφασίσει την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου, με ανάλογη εφαρμογή της διαδι­κασίας και τις διακρίσεις του άρθρου 135.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση. Η ίδια υποχρέωση βαρύνει και τους κατά την προηγούμενη της κήρυξης της πτώχευ­σης διετία πληρεξούσιους του οφειλέτη, πλην των δικη­γόρων του, εκτός αν υπάρχει συναίνεση του οφειλέτη.

2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του συνδίκου τα τηρούμενα από αυτόν εμπορικά βιβλία και στοι­χεία, υποχρεωτικά και μη που αφορούν την επιχείρησή του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Πτωχευτικοί πιστωτές είναι εκείνοι που κατά την κή­ρυξη της πτώχευσης έχουν κατά του οφειλέτη γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική ενοχική απαίτηση και ειδικότερα εκείνοι των οποίων:

α. η απαίτηση δεν διασφαλίζεται με προνόμιο ή εμ­πράγματη ασφάλεια (ανέγγυοι πιστωτές)

β. η απαίτηση ικανοποιείται προνομιακά από το σύνο­λο της πτωχευτικής περιουσίας (γενικοί προνομιούχοι πιστωτές)

γ. η απαίτηση εξασφαλίζεται με ειδικό προνόμιο ή εμ­πράγματη ασφάλεια επί συγκεκριμένου αντικειμένου της πτωχευτικής περιουσίας (ενέγγυοι πιστωτές)

δ. η απαίτηση ικανοποιείται από την πτωχευτική πε­ριουσία μετά από την ικανοποίηση των ανέγγυων πιστω­τών (πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης).

2. Ο πτωχευτικός πιστωτής μπορεί να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του μόνο μέσω της πτωχευ­τικής διαδικασίας, εκτός εάν στον παρόντα κώδικα ορίζεται διαφορετικά.

 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Απαιτήσεις υπό διαλυτική αίρεση, για όσο χρόνο η αίρεση δεν πληρούται, θεωρούνται ως μη τελούσες υπό αίρεση. Σε περίπτωση πλήρωσης της αίρεσης κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέφει τα τυχόν καταβληθέντα σ' αυτόν.

2. Απαιτήσεις υπό αναβλητική αίρεση κατατάσσονται στον κατά το άρθρο 153 πίνακα διανομής τυχαία, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 978 Κ.Πολ.Δ..

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι κατά την κήρυξη της πτώχευσης μη ληξιπρό­θεσμες απαιτήσεις κατά του οφειλέτη, πλην εκείνων των ενέγγυων πιστωτών, θεωρούνται ότι έληξαν. Οι μη ληξι­πρόθεσμες άτοκες απαιτήσεις μειώνονται κατά το ποσό του νόμιμου τόκου που αντιστοιχεί στο διάστημα από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την πραγματική λήξη τους ως προς αυτόν.

2. Οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών καθίστανται απαιτητές κατά την πραγματική λήξη τους.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Από την κήρυξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνό­μιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν να παράγουν νόμι­μους ή συμβατικούς τόκους. Η παύση της τοκογονίας δεν ισχύει για τους συνοφειλέτες και τους εγγυητές.

2. Το κατά τα άρθρα 107 επ. σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την καταβολή, ολική ή μερική, των τόκων που έπαυσαν να παράγονται λόγω κή­ρυξης της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέ­χιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωρι­στικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.

2. Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις εξασφαλίζονται με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια επί αντικει­μένου της πτωχευτικής περιουσίας, ικανοποιούνται απο­κλειστικά από τη ρευστοποίησή του σύμφωνα με τις ισχύουσες γενικές διατάξεις, εκτός εάν ο παρών κώδικας προ­βλέπει διαφορετικά. Οι ενέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται από το σύνολο της πτωχευτικής περιουσίας, μόνο σε πε­ρίπτωση που παραιτηθούν από το προνόμιο ή την ασφάλειά τους ή το προνόμιο ή η ασφάλεια δεν επαρκεί για την πλήρη ικανοποίησή τους. (Το τελευταίο εδάφιο τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 4013/2011).

2. Με την επιφύλαξη των αναφερομένων στις παρα­γράφους 3 έως 6, η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν ισχύει ως προς τους ενέγγυους πιστωτές σχετικά με τα ανωτέρω υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας.
 
3. Από την έκδοση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση, μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης των ενέγγυων πιστωτών επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, τα οποία συνδέονται λειτουργικά και άμεσα με την επιχειρη­ματική δραστηριότητά του ή με παραγωγική μονάδα ή εκ­μετάλλευση του οφειλέτη, αναστέλλονται μέχρι την έγκριση του κατά τα άρθρα 107 επ. σχεδίου αναδιοργάνωσης, άλ­λως μέχρι την κατά το άρθρο 84 απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών ως προς τον τρόπο εξακολούθησης των εργασιών της πτώχευσης. Σε κάθε περίπτωση, η αναστο­λή δεν επεκτείνεται πέραν των δέκα (10) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης, με την παρέλευση των οποίων η αναστολή αίρεται αυτοδικαίως. Πράξεις ατομικών διώξεων των ενέγγυων πιστωτών κατά παράβαση της αναστολής της παρούσας παραγράφου είναι απολύτως άκυρες.
 
4. Η κατά την παράγραφο 3 αναστολή δεν επεκτείνεται στα υπέγγυα αντικείμενα που ανήκουν σε εγγυητές, συνοφειλέτες και τρίτους οφειλέτες ή ανήκουν στον οφειλέτη, αλλά δεν συνδέονται λειτουργικά και άμεσα με την επιχειρηματική του δραστηριότητα, παραγωγική μονάδα ή εκμετάλλευσή του.
 
5. Αν αποφασιστεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ­θρου 84, η εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου, ανα­στέλλονται μέχρι πέρατος της διαδικασίας αυτής και οι ατομικές διώξεις των ενέγγυων πιστωτών και μόνο ως προς τα κατά την παράγραφο 3 εδάφιο πρώτο περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός του δεύτερου εδαφίου της παρα­γράφου 3.
 
6. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν θίγουν τις ειδικές ρυθμί­σεις για αναγκαστική εκτέλεση των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Επί οφειλής εις ολόκληρον ο πιστωτής έχει δικαί­ωμα, εάν κηρυχθεί σε πτώχευση τουλάχιστον ένας από τους συνοφειλέτες, να απαιτήσει από κάθε συνοφειλέτη την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής του, εάν κατέστη απαιτητή κατά την πραγματική λήξη της. Σε περίπτωση υπερκάλυψης της απαίτησής του, αποδίδει το επιπλέον σε εκείνον τον συνοφειλέτη που θα είχε δικαίωμα αναγωγής κατά των άλλων.

2. Συνοφειλέτης εις ολόκληρον και εγγυητής δεν μπο­ρούν να συμμετάσχουν στην πτώχευση συνοφειλέτη ή πρωτοφειλέτη αντίστοιχα, με βάση απαίτηση που θα απο­κτούσαν στο μέλλον λόγω ικανοποίησης από αυτούς του πιστωτή, εκτός αν ο πιστωτής αυτός δεν έχει αναγγείλει την απαίτησή του.

Διαβάστε περισσότερα..

Οι κατά την κήρυξη της πτώχευσης εκκρεμείς αμφοτε­ροβαρείς συμβάσεις, στις οποίες συμβαλλόμενος είναι ο οφειλέτης, διατηρούν την ισχύ τους, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος, με την άδεια του εισηγητή, έχει το δικαί­ωμα να εκπληρώσει τις εκκρεμείς συμβάσεις, υποκαθιστώντας την ομάδα των πιστωτών στη θέση του οφειλέτη, και να απαιτήσει την εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλό­μενο. Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος καθίσταται ομα­δικός πιστωτής.

2. Εάν ο σύνδικος δεν ασκήσει το δικαίωμα εκπλή­ρωσης μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την υποβολή της έκθεσής του, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να τάξει σ' αυτόν εύλογη προθεσμία προς άσκηση του δικαιώματος επιλογής. Εάν ο σύνδικος δεν απαντήσει εντός της εύλογης προθεσμίας που έταξε ο αντισυμβαλλόμενος ή εάν αρνηθεί την εκπλήρωση, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να απαιτήσει απο­ζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης, ικανοποιούμενος ως πτω­χευτικός πιστωτής.
 
3. Το δικαίωμα του συνδίκου για εκπλήρωση ή μη αφο­ρά εκκρεμείς αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, για τις οποίες ο σύνδικος έχει λάβει γνώση, ιδίως αυτές που περιλαμβά­νονται σε κατάσταση που του έχει εγχειρίσει ο οφειλέτης.

Διαβάστε περισσότερα..

Απαιτήσεις από συμβάσεις που συνάπτονται από τον σύνδικο ικανοποιούνται ως ομαδικές.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο νόμο ή τη σύμβαση.

2. Η κήρυξη της πτώχευσης αποτελεί λόγο λύσης των συμβάσεων προσωπικού χαρακτήρα, στις οποίες ο οφει­λέτης είναι συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και εκείνων η λύ­ση των οποίων επέρχεται ή μπορεί να επέλθει από ειδική διάταξη νόμου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα οριζόμενα στο άρθρο 31 δεν θίγουν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση.

2. Επίσης δεν θίγονται τα δικαιώματα του αντισυμβαλ­λόμενου μέρους για λύση της σύμβασης, με βάση ρήτρα που επιτρέπει τη λύση της σε περίπτωση πτώχευσης του άλλου μέρους ή υπαγωγής του σε διαδικασία συλλογικής εκτέλεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος δικαιούται να μεταβιβάσει σε τρίτο τη συμβατική σχέση, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι ο οφειλέτης. Η μεταβίβαση επιτρέπεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη συμβατικών όρων που την αποκλείουν ή την περιορίζουν, αν η μεταβίβαση είναι συμφέρουσα για τους πιστωτές και συναινεί ο αντισυμβαλλόμενος του οφειλέτη.

2. Σε άρνηση του αντισυμβαλλομένου να συναινέσει, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του συνδίκου, μπορεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση υπό τους όρους:
 
α) ότι ο σύνδικος επέλεξε τη συνέχιση της σύμβασης,
β) ότι ο τρίτος έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει τις απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις του οφειλέτη και
γ) ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν βλάπτεται από τη μεταβίβαση. Με την έκδοση της απόφασης που εγκρίνει τη μεταβίβαση, ο τρίτος θεωρείται υποκατασταθείς στα εκ της συμβάσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την κήρυξη της πτώχευσης δεν λύεται η σύμβα­ση εργασίας.

2. Ο σύνδικος, εφόσον ο οφειλέτης είναι εργοδότης, μπορεί να λύσει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με καταγγελία. Η πτώχευση αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου. Για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργα­σίας αορίστου χρόνου δεν απαιτείται η καταβολή αποζη­μίωσης.
 
3. Σε περίπτωση που η κατά το άρθρο 70 έκθεση του συνδίκου προβλέπει βιωσιμότητα της επιχείρησης, ο σύνδικος, ο οφειλέτης και η επιτροπή πιστωτών, μπορούν χωριστά ο καθένας ή από κοινού να ζητήσουν από τον εισηγητή την διατήρηση των αναγκαίων θέσεων εργασίας μέχρι την έγκριση ή απόρριψη από το πτωχευτικό δικα­στήριο του κατά τα άρθρα 107 επ. σχεδίου αναδιοργάνω­σης.
 
4. Οι απαιτήσεις των μισθωτών από μισθούς και λοι­πές παροχές που γεννήθηκαν πριν την κήρυξη της πτώ­χευσης, καθώς και κάθε συναρτώμενη με την καταγγελία απαίτησή τους, όπως ιδίως αποζημίωση εκ του νόμου, αποτελούν πτωχευτικές απαιτήσεις, για τις οποίες οι μι­σθωτοί ικανοποιούνται ως πτωχευτικοί πιστωτές κατά τις ειδικότερες περί κατατάξεως των πιστωτών διατάξεις του παρόντος κώδικα.
 
5. Μισθωτός που πραγματικά συνεχίζει να παρέχει ή παρέχει την εργασία του μετά την κήρυξη της πτώχευσης, λόγω συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τον οφειλέτη ή τον σύνδικο, για τους μισθούς και τις συν­αφείς παροχές, ικανοποιείται ως ομαδικός πιστωτής.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ο οφειλέτης είχε πωλήσει κινητό πράγμα με επιφύλαξη κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος και το είχε παραδώσει στον αγοραστή, η κήρυξη της πτώχευσης δεν αποτελεί λόγο λύσεως της σύμβασης ή υπαναχώρησης από αυτήν και ούτε εμποδίζει τον αγοραστή να αποκτήσει την κυριό­τητα του πωληθέντος, κατά τα συμφωνηθέντα.

2. Εάν πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ο οφειλέτης είχε αγοράσει κινητό πράγμα με επιφύλαξη κυριότητας του πωλητή και είχε παραλάβει το πράγμα, η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει τα δικαιώματα του πωλητή που απορρέουν από την επιφύλαξη κυριότητας. Ο πωλητής δικαιούται να τάξει προθεσμία στον σύνδικο, προκειμένου να ασκήσει το κατά το άρθρο 29 δικαίωμα επιλογής. Εάν ο σύνδικος αρνηθεί την εκπλήρωση, ο πωλητής έχει δικαίω­μα αποχωρισμού του πράγματος από την πτωχευτική περιουσία, χωρίς ανάγκη προηγούμενης υπαναχώρησης. Ο πωλητής δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό μόνο μετά την υποβολή της κατά το άρθρο 70 έκθεσης του συνδίκου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει το δικαίωμα του πιστωτή να προτείνει συμψηφισμό ανταπαίτησής του προς την αντίστοιχη απαίτηση του οφειλέτη, εφόσον οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού συνέτρεξαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Οι απαγορεύσεις συμψηφισμού, όπου ισχύουν, εφαρμόζονται και στην πτώχευση.

2. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων που προκύπτουν από συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, ρυθμίζε­ται όπως η κείμενη νομοθεσία προβλέπει.
 
3. Ο συμψηφισμός απαιτήσεων που προκύπτουν από εντολές μεταβίβασης επί συστημάτων διακανονισμού πλη­ρωμών και διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων, καθώς και με βάση ρήτρες εκκαθαριστικού συμψηφισμού, στο πλαίσιο συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής α­σφάλειας, γίνεται κατά τις ειδικές περί αυτών ρυθμίσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όποιος επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη, δικαιούται να ζητήσει τον αποχωρισμό του από την πτωχευτική περι­ουσία και την παράδοσή του σ' αυτόν, με αίτησή του προς το σύνδικο. Η απόδοση από τον σύνδικο γίνεται μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. Αν η αίτηση δεν γίνει δεκτή, η αξίωση προς αποχωρισμό ασκείται κατά του συνδίκου με βάση τις γενικές διατάξεις που ισχύουν ανάλογα με τη φύ­ση του αντικειμένου του οποίου ζητείται ο αποχωρισμός.

2. Εάν το αντικείμενο, του οποίου μπορούσε να ζητηθεί ο αποχωρισμός, κατά την παράγραφο 1, έχει εκποιηθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, χωρίς δικαίωμα, πριν την κή­ρυξη της πτώχευσης, ή μετά την κήρυξή της από τον σύνδικο, ο δικαιούχος σε αποχωρισμό μπορεί να απαι­τήσει την εκχώρηση της απαίτησης κατά του τρίτου στην αντιπαροχή, εάν αυτή ακόμα οφείλεται ή τον αποχωρισμό της αντιπαροχής από την πτωχευτική περιουσία, εάν αυτή διατηρεί την ταυτότητά της.
 
3. Εάν ο αποχωρισμός, κατά τις προηγούμενες παρα­γράφους, είναι αδύνατος, ο δικαιούχος συμμετέχει στην πτωχευτική διαδικασία ως πτωχευτικός πιστωτής με βάση την αξία του αντικειμένου.
 
4. Επί καταπιστευτικής μεταβίβασης κυριότητας κινη­τού με διατήρηση της νομής από τον οφειλέτη, ο πιστω­τής, ως κύριος του πράγματος, δικαιούται σε αποχωρισμό του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαίωμα διεκδίκησης έχει εκείνος που πριν την κή­ρυξη της πτώχευσης παρέδωσε εμπορεύματα στον οφει­λέτη λόγω παρακαταθήκης προς πώληση ή για να πωληθούν για λογαριασμό του, εφόσον αυτά, κατά την κήρυ­ξη της πτώχευσης, βρίσκονται στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη αναλλοίωτα εν όλω ή εν μέρει.

2. Εάν τα εμπορεύματα της παραγράφου 1 έχουν πωληθεί και το τίμημα οφείλεται κατά την κήρυξη της πτώχευ­σης, ο παραγγελέας - παρακαταθέτης διεκδικεί ευθέως αυτό στα χέρια του αγοραστή.
 
3. Ο δικαιούχος διεκδικεί αξιόγραφα, τα οποία πριν την κήρυξη της πτώχευσης είχε αποστείλει στον οφειλέτη για να εισπραχθούν ή να διατεθούν για καθορισμένες πληρω­μές, εφόσον αυτά κατά την κήρυξη της πτώχευσης βρί­σκονται στα χέρια του οφειλέτη αυτούσια.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Δικαίωμα διεκδίκησης έχει εκείνος που πριν την κή­ρυξη της πτώχευσης είχε πωλήσει εμπορεύματα στον ο­φειλέτη, τα οποία κατά την κήρυξη της πτώχευσης δεν έχουν ακόμα περιέλθει στην κατοχή του οφειλέτη ή τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό του και εφόσον το τίμημα οφείλεται εν όλω ή εν μέρει.

2. Αν στην περίπτωση της προηγούμενης παραγρά­φου ο πωλητής κατέχει το πράγμα, έχει δικαίωμα επίσχε­σης αυτού.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Επί της αίτησης διεκδίκησης αποφαίνεται ο σύνδικος με σύμφωνη γνώμη του εισηγητή. Αν υπάρχει αντίρρηση από τον σύνδικο ή πιστωτή, αποφαίνεται το πτωχευτικό δικαστήριο.

2. Στις περιπτώσεις του άρθρου 39 ο σύνδικος δικαι­ούται να ασκήσει το κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 δι­καίωμα επιλογής.

Διαβάστε περισσότερα..

Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρω­μών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίο­δος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανα­καλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κα­τά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων.

Διαβάστε περισσότερα..

Λογίζονται ότι είναι επιζήμιες και ανακαλούνται οι ακό­λουθες πράξεις:

α) Δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή. Εξαιρούνται οι συνήθεις δωρεές που γίνονται για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας ή από λόγους ηθικού καθήκοντος, καθώς και πράξεις από ελευθεριότητα που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης και παροχές προς οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων του, εφόσον οι παροχές είναι ανάλογες προς την περιουσιακή του κατάσταση και δεν επέφεραν ουσιώ­δη ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη.
 
β) Πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών.
 
γ) Πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με άλλο τρόπο και όχι με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή.
 
δ) Σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανόμενης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ή πα­ροχή άλλων ασφαλειών ενοχικής φύσεως για προϋπάρχουσες υποχρεώσεις, για την εξασφάλιση των οποίων ο οφειλέτης δεν είχε αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση ή για την εξασφάλιση νέων υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν α­πό τον οφειλέτη σε αντικατάσταση εκείνων που προϋπήρχαν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πλη­ρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του που έγινε με­τά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμε­νος κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών.

2. Τεκμαίρεται η γνώση του αντισυμβαλλομένου, εάν κατά τη διενέργεια της πράξης ήταν σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής εξ αίματος μέχρι και τρίτου βαθμού ή εξ αγχι­στείας μέχρι δεύτερου βαθμού ή πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης συζούσε το τελευταίο έτος πριν τη διενέργεια της πράξης. Επί αντισυμβαλλόμενου νομικού προσώπου το τεκμήριο της γνώσης αφορά τα ως άνω πρόσωπα, εφόσον κατά τη διενέργεια της πράξης είχαν την ιδιότητα του ιδρυτή ή διοικητή ή διευθυντή ή διαχειριστή του. Το τεκμήριο δεν ισχύει, εάν η ανακλητική αγωγή εγερθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν την τελευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, με δόλο αυτού να ζημιώσει τους πιστωτές του ή να ωφελήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά το χρόνο της διενέργειας της πράξης γνώριζε το δόλο του οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Δεν ανακαλούνται:

α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής ή επιχει­ρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη που διενεργήθη­καν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του.
 
β) Πράξεις του οφειλέτη που ρητά ο νόμος τις εξαιρεί από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανάκλησης, ακυ­ρότητας ή ακυρωσίας πράξεων που έγιναν μέσα στην ύποπτη περίοδο.
 
γ) Πράξεις που διενεργούνται από τον οφειλέτη κατά το στάδιο εκπλήρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης, σε πε­ρίπτωση επαναφοράς σε εκκαθάριση λόγω αδυναμίας εκ­πλήρωσης.
 
δ) Παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλ­λόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρη­τά.
 
ε) Πράξεις που έλαβαν χώρα με τη συμφωνία ή σε εκ­τέλεση συμφωνίας εξυγίανσης. (Η περ. ε' τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 4 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το κύρος ή το ανακλητό εκκαθάρισης που συντελέστηκε ή της παροχής εξασφάλισης στα πλαίσια των συν­αλλαγών σε χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων, ρυθμί­ζεται από τις διατάξεις που ισχύουν στη σχετική χρημα­τιστηριακή αγορά.

2. Το κύρος ή το ανακλητό των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με βάση τέτοιες συμφω­νίες ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις σχετικές συμφωνίες.
 
3. Το κύρος ή το ανακλητό του συμψηφισμού, των πληρωμών ή συναλλαγών αυτών που συμμετέχουν σε σύστημα πληρωμών ή διακανονισμού ή σε χρηματαγορά ρυθμίζεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις σχετικές συναλλαγές.

Διαβάστε περισσότερα..

Επί πληρωμής χρηματογράφων από τον οφειλέτη μέσα στην ύποπτη περίοδο, η ανακλητική αξίωση μπορεί να στραφεί μόνον κατά του εκδότη συναλλαγματικής και του πρώτου οπισθογράφου γραμματίου σε διαταγή και επιταγής και μόνον εφόσον αυτοί γνώριζαν ότι κατά το χρόνο έκδοσης ή οπισθογράφησης αντίστοιχα του χρημα­τογράφου, ο πληρωτής επί συναλλαγματικής ή ο εκδότης επί γραμματίου σε διαταγή και επιταγής είχε παύσει τις πληρωμές του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι πράξεις που έγιναν στην ύποπτη περίοδο ανα­καλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου.

2. Την ανακλητική αξίωση ασκεί ο σύνδικος. Μπορεί να την ασκήσει και πιστωτής, εφόσον είχε ζητήσει εγγράφως από τον σύνδικο την άσκησή της για συγκεκριμένη πράξη και για συγκεκριμένο νόμιμο λόγο και ο σύνδικος δεν την άσκησε μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη του γραπτού αιτήματος του πιστωτή.
 
3. Η ανακλητική αγωγή απευθύνεται κατ' εκείνου ή ε­κείνων που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη, καθώς και κατά των κληρονόμων ή άλλων καθολικών διαδόχων τους ή του κακόπιστου ειδικού διαδόχου.
 
4. Η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέ­λεσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιου­σιακό στοιχείο του οφειλέτη, υποχρεούται να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αυτούσια επαναμεταβίβασή δεν είναι δυνατή, η υποχρέωση ρυθμί­ζεται από τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφαρμοζόμενες αναλόγως.

2. Ο λήπτης δωρεάς υποχρεούται να επιστρέψει μόνο τον πλουτισμό, εκτός εάν γνώριζε ή κατά τις περιστάσεις μπορούσε να γνωρίζει ότι με τη χαριστική παροχή επέρ­χεται ζημία της ομάδας των πιστωτών.
 
3. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτός που συμβλήθηκε με τον οφειλέτη ενήργησε κακόπιστα, μπορεί να τον υποχρεώσει σε αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την πράξη στην ομάδα των πιστωτών.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν με την ανακαλούμενη παροχή είχε εξοφληθεί απαίτηση, με την επαναμεταβίβασή της η απαίτηση επα­νέρχεται σε ισχύ.

2. Σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης, ο αντισυμβαλλόμενος, εφόσον επιστρέφει την παροχή, έχει αξίωση στην αντιπαροχή του ως ομαδικός πιστωτής, εάν η αντιπαροχή εξακολουθεί να διατηρεί την ταυτότητά της στην πτωχευτική περιουσία ή η τελευταία αυξήθηκε κατά την αξία της αντιπαροχής, άλλως ικανοποιείται ως πτωχευτικός πιστωτής.

Διαβάστε περισσότερα..

Η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευση ενός (1) έτους από την ημέρα που ο σύνδικος έλαβε γνώ­ση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση δύο (2) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα όργανα της πτώχευσης είναι: το πτωχευτικό δικα­στήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος, η συνέλευση των πιστω­τών και η επιτροπή πιστωτών.

Διαβάστε περισσότερα..

Πτωχευτικό δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (άρθρο 4). Ασκεί την ανώτατη εποπτεία στη διεύθυνση των εργασιών της πτώχευσης. Έχει αρμοδιότητα να δικάζει τις διαφορές που ειδικά ορί­ζονται στον παρόντα κώδικα, αλλά και όσες αναφύονται από την πτώχευση και λόγω της κήρυξής της.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο δικάζει κάθε υπόθεση που υπάγεται σ' αυτό, χωρίς εξαίρεση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. Κ.Πολ.Δ.). Οι παρεμβάσεις (πρόσθετες ή κύριες) ενώπιόν του ασκούνται και με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά.

2. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι υποθέσεις ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου προσδιορίζονται εντός είκοσι (20) ημερών και η κλήτευση γίνεται προ δέκα (10) ημερών, η δε απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση, καθώς και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.. Δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας ή έφε­ση ή αναίρεση οι αποφάσεις του δικαστηρίου περί διο­ρισμού ή αντικατάστασης του εισηγητή ή του συνδίκου και περί χορήγησης βοηθημάτων προς τον οφειλέτη ή την οικογένειά του.

Διαβάστε περισσότερα..

Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, καθώς και εκείνη που μεταβάλλει χρόνο παύσης των πληρωμών, υπόκεινται σε ανακοπή. Η ανακοπή απευθύνεται κατά του συνδίκου και ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που εξέ­δωσε την απόφαση από τον οφειλέτη και οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας τριάντα (30) η­μερών από τη δημοσίευση της απόφασης στο Δελτίο Δι­καστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να ανακληθεί μετά από αίτηση του οφειλέτη από το δικαστή­ριο που κήρυξε την πτώχευση, εφόσον ικανοποιήθηκαν ή συναινούν οι πιστωτές που μετείχαν στη διαδικασία κή­ρυξης της πτώχευσης, καθώς και εκείνοι που προκύπτουν από το φάκελο. Η ικανοποίηση και η συναίνεση των πι­στωτών αποδεικνύεται μόνο εγγράφως, με βεβαιωμένη τη γνησιότητα της υπογραφής τους από δημόσια αρχή. Η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση μπορεί να ανακλη­θεί και με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή με πρό­ταση του εισηγητή, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 758 Κ.Πολ.Δ.. Για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης ανάκλησης πρέπει να προσκομίζεται στο πτω­χευτικό δικαστήριο έκθεση του εισηγητή.

2. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πτώχευσης κατά το άρθρο 164. Η απόφαση για την ανάκληση, μετά από αίτηση του οφειλέτη κατά την παρά­γραφο 1 εδάφιο α', έχει αναδρομική ισχύ και από τη δημοσίευσή της η πτώχευση θεωρείται ότι δεν κηρύχθηκε ποτέ. Η ανάκληση κατά την παράγραφο 1 εδάφιο γ' δεν έχει αναδρομική ισχύ, εκτός αν το ορίσει ειδικά το πτω­χευτικό δικαστήριο.
 
3. Σε κάθε περίπτωση, από την ανάκληση δεν θίγονται οι πράξεις που έγκυρα ενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος της πτωχευτικής απόφασης.
 
4. Η περί ανακλήσεως απόφαση δημοσιεύεται και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Ανακοπή ερημοδικίας και τριτανακοπή ασκούνται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από της δημοσιεύσεως αυτής. Κατά τα λοιπά, ισχύουν τα προβλεπόμενα στις διατάξεις των άρθρων 756 επ. Κ.Πολ.Δ..

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εισηγητής στην πτώχευση ορίζεται πρωτόδικης που υπηρετεί στο πρωτοδικείο. Στα πρωτοδικεία Αθηνών, Πει­ραιά και Θεσσαλονίκης, εισηγητής των πτωχεύσεων ορί­ζεται για δύο (2) δικαστικά έτη, με απόφαση της ολομέλειάς τους, ένας ή δύο από τους προέδρους πρωτοδικών που υπηρετούν σ' αυτά, κατ' αποκλειστική απασχόληση. Στα λοιπά πρωτοδικεία, ο εισηγητής ορίζεται με την από­φαση του πτωχευτικού δικαστηρίου. Με τον ίδιο τρόπο αντικαθίσταται ο εισηγητής.

2. Επί πτώχευσης ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εται­ρίας, εισηγητής ορίζεται ο ίδιος για την εταιρία και τα ομόρρυθμα μέλη της που συμπτωχεύουν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο εισηγητής οφείλει αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης να μεριμνήσει για την ειδοποίηση του συνδί­κου περί του διορισμού του. Έχει καθήκον να επιτηρεί και να επιταχύνει τις εργασίες της πτώχευσης, να διατάσσει όλα τα κατεπείγοντα μέτρα προς διασφάλιση της πτω­χευτικής περιουσίας και προεδρεύει στη συνέλευση των πιστωτών.

2. Επιβλέπει το έργο του συνδίκου και, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, μπορεί να ζητήσει την αντικατάστασή του. Παρέχει στον σύνδικο, μετά από συναίνεση της επι­τροπής πιστωτών, την άδεια εμπορίας ή εκποίησης εμπο­ρευμάτων και εν γένει κινητών της πτώχευσης, όπου προβλέπεται στον παρόντα κώδικα.
 
3. Σε κάθε περίπτωση ο εισηγητής έχει και τις αρμο­διότητες που ειδικά ορίζονται στον παρόντα κώδικα, αλλά και για κάθε πράξη αναγκαία στα πλαίσια και για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που του παρέχονται με τον παρόντα κώδικα, έστω και αν ειδικά δεν προβλέπονται σ' αυτόν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο εισηγητής με διάταξή του παρέχει τις προβλεπόμενες από τον παρόντα κώδικα άδειες και αποφασίζει, εντός τριών (3) ημερών, επί όλων των διενέξεων του συν­δίκου με την επιτροπή πιστωτών, με τους πιστωτές και τους λοιπούς εμπλεκόμενους στη διαδικασία της πτώχευ­σης και σε κάθε άλλη περίπτωση που έχει αρμοδιότητα κατά τον παρόντα κώδικα.

2. Κατά των διατάξεων αυτών του εισηγητή, καθώς και επί των διενέξεων του ίδιου με το σύνδικο, την επιτροπή πιστωτών ή πιστωτή ή με άλλους εμπλεκόμενους στην πτώχευση, επιτρέπεται, σε αυτούς που έχουν έννομο συμ­φέρον, η προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστη­ρίου. Η προσφυγή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, ασκείται εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοση της διάταξης και εκδικάζεται εντός οκτώ (8) ημερών, το δε πτωχευτικό δικαστήριο αποφαίνεται επ' αυ­τής αμετακλήτως, εντός δέκα (10) ημερών από τη συζή­τηση. Η προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο δεν ανα­στέλλει την εκτέλεση των διατάξεων του εισηγητή, μπορεί όμως ο πρόεδρος του πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από αίτηση του προσφεύγοντος, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κ.Πολ.Δ.).
 
3. Επί των διενέξεων που φέρονται ενώπιον του πτω­χευτικού δικαστηρίου, ο εισηγητής είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει πάντοτε σχετική έκθεση, χωρίς την οποία είναι απαράδεκτη η συζήτηση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο εισηγητής μπορεί να εξετάσει ανωμοτί τον οφειλέτη και ενόρκως τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους του, σχετικά με ό,τι αφορά τη σύνταξη του ισολογισμού και τις περιστάσεις και τις αιτίες της πτώχευσης. Αντίγραφα των καταθέσεων διαβιβάζει ο εισηγητής και προς τον αρμόδιο εισαγγελέα, αν συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης κά­ποιου προσώπου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν ο οφειλέτης αρνείται να εμφανιστεί, εφόσον ειδοποιηθεί νόμιμα πριν δύο (2) ημέρες, ενώπιον του συν­δίκου ή του εισηγητή, ο εισηγητής επιβάλλει σ' αυτόν ποι­νή τάξεως από πεντακόσια (500) έως δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ υπέρ του Ταμείου Νομικών που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Σε περίπτωση υποτροπής, εφαρ­μόζεται η διάταξη του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα.

2. Ο εισηγητής μπορεί να διατάξει τα αναγκαία κατά την κρίση του μέτρα, προς εξασφάλιση της παρουσίας του πτωχού και σύμπραξής του, όπου απαιτείται, κατά την πτωχευτική διαδικασία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σύνδικος διορίζεται δικηγόρος που έχει τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία και κατοικεί στην έδρα του πτωχευ­τικού δικαστηρίου, από κατάλογο που καταρτίζεται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για κάθε ημερολογιακό έτος, με βάση αιτήσεις των ενδιαφερόμενων δικηγόρων. Αν δεν καταρτιστεί κατάλογος, ισχύει αυτός του προηγού­μενου έτους και αν δεν υπάρχει καθόλου κατάλογος, το πτωχευτικό δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα το πρόσωπο του συνδίκου.

2. Σύνδικος δεν διορίζεται αυτός που συνδέεται με τον οφειλέτη, και επί νομικών προσώπων με τα φυσικά πρόσωπα, που αποτελούν τη διοίκησή τους, με συγγένεια εξ αίματος ή αγχιστείας σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή υιοθεσία και εκ πλαγίου μέχρι τέταρτου βαθμού ή είναι ή υπήρξαν σύζυγοι ή μνηστήρες αυτών.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος αμέσως ειδοποιείται για το διορισμό του με κάθε μέσο, ακόμη και τηλεφωνικά, από τον γραμματέα των πτωχεύσεων. Ο γραμματέας σημειώνει ενυπόγραφα την ειδοποίηση πάνω στο φάκελο της πτώχευσης. Εντός των επόμενων δύο (2) ημερών από την ειδοποίηση αυτή, ο σύνδικος δικαιούται να δηλώσει εγγράφως προς τον εισ­ηγητή ότι αποποιείται το διορισμό του, εκθέτοντας και τους σχετικούς λόγους. Ο εισηγητής απευθύνεται αμέσως προς το πτωχευτικό δικαστήριο για διορισμό νέου συνδίκου.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφαση διορι­σμού νέου συνδίκου αποφαίνεται συγχρόνως, αν η απο­ποίηση οφείλεται σε ασυμβίβαστα του άρθρου 63 παρά­γραφος 2 ή σε σπουδαίο λόγο. Αν δεν συμβαίνει τούτο, ο σύνδικος που παραιτήθηκε δεν μπορεί να διοριστεί σύνδικος για τα επόμενα τρία (3) έτη.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο σύνδικος έχει υποχρέωση να επιμεληθεί για τη δη­μοσίευση, σύμφωνα με το άρθρο 8, περίληψης της απόφα­σης που κηρύσσει την πτώχευση, με πρόσκληση των πι­στωτών να συνέλθουν ενώπιον του εισηγητή στον οριζό­μενο στην απόφαση τόπο και χρόνο, για τη σύνταξη του πίνακα εικαζόμενων πιστωτών και τον ορισμό επιτροπής πιστωτών. Αν ο σύνδικος βραδύνει, η δημοσίευση γίνεται με επιμέλεια του εισηγητή. Αν ματαιωθεί η συνέλευση, για οποιονδήποτε λόγο, η ημερομηνία σύγκλησης της επό­μενης συνέλευσης ορίζεται με απλή πράξη του εισηγητή, η οποία δημοσιεύεται κατά τον ίδιο τρόπο.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος είναι υποχρεωμένος να εγγράψει αμέ­σως τις υποθήκες και προσημειώσεις για τις οποίες υπάρ­χουν τίτλοι κατά οφειλετών της πτώχευσης και να ζητεί από το πτωχευτικό δικαστήριο τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου προς εξασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας.

2. Ο σύνδικος εγγράφει ατελώς, υπέρ της ομάδας των πιστωτών, υποθήκες επί όλων των ακινήτων της πτωχευ­τικής περιουσίας με τίτλο την περίληψη της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση και τον διόρισε που συνοδεύ­εται από έκθεσή του, όπου περιγράφονται τα ακίνητα επί των οποίων ζητεί την εγγραφή και αναφέρει το κατά την κρίση του εικαζόμενο συνολικό ύψος των προς ασφάλεια πιστώσεων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή να επιτρέψει να εξαιρεθούν από τη σφράγιση και να παραδο­θούν σ' αυτόν, όσα πράγματα υπόκεινται σε άμεση φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους ή η διατήρησή τους είναι δα­πανηρή. Τα πράγματα αυτά απογράφονται και εκτιμώνται αμέσως από τον σύνδικο, ενώπιον του αρμόδιου για τη σφράγιση ειρηνοδίκη, ο οποίος προσυπογράφει την έκθε­ση.

2. Ο οφειλέτης ειδοποιείται με οποιοδήποτε μέσο, ακό­μη και τηλεφωνικώς περί του αιτήματος αυτού του συνδί­κου και δικαιούται να προβάλλει τις τυχόν αντιρρήσεις του ενώπιον του εισηγητή εντός της επόμενης ημέρας από την ειδοποίησή του.
 
3. Αν ο εισηγητής χορηγήσει τη σχετική άδεια, ο τόπος και χρόνος της πώλησης των πραγμάτων γνωστοποιείται με τοιχοκόλληση στο κατάστημα του πτωχευτικού δικαστη­ρίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από το διορι­σμό του και εφόσον έχει ολοκληρωθεί η σφράγιση, ζητεί από τον ειρηνοδίκη την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και προβαίνει στην απογραφή της. Ο οφειλέ­της καλείται πριν δυο (2) ημέρες, να παρευρίσκεται κατά την αποσφράγιση και απογραφή. Αν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, στη θέση αυτού καλούνται οι κληρονόμοι του.

2. Η απογραφή γίνεται από τον σύνδικο. Ο σύνδικος μπορεί με την άδεια του εισηγητή να προσλάβει βοηθό της εκλογής του για τη σύνταξη της απογραφής και την εκτί­μηση των πραγμάτων. Για την απογραφή και την εκτίμηση των πραγμάτων συντάσσεται από τον σύνδικο έκθεση που υπογράφεται από τον ίδιο και τα άλλα παρόντα πρό­σωπα. Οι σφραγίδες αφαιρούνται διαδοχικά, ανάλογα με την πορεία της απογραφής και κάθε διακοπή αναφέρεται στην έκθεση και υπογράφεται από όλους τους ανωτέρω. Μέσα στην επόμενη ημέρα από την περάτωση της απογραφής, η έκθεση κατατίθεται στον εισηγητή και όποιος έχει έννομο συμφέρον λαμβάνει από τον γραμματέα αμέ­σως, ατελώς, αντίγραφο.
 
3. Μόλις περατωθεί η απογραφή, τα βιβλία και τα λοι­πά έγγραφα, τα χρεόγραφα, εμπορεύματα, τα χρήματα και όλα τα πράγματα γενικά της πτώχευσης παραδίδονται στον σύνδικο, ο οποίος βεβαιώνει την παράδοση επί του εγγράφου της εκθέσεως απογραφής, αν ήδη δεν έχουν παραδοθεί σε αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 67. (Το άρθρο 68 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 2 Ν. 4055/2012, με ισχύ από 2-4-2012).

Διαβάστε περισσότερα..

Ο σύνδικος, με βάση τα στοιχεία της απογραφής και όσα άλλα έχει στη διάθεσή του, υποβάλλει προς τον ειση­γητή το συντομότερο ειδική αναφορά για την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας και περί του τρόπου συνέχι­σης των εργασιών της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στη συνέλευ­ση των πιστωτών έκθεση σχετικά με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και των αιτίων της πτώχευσης, τις προοπτικές διατήρησης της επιχείρησης, εν όλω ή εν μέρει, τις δυνατότητες βιωσιμότητάς της και υπαγωγής του οφειλέτη σε σχέδιο αναδιοργάνωσης και τις κατά περίπτω­ση προβλεπόμενες συνέπειες ως προς την ικανοποίηση των πιστωτών.

2. Η έκθεση του συνδίκου γνωστοποιείται υποχρεωτι­κά, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν τη συνέλευση των πιστωτών στον εισηγητή, στον οφειλέτη, στην επιτροπή πιστωτών και σε εκπρόσωπο των εργαζομένων, προκειμένου να τοποθετηθούν επ' αυτής.

Διαβάστε περισσότερα..

Το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από πρόταση του συνδίκου και έκθεση του εισηγητή, μπορεί να επιτρέπει την καταβολή του αναγκαίου χρηματικού ποσού προς τον οφειλέτη για τη διατροφή αυτού και της οικογένειάς του. Ο οφειλέτης καλείται στο πτωχευτικό δικαστήριο σε κάθε πε­ρίπτωση.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο σύνδικος λαμβάνει γνώση των επιστολών, τηλεγρα­φημάτων, τηλεομοιοτυπωμάτων και μηνυμάτων μέσω η­λεκτρονικού ταχυδρομείου που απευθύνονται προς τον οφειλέτη, εφόσον κατά την κρίση του έχουν σχέση με την πτώχευση. Ο οφειλέτης καλείται πάντοτε προ δύο (2) ημε­ρών να παρευρίσκεται κατά την αποσφράγισή τους. Ο σύνδικος παραδίδει προς τον οφειλέτη όσες επιστολές κ.λπ. είναι άσχετες με την πτώχευση και είναι υποχρεωμέ­νος σε κάθε περίπτωση να τηρεί εχεμύθεια, διαφορετικά τιμωρείται κατά το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος επιμελείται για την είσπραξη των απαι­τήσεων της πτώχευσης. Ανοίγει ειδικό έντοκο λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στη Ελλάδα στο όνομα του τελούντος σε πτώχευση οφειλέτη και στον οποίο λογαριασμό γίνεται ρητή και εμφανής αναφορά ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, όπου καταθέτει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό του οφειλέτη ή εισπράχθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Εντός τριημέρου από την κατάθεση ο σύνδικος πρέπει να προσκομίζει τη σχε­τική απόδειξη καταθέσεως στον εισηγητή.

2. Κατάθεση από τον σύνδικο οποιουδήποτε χρηματι­κού ποσού της πτώχευσης σε ατομικό λογαριασμό του ή λογαριασμό τρίτου αποτελεί υπεξαίρεση που διώκεται και τιμωρείται κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.
 
3. Ο ειδικός λογαριασμός κινείται από τον σύνδικο μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. Επί πίνακα διανομής που κηρύχθηκε εκτελεστός, σύμφωνα με το άρθρο 153 παράγραφος 2, ο εισηγητής μπορεί να ορίσει ότι τα χρή­ματα θα αποδοθούν απευθείας στους δικαιούχους.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος μπορεί να συνάψει συμβιβασμό, κατά τους όρους του Αστικού Κώδικα (άρθρο 871), για κάθε αξίωση ενοχική ή εμπράγματη που έχει ο οφειλέτης έναντι τρίτων ή οι τρίτοι έναντι του οφειλέτη. Για το συμβιβασμό συνάπτεται συμφωνία μεταξύ του συνδίκου και του άλλου μέρους, με πρακτικό ενώπιον του γραμματέα των πτωχεύ­σεων και υποβάλλεται αμέσως προς επικύρωση στον εισηγητή.

2. Ο οφειλέτης και η επιτροπή των πιστωτών προσκα­λούνται να λάβουν γνώση της συμφωνίας της παραγρά­φου 1 και δικαιούνται να προβάλλουν τις τυχόν αντιρρή­σεις τους ενώπιον του εισηγητή εντός τριών (3) ημερών.
 
3. Αν η αξία του αντικειμένου του συμβιβασμού δεν υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του μονομελούς πρωτοδικείου, ο εισηγητής τον επικυρώνει ο ίδιος ή αρνείται την επικύρωσή του. Κατά της απόφασης του εισηγητή επιτρέπεται στον σύνδικο, στον αντισυμβαλλόμενο, στον οφειλέτη, στην επιτροπή πιστωτών ή σε οποιονδήποτε πι­στωτή, προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. Η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
 
4. Αν η αξία του αντικειμένου του συμβιβασμού υπερ­βαίνει το ανωτέρω ποσό, ο εισηγητής συντάσσει αιτιολο­γημένη έκθεση και υποβάλλει το συμβιβασμό στο πτω­χευτικό δικαστήριο προς επικύρωση ή μη. Κατά της από­φασης του πτωχευτικού δικαστηρίου επιτρέπεται στα πρό­σωπα της προηγούμενης παραγράφου έφεση. Το εφετείο αποφαίνεται αμετακλήτως.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο σύνδικος, σε περίπτωση που για την προώθηση των εργασιών της πτώχευσης απαιτούνται ειδικές γνώσεις τε­χνικής, οικονομικής, λογιστικής ή άλλης φύσεως, τις οποί­ες δεν διαθέτει ο ίδιος, μπορεί, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, να προσλάβει, με οποιαδήποτε συμβατική σχέση (εργασίας, έργου κ.λπ.), τα απαιτούμενα προς υ­ποβοήθηση του έργου του τρίτα πρόσωπα ή τον οφειλέ­τη, των οποίων η αμοιβή θα καθοριστεί, κατ' εύλογη κρίση, από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισηγητή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος εξετάζει τα εμπορικά βιβλία και λοιπά στοιχεία του οφειλέτη και προσκαλεί αυτόν να αναγνωρίσει το περιεχόμενό τους, να βεβαιώσει την κατάστασή τους, να δώσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία και να παρίσταται κατά το κλείσιμο των βιβλίων. Αν ο οφειλέτης έχει αποβιώσει, καλούνται οι κληρονόμοι. Όλοι οι ανωτέρω μπορούν να εκπροσωπηθούν από αντιπρόσωπο εφοδια­σμένο με ειδικό πληρεξούσιο (κατά το άρθρο 93 παράγρα­φος 2 εδάφιο α').

2. Αν ο οφειλέτης δεν έχει καταθέσει ισολογισμό, ο σύνδικος τον καλεί να καταθέσει, ορίζοντας σχετική προ­θεσμία. Αν ο οφειλέτης αρνηθεί ή αδρανήσει, ο σύνδικος συντάσσει ειδική λογιστική κατάσταση, με βάση τα εμπο­ρικά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που συνέλεξε. Αν ο οφειλέτης καταθέσει ισο­λογισμό μεταγενέστερα, ο σύνδικος διορθώνει τη λογιστική κατάσταση με βάση τα νέα στοιχεία.
 
3. Σε κάθε περίπτωση, αν ο σύνδικος θεωρεί αναγκαία τη σύμπραξη του οφειλέτη, πρέπει να απευθυνθεί στον εισηγητή και να του ζητήσει τη λήψη μέτρων κατ' εκείνου, σύμφωνα με το άρθρο 62.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μετά την περάτωση της απογραφής, ο σύνδικος για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών απευθύνεται προς τον εισηγητή και ζητεί από αυτόν να του επιτρέψει την πώληση των εμπορευμάτων και των κινητών εν γένει της πτώχευσης, εφόσον δεν προβλέπεται ότι μπορεί να επιτευχθεί η διατήρηση της επιχείρησης ή η εκποίησή της ως συνόλου.

2. Ο οφειλέτης ειδοποιείται πάντοτε για το αίτημα αυτό του συνδίκου και δικαιούται να προβάλλει τις τυχόν αντιρ­ρήσεις του ενώπιον του εισηγητή εντός των τριών (3) επό­μενων ημερών από την ειδοποίησή του. Με τον ίδιο τρόπο ειδοποιείται και ακούγεται και η επιτροπή πιστωτών.
 
3. Στην άδεια του εισηγητή ορίζεται, αν τα εν λόγω εμ­πορεύματα και κινητά θα πωληθούν ως σύνολο, είτε κατά κατηγορίες, είτε και διακεκριμένα κάθε πράγμα. Περίληψη της άδειας εκποίησης που περιέχει τη φύση και την ποσό­τητα των πραγμάτων, την εκτιμηθείσα αξία τους, την τιμή πρώτης προσφοράς και τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της εκποίησης, δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημο­σιεύσεων του Ταμείου Νομικών δέκα (10) ημέρες πριν την ημέρα της εκποίησης και τοιχοκολλάται στα γραφεία του εισηγητή. Ο εισηγητής μπορεί να διατάσσει και πρόσθετες δημοσιεύσεις.
 
4. Η πώληση γίνεται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή, με ανοικτές προσφορές των ενδιαφερομένων και υπόκειται στην έγκριση του εισηγητή, ο οποίος δεν επι­τρέπει τη σύναψη της πώλησης, αν κρίνει ότι η τιμή που προσφέρθηκε από τον πλειοδότη είναι ασύμφορη και ότι με την επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται να επιτευ­χθεί μεγαλύτερο τίμημα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο, με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση ή μεταγενέστερα μέχρι τη λήψη της κατά το άρθρο 84 απόφασης της συνέλευσης των πιστωτών επί της έκθεσης του συνδίκου, μπορεί, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να επιτρέψει προ­σωρινά τη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που ασκούσε ο οφειλέτης από τον ίδιο ή από τον σύνδικο, εάν αποδεικνύεται ότι έτσι εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των πιστωτών και στο αναγκαίο μέτρο για τη διατήρηση της άυλης αξίας της επιχείρησης.

2. Η απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών επί της έκθεσης του συνδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 84 για την αναστολή λειτουργίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη ή για προσωρινή συνέχισή της, εφαρμόζεται υποχρεωτικά, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ανάκληση ή τροποποίηση της κατά την παράγραφο 1 απόφασης του δικαστηρίου.
 
3. Τα οικονομικά στοιχεία της συνεχιζόμενης επιχείρη­σης ελέγχονται από ορκωτό ελεγκτή. Στον ίδιο έλεγχο υπόκεινται και τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης της οποίας διακόπηκε η συνέχιση της δραστηριότητάς της.

Διαβάστε περισσότερα..

Το πτωχευτικό δικαστήριο αντικαθιστά τον σύνδικο, ο οποίος έχει δηλώσει εγγράφως στον εισηγητή ότι παραιτείται. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η παραίτηση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, ο παραιτηθείς δεν μπορεί να διορισθεί σύνδικος για τα επόμενα τρία (3) χρόνια. Μπορεί επίσης να αντικαταστήσει το σύνδικο οποτεδήποτε, για σπουδαίο λόγο, μετά από πρόταση του εισηγητή που ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση πιστωτή ή της επιτροπής πιστωτών ή του οφειλέτη. Αν ο εισηγητής δεν υποβάλει προς το πτωχευτικό δικαστήριο πρόταση αντικατάστασης του συνδίκου εντός οκτώ (8) ημερών, εκείνοι που ζήτησαν από τον εισηγητή να κινήσει τη σχετική διαδικασία μπο­ρούν να υποβάλουν απευθείας την αίτηση προς το πτω­χευτικό δικαστήριο. Η απόφαση του πτωχευτικού δικα­στηρίου υπόκειται μόνο σε έφεση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Έναντι της ομάδας των πιστωτών και του οφειλέτη ο σύνδικος ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως στην πτωχευτική περιουσία, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του από τον παρόντα κώδικα. Κατά την άσκη­ση των καθηκόντων του οφείλει να επιδεικνύει την επιμέ­λεια του συνετού συνδίκου. Στο ίδιο μέτρο ο σύνδικος ευθύνεται έναντι τούτων και για τις πράξεις τρίτου, στον οποίο χωρίς δικαίωμα ανέθεσε τη διεξαγωγή υπόθεσης της πτώχευσης, ενώ, αν είχε το δικαίωμα ανάθεσης, ευθύνεται μόνο για πταίσμα ως προς την επιλογή του τρίτου και ως προς τις οδηγίες που του έδωσε.

2. Έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από τη δράση του, ο σύνδικος ευθύνεται προσωπικώς μόνο για δόλο ή βαριά αμέλεια. Αν ομαδικό χρέος που δημιουργήθηκε από τη δράση του συνδίκου δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθεί από την πτωχευτική περιουσία, ο σύνδικος υποχρεούται να αποζημιώσει τον ομαδικό πιστωτή, αν από βαριά αμέλεια δεν διέγνωσε ότι η περιουσία δεν προβλέπεται να επαρκέσει για την εκπλήρωση του ομαδικού χρέους τού­του ή διέγνωσε τούτο, αλλά αδιαφόρησε.
 
3. Η ευθύνη του συνδίκου κατά τις διατάξεις περί αδι­κοπραξιών δεν αποκλείεται.
 
4. Σε κάθε περίπτωση που ανακύπτει ευθύνη του συν­δίκου έναντι τρίτων, εις ολόκληρον με αυτόν ευθύνεται και η ομάδα των πιστωτών, η οποία δικαιούται να αναζητήσει από τον σύνδικο κάθε ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει για την αιτία αυτή.
 
5. Κάθε αξίωση κατά του συνδίκου παραγράφεται μετά πάροδο τριών (3) ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του ζημιογόνου γεγονότος. Σε κάθε περίπτωση η αξίωση κατά του συνδίκου παραγράφεται με­τά πάροδο τριετίας από τη λήξη του λειτουργήματός του.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος μετά το πέρας των εργασιών της πτώ­χευσης και αφού εγκριθεί η λογοδοσία του για τη διαχεί­ρισή του, σύμφωνα με το άρθρο 165, δικαιούται να λάβει αντιμισθία. Η αντιμισθία προσδιορίζεται ελεύθερα από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή, με βάση την αξία της πτωχευτικής περιουσίας, το χρόνο της απασχόλησης του συνδίκου και το ωφέλιμο αποτέλεσμα της δραστηριότητάς του για τα συμφέροντα της πτώχευσης.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του συνδίκου και έκθεση του εισηγητή, μπορεί να καθορίσει προσωρινή αντιμισθία έναντι της οριστικής.
 
3. Και στις δύο περιπτώσεις, η επιτροπή των πιστω­τών μπορεί να υποβάλει σχετική έκθεση προς το πτω­χευτικό δικαστήριο επί των κριτηρίων της παραγράφου 1 εδάφιο β'.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η συνέλευση των πιστωτών αποτελείται από όλους τους πιστωτές της πτώχευσης, ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπράγματων ασφαλειών, καθώς και από τους πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν υπό αίρεση.

2. Συγκαλείται αρχικά με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση κατά το άρθρο 7 για τη σύνταξη πίνακα εικαζόμενων πιστωτών και τον ορισμό της επιτροπής των πιστωτών. Η σύγκλησή της διατάσσεται επίσης από τον εισηγητή, όπου προβλέπεται ειδικά στον παρόντα κώδικα. Περίληψη της διάταξης του εισηγητή για τη σύγκληση της συνέλευσης που περιλαμβάνει τον τόπο και χρόνο, καθώς και τα θέματα που θα συζητηθούν δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών δέκα (10) ημέρες πριν την ημέρα της σύγκλησης και τοιχοκολλάται στα γραφεία του εισηγητή. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στην αρχική συνέλευση και σε αυτές που επακο­λουθούν, μέχρι να ολοκληρωθεί η κατά το άρθρο 93 επα­λήθευση, μετέχει κάθε προσερχόμενος πιστωτής, του ο­ποίου πιθανολογείται, κατά την κρίση του εισηγητή, η απαίτησή του κατά του οφειλέτη. Μετά την επαλήθευση των πιστώσεων, στη συνέλευση μετέχουν οι πιστωτές των οποίων έγιναν δεκτές, έστω και προσωρινά, κατά το άρ­θρο 94, οι απαιτήσεις τους.

2. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, απαρτία υπάρχει, αν μετέχουν στη συνέλευση τουλάχιστον οι μισοί από τους πιστωτές, ανεξάρτητα από το ύψος των πιστωμάτων τους. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί α­παρτία, η συνέλευση επαναλαμβάνεται με όσους, ανεξάρ­τητα από τον αριθμό τους, ευρεθούν παρόντες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα.
 
3. Η συνέλευση λαμβάνει αποφάσεις, αν στον παρόντα κώδικα δεν ορίζεται διαφορετικά, κατά πλειοψηφία των παρόντων.
 
4. Στις συνελεύσεις προεδρεύει ο εισηγητής και επικουρείται από τον γραμματέα των πτωχεύσεων, ο οποίος συντάσσει τη σχετική έκθεση, παρίσταται δε και ο σύνδικος, ο οποίος καλείται νομίμως. Κατά τον ίδιο τρόπο κα­λείται και ο οφειλέτης. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μετά το πέρας των επαληθεύσεων, ο εισηγητής, εντός είκοσι (20) ημερών, υποχρεούται να συγκαλέσει τη συνέλευση των πιστωτών που αποφασίζει, αν πρέπει να συνεχιστεί από τον σύνδικο η άσκηση της εμπορικής δρα­στηριότητας της επιχείρησης του οφειλέτη ή ορισμένων κλάδων της για ορισμένο χρονικό διάστημα, αν πρέπει να εκμισθωθεί σε τρίτο η επιχείρηση ως σύνολο ή αν πρέπει να εκποιηθεί η επιχείρηση ως σύνολο ή να γίνει ρευστο­ποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της χωριστά. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με διπλή πλειοψηφία του συνόλου των πιστωτών και των απαιτήσεων, ανεξαρτήτως πόσοι είναι παρόντες.

2. Ο οφειλέτης, ο σύνδικος και η επιτροπή πιστωτών ειδοποιούνται πριν πέντε (5) ημέρες, περί του θέματος αυτού που θα συζητηθεί στη συνέλευση των πιστωτών, και δικαιούνται να προβάλλουν τις τυχόν αντιρρήσεις τους.
 
3. Τη σχετική απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών επικυρώνει με πράξη του ο εισηγητής, εφόσον συμφωνεί, και η πράξη του τοιχοκολλάται στα γραφεία του. Κατά της πράξης του αυτής επιτρέπεται, εντός πέντε (5) ημερών από την τοιχοκόλλησή της, σε όποιον έχει έννομο συμφέ­ρον προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα. Αν ο εισηγητής δεν επικυ­ρώσει την απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, αποφαίνεται αμετάκλητα το πτωχευτικό δικαστήριο, στο οποίο εισάγεται η υπόθεση.
 
4. Αν δεν ληφθεί σχετική απόφαση από την ανωτέρω πλειοψηφία ή η απόφαση δεν επικυρωθεί νομίμως, η δια­δικασία συνεχίζεται με τη ρευστοποίηση των κατ’ ιδίαν στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας χωριστά.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η συνέλευση των πιστωτών που συγκαλείται με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση κατά το άρθρο 7 δύναται να εκλέξει τριμελή επιτροπή πιστωτών. Συγχρό­νως εκλέγει και τρία (3) αναπληρωματικά μέλη, για την περίπτωση μη αποδοχής ή παραίτησης τακτικών μελών της αντίστοιχης κατηγορίας.

2. Ένα μέλος της επιτροπής εκλέγεται από τους εμπραγμάτως ασφαλισμένους, ένα από τους γενικούς προ­νομιούχους και ένα από τους ανέγγυους πιστωτές, το ίδιο δε ισχύει και ως προς τα αναπληρωματικά μέλη. Αν δεν υπάρχουν πιστωτές και από τις τρεις κατηγορίες, το τρίτο μέλος εκλέγουν οι πιστωτές των άλλων δύο κατηγοριών και αν οι πιστωτές ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκλέγουν οι ίδιοι και τα τρία (3) μέλη.
 
3. Αμέσως μετά την εκλογή της η επιτροπή πιστωτών υποχρεωτικά, με δήλωση των μελών της ενώπιον του γραμματέα των πτωχεύσεων, ορίζει κοινό για όλα τα μέλη της αντίκλητο, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η επιτροπή πιστωτών παρακολουθεί την πορεία των εργασιών της πτώχευσης και παρέχει τη συνδρομή στον σύνδικο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Έχει επίσης τις αρμοδιότητες που της παρέχουν οι διατά­ξεις του παρόντος κώδικα.

2. Αν η επιτροπή πιστωτών υποβληθεί σε δαπάνες α­ναγκαίες για την εκτέλεση του έργου της, πρέπει να ζη­τήσει, πριν τη διενέργεια των δαπανών, την άδεια του εισ­ηγητή, η οποία παρέχεται, αφού ακουστεί ο σύνδικος και ο οφειλέτης. Κατά της πράξης του εισηγητή επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το ο­ποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.
 
3. Οι αποφάσεις της επιτροπής πιστωτών είναι έγκυρες, αν λήφθηκαν με τις ψήφους τουλάχιστον δύο (2) με­λών της. Η επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία αν παρίστανται δύο (2) τουλάχιστον από τα μέλη της.
 
4. Η επιτροπή πιστωτών συμμετέχει ή ενεργεί πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα κώδικα, εφόσον έχει συσταθεί.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν τα μέλη της επιτροπής πιστωτών δεν αποδεχθούν την εκλογή τους ή παραιτηθούν και δεν είναι δυνατή η συγκρότησή της, ο εισηγητής συγκαλεί τη συνέλευση των πιστωτών για την εκλογή νέων μελών. Επίσης, η συνέλευ­ση των πιστωτών που συγκαλείται από τον εισηγητή, μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου, μπορεί να ανακαλέσει οποιοδήποτε από τα μέλη της επιτροπής πιστωτών για σπουδαίο λόγο, εκλέγοντας στη θέση του άλλον. Η απόφαση περί εκλογής νέου μέλους ή αντικατάστασης μέλους της επιτροπής λαμβάνεται από τους πιστωτές της αντί­στοιχης κατηγορίας, η οποία τον εξέλεξε.

Διαβάστε περισσότερα..

Τα μέλη της επιτροπής πιστωτών ευθύνονται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας που προκάλεσαν στους πτωχευ­τικούς πιστωτές και στους πιστωτές της ομάδας από δόλο η βαριά αμέλεια, κατά παράβαση των καθηκόντων τους, όπως αυτά προσδιορίζονται με τον παρόντα Κώδικα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στον σύνδικο κατάλογο των πιστωτών του και του ύψους των απαιτήσεών τους, με κάθε στοιχείο που έχει στη διάθεσή του.

2. Ο σύνδικος οφείλει αμέσως να ενημερώσει εγγράφως όλους τους πιστωτές που είναι γνωστής διαμονής, κατοικίας ή έδρας από τα στοιχεία της πτώχευσης και τους καλεί να αναγγείλουν την απαίτησή τους και να καταθέ­σουν, είτε αυτοπροσώπως είτε δια πληρεξουσίου, τα έγ­γραφά τους στον γραμματέα των πτωχεύσεων και τις προθεσμίες εντός των οποίων υποχρεούνται σε αναγγελία και επαλήθευση των απαιτήσεών τους, και επισημαίνει τις συνέπειες από την παράλειψη ή το εκπρόθεσμο της αναγ­γελίας της κατάθεσης των εγγράφων ή της επαλήθευσης των απαιτήσεων.
 
3. Ο σύνδικος οφείλει να ενημερώσει επίσης με τον ίδιο τρόπο και τους πιστωτές με εμπράγματη ασφάλεια και ειδικά προνόμια, επισημαίνοντας σε αυτούς τις συνέπειες που επιφέρει η παράλειψη της αναγγελίας.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η προθεσμία της αναγγελίας των απαιτήσεων των πιστωτών είναι τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση της α­πόφασης που κήρυξε την πτώχευση στο Δελτίο Δικαστι­κών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.

2. Η παράλειψη της αναγγελίας εκ μέρους του πιστω­τή, του οποίου η απαίτηση είναι εξοπλισμένη με εμπράγ­ματη ασφάλεια ή ειδικό προνόμιο, δεν επιφέρει απώλεια της εμπράγματης αγωγής.
 
3. Ο σύνδικος, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αναγγελίας, οφείλει να καταρτίσει πίνακα όλων των αναγγελθέντων πιστωτών, σύμφωνα με τις προηγούμενες πα­ραγράφους, σημειώνοντας το ύψος της κάθε απαίτησης, αν αυτή συνοδεύεται από κάποιο προνόμιο ή εμπράγματη ασφάλεια και τη σειρά κατάταξής της. Ο σύνδικος καταθέ­τει τον πίνακα στον γραμματέα των πτωχεύσεων και αντίγραφο αυτού παραδίδει στον εισηγητή.
 
4. Κάθε πιστωτής έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφο του πίνακα, μέχρι την προηγούμενη της ημέρας που ορί­σθηκε για την επαλήθευση των απαιτήσεων, με σκοπό να προβάλει αντιρρήσεις κατά του ύψους, του είδους και της σειράς κατάταξης της απαίτησης άλλου πιστωτή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αναγγελία γίνεται εγγράφως στον γραμματέα των πτωχεύσεων.

2. Ο πιστωτής αναφέρει το είδος και την αιτία της απαίτησής του, το χρόνο γέννησής της, το ύψος της, καθώς και το αν η απαίτησή του έχει ή όχι προνομιακό χαρακτήρα ή εμπράγματη ασφάλεια και τα περιουσιακά στοιχεία τα ο­ποία είναι αντικείμενο της εμπράγματης ασφάλειας ή ειδι­κού προνομίου ή αν υπάρχει επιφύλαξη κυριότητας. Επί­σης, οφείλει να διορίσει αντίκλητο, στην περιφέρεια του δι­καστηρίου.
 
3. Πιστωτής που έχει τη συνήθη διαμονή, την κατοικία ή την έδρα του στην αλλοδαπή και αναγγέλλει την απαί­τησή του σε κύρια ή δευτερεύουσα πτώχευση που κηρύσ­σεται στην Ελλάδα, υποχρεούται να προσκομίσει επικυ­ρωμένη μετάφραση της αναγγελίας του στην ελληνική γλώσσα.
 
4. Ο πιστωτής της προηγούμενης παραγράφου δεν υποχρεούται σε αναγγελία, αν ο σύνδικος κύριας ή δευτερεύουσας πτώχευσης άλλου κράτους έχει ήδη αναγγείλει αυτόν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέ­σα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επα­λήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζη­τήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστή­ριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρου 54.

2. Η ανακοπή στρέφεται κατά του συνδίκου, καλείται δε στη σχετική δίκη και η επιτροπή των πιστωτών. Η ανα­κοπή μπορεί να ασκηθεί μέχρι και την τελευταία διανομή. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει τις διανομές που έχουν ήδη διαταχθεί από τον εισηγητή. Εάν διαταχθούν νέες διανομές πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, ο ανακόπτων μετέχει σε αυτές για ορι­σμένο ποσό που προσδιορίζεται προσωρινά από τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στον ανακόπτοντα, αλλά φυλάσσεται μέ­χρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Μετά την αναγνώριση της απαίτησης, ο ανακόπτων δικαι­ούται να ζητήσει από τον εισηγητή, να προαφαιρέσει από τα ποσά που δεν έχουν ακόμη διανεμηθεί τα μερίσματα που του αναλογούν από τις προηγηθείσες διανομές.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η επαλήθευση των απαιτήσεων διενεργείται από τον σύνδικο ενώπιον του εισηγητή και αρχίζει τρεις (3) η­μέρες μετά από την πάροδο της προθεσμίας για τις αναγ­γελίες. Η προθεσμία των επαληθεύσεων ορίζεται από τον εισηγητή και δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις (3) μή­νες, μπορεί δε αυτή να παραταθεί από τον εισηγητή. Ο εισηγητής ορίζει επίσης την ημέρα και ώρα της έναρξης των επαληθεύσεων, η οποία γνωστοποιείται στους πιστω­τές από τον σύνδικο με την πρόσκληση του άρθρου 89.

2. Ο πιστωτής, του οποίου επαληθεύεται η απαίτηση, μπορεί να παρίσταται προσωπικά ή δια τρίτου προσώπου εφοδιασμένου με ειδικό πληρεξούσιο που μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο με θεωρημένη την υπογραφή του πιστωτή από οποιαδήποτε δημόσια ή δημοτική αρχή ή δικηγόρο. Εάν πρόκειται για απαιτήσεις του συνδίκου, η επαλήθευση διενεργείται από δύο πιστωτές, οι οποίοι έχουν από τις μεγαλύτερες απαιτήσεις που αναφέρονται στον ισολογισμό και οι οποίοι ορίζονται από τον εισηγητή. Οι πιστωτές, οποίων οι απαιτήσεις επαληθεύτηκαν ή και μόνο αναφέρονται στον ισολογισμό του οφειλέτη, έχουν δικαίωμα να παρευρίσκονται στην επαλήθευση των απαι­τήσεων των λοιπών πιστωτών.
 
3.  Η επαλήθευση γίνεται με αντιπαραβολή των εγγρά­φων του πιστωτή προς τα βιβλία και λοιπά έγγραφα του οφειλέτη. Ο εισηγητής μπορεί πάντοτε με αίτηση κάθε εν­διαφερομένου ή και αυτεπαγγέλτως να ζητήσει την προσ­κόμιση των βιβλίων του πιστωτή ή ακριβούς αποσπάσμα­τος αυτών ως αποδεικτικό μέσο.
 
4. Εάν μία απαίτηση γίνει ολικά ή μερικά δεκτή, ο σύνδικος προβαίνει σε σχετική σημείωση στα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, η οποία θεωρείται από τον εισηγητή.
 
5. Ο εισηγητής συντάσσει έκθεση για την επαλήθευση των απαιτήσεων, η οποία υπογράφεται σε κάθε συνεδρί­αση από αυτόν, τον σύνδικο και τον γραμματέα. Στην έκ­θεση αναφέρεται η ταυτότητα των πιστωτών, σύντομη πε­ριγραφή των κατατεθέντων αποδεικτικών εγγράφων, ση­μείωση των διορθώσεων και διαγραφών, καθώς και αν η απαίτηση έγινε δεκτή ή αμφισβητήθηκε. Η έκθεση αναρτάται για δέκα (10) ημέρες στα γραφεία του εισηγητή.

Διαβάστε περισσότερα..

Σε περίπτωση αμφισβήτησης απαίτησης κατά την επα­λήθευση, ο εισηγητής αποφασίζει την προσωρινή ή μη παραδοχή αυτής, καθορίζοντας και το ποσό της. Η από­φαση αυτή δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και ισχύει μόνο για την παράσταση στις συνελεύσεις και την παρακράτη­ση ανάλογου ποσού σε κάθε διανομή ενεργητικού.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αντιρρήσεις κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων έχουν δικαίωμα να προβάλλουν ο οφειλέ­της, ο σύνδικος, καθώς και οι πιστωτές, των οποίων οι α­παιτήσεις έγιναν προσωρινά ή οριστικά δεκτές.

2. Οι αντιρρήσεις εισάγονται από κοινού στο σύνολό τους, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, ενώπιον του πτωχευ­τικού δικαστηρίου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκού­σιας δικαιοδοσίας, με έκθεση του εισηγητή. Στη συζήτηση κλητεύονται ο οφειλέτης και οι πιστωτές των οποίων αμφι­σβητήθηκαν οι απαιτήσεις, καθώς και αυτοί που υπέβαλαν τις αντιρρήσεις, με επιμέλεια του συνδίκου. Στη διαδικασία μπορεί να παρέμβει όποιος έχει έννομο συμφέρον και η επιτροπή πιστωτών. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο έφεση. Αναίρεση δεν επιτρέπεται κατά των αποφάσεων του παρόντος άρθρου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η πτώχευση του νομικού προσώπου επιφέρει τη λύ­ση του. Τα όργανα του νομικού προσώπου διατηρούνται.

2. Η αίτηση του άρθρου 5 παράγραφος 2 επί νομικών προσώπων υποβάλλεται από το όργανο της διοίκησης. Στη σχετική δίκη καλούνται όλα τα μέλη της διοίκησης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Στην πτώχευση των ομόρρυθμων μελών της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας αναγγέλλονται τόσο οι πιστωτές της εταιρίας, όσο και οι προσωπικοί πιστωτές τους.

2. Η ανάκληση της απόφασης που κηρύσσει την πτώ­χευση της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εμπορικής εται­ρίας, καθώς και η κήρυξη της παύσης των εργασιών της, επιφέρει αντίστοιχα και την ανάκληση της πτώχευσης και την παύση των εργασιών της πτώχευσης και των ομόρ­ρυθμων εταίρων της, οι οποίοι κηρύχθηκαν σε πτώχευση μαζί με την εταιρία, εφόσον συντρέχουν και ως προς αυ­τούς οι προϋποθέσεις ανακλήσεως κατά το άρθρο 57.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν δεν υποβληθεί εγκαίρως η αίτηση για πτώχευση της ανώνυμης εταιρίας (άρθρο 5 παράγραφος 2), τα υπαί­τια για την καθυστέρηση μέλη του διοικητικού της συμβου­λίου ευθύνονται για την αποκατάσταση της ζημίας των εταιρικών πιστωτών, σε σχέση με τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την ημέρα που σύμφωνα με την άνω διάταξη έπρεπε να έχει υποβληθεί η αίτηση, μέχρι την κήρυξη της εταιρίας σε πτώχευση. Την ίδια ευθύνη υπέχει και αυτός που προέτρεψε το μέλος ή τα μέλη του διοικητικού συμ­βουλίου να μην υποβάλουν εγκαίρως την αίτηση.

2. Αν η πτώχευση της εταιρίας προκλήθηκε από δόλο ή βαριά αμέλεια των μελών του διοικητικού συμβουλίου, τα υπαίτια μέλη ευθύνονται σε αποζημίωση έναντι των εται­ρικών πιστωτών. Την ίδια ευθύνη υπέχει και εκείνος που άσκησε την επιρροή του στα μέλη του διοικητικού συμβου­λίου, προκειμένου να προβούν σε πράξεις ή παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα την πτώχευση της εταιρίας.
 
3. Η ευθύνη στις περιπτώσεις των προηγούμενων πα­ραγράφων είναι εις ολόκληρον. Οι σχετικές απαιτήσεις των εταιρικών δανειστών ασκούνται μόνο από τον σύνδικο.
 
4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρ­μόζονται και στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, καθώς και στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία. (Η παρ. 4 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 116 παρ. 3 Ν. 4072/2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε παρούσα ή επαπειλούμενη αδυ­ναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του κατά τρόπο γενικό, δύναται να υπαχθεί στη διαδικασία εξυγίανσης που προβλέπεται στο παρόν κεφά­λαιο με απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου. Νεότερη δια­δικασία εξυγίανσης για τον ίδιο οφειλέτη δεν είναι επιτρε­πτή, αν δεν έχει παρέλθει πενταετία από την επικύρωση προηγούμενης συμφωνίας εξυγίανσης, εκτός αν πρόκειται για συμφωνία που επικυρώνεται κατά το άρθρο 106β. (Το τελευταίο εδάφιο τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 234 παρ. 1 Ν. 4072/2012).

2. Η διαδικασία εξυγίανσης αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία, που αποσκοπεί στη διατήρηση, α­ξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με τη συμφωνία που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών παρα­βλάπτεται, αν προβλέπει ότι οι μη συμβαλλόμενοι στη συμφωνία πιστωτές θα βρεθούν σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν με βάση αναγκαστική εκτέλεση ή, σε περίπτωση που ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, με βάση το όγδοο κεφάλαιο του παρόντος Κώδικα. Για την εκτίμηση της οικο­νομικής θέσης των πιστωτών λαμβάνονται υπόψη τα πο­σά και τυχόν άλλα ανταλλάγματα που θα λάβουν και οι ό­ροι αποπληρωμής των ποσών αυτών.
 
3. Οι σκοποί της παραγράφου 2 επιδιώκονται με τη σύναψη και επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.
 
4. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται είτε να καταρτισθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, είτε και πριν από την έναρξη της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 106β. Στην τελευταία περίπτωση η συμφωνία υποβάλλεται στο δικαστήριο προς επικύρωση με την αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας.
 
5. Η απαιτούμενη συναίνεση της πλειοψηφίας των πι­στωτών για τη σύναψη συμφωνίας εξυγίανσης στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης δύναται να προκύπτει βάσει απόφασης της συνέλευσης των πιστωτών σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ή, χωρίς τη σύγκληση τέτοιας συνέλευ­σης, με την υπογραφή της συμφωνίας εξυγίανσης από πι­στωτές που σχηματίζουν την κατά το άρθρο 106α απαιτούμενη πλειοψηφία.
 
6. Αν ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, με την αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία του παρόντος κεφαλαίου πρέπει να συνυποβάλλεται με το ίδιο δικόγρα­φο αίτηση για την κήρυξη πτώχευσης κατά το άρθρο 5 παρ. 2. Παράλειψη συνυποβολής αίτησης πτώχευσης δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση για υπαγωγή στη διαδικα­σία του παρόντος κεφαλαίου, είναι όμως δυνατή η υποβο­λή αίτησης πτώχευσης από τους πιστωτές ή τον εισαγγελέα πρωτοδικών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του παρόντος Κώδικα. Το άρθρο 98 εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο δεχθεί την αίτηση υποβολής σε διαδικασία εξυγίανσης αναστέλλει με την ίδια απόφαση την εξέταση της αίτησης κήρυξης πτώχευσης μέχρι τη λή­ξη της διαδικασίας εξυγίανσης, άλλως προχωρεί στην εξέ­ταση της αίτησης πτώχευσης. Ως λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης θεωρείται η επικύρωση ή η απόρριψη της αίτη­σης επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης, η πάροδος της κατά το άρθρο 101 παράγραφος 1 προθεσμίας, καθώς και η ανάκληση της απόφασης που άνοιξε τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 5. Σε περίπτωση που το δικαστήριο επικυρώσει τη συμφωνία εξυγίανσης, τεκμαίρεται ότι απορρίπτει την αίτηση κήρυξης πτώχευσης με την απόφαση, με την οποία επικυρώνει τη συμφωνία.
 
7. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρ­μόζονται αναλόγως και σε αιτήσεις του οφειλέτη, πιστω­τών ή του εισαγγελέα πρωτοδικών για την κήρυξη πτώ­χευσης, οι οποίες εκκρεμούν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης υπαγωγής σε διαδικασία του παρόντος κεφαλαίου ή κατατίθενται στο χρονικό διάστημα μετά από την υποβολή της αίτησης αυτής. Στην περίπτωση αυτή και μετά από αίτημα του οφειλέτη ή πιστωτή, η αίτηση κήρυξης της πτώχευσης είτε συνεκδικάζεται είτε αναβάλλεται για συνεκδίκαση με την αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυ­γίανσης.
 
8. Αν ο οφειλέτης περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης, οφείλει να υποβάλει αίτηση πτώχευσης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, αλλά δύναται να ζητήσει την αναστολή της εξέτασης της αίτησης πτώχευσης κατ' ανά­λογη εφαρμογή της παραγράφου 6.
 
9. Αν ο οφειλέτης είναι ανώνυμη εταιρεία και συντρέ­χουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 48 παρ. 1 στοιχείο γ' κ.ν. 2190/1920, αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης η έκδοση απόφασης για τη λύση της εταιρείας και η τυχόν προθεσμία που έχει χορη­γηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι τη λήξη της διαδικασίας εξυγίανσης. Αν ο οφειλέτης είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3190/1955, αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης η έκδοση απόφασης για τη λύση της εταιρείας.
 
10. Αρμόδιο δικαστήριο για τις διαδικασίες του παρό­ντος κεφαλαίου είναι το κατά το άρθρο 4 αρμόδιο πτωχευ­τικό δικαστήριο που, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Οι α­ποφάσεις του δεν υπόκεινται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
 
11. Οι διατάξεις των άλλων κεφαλαίων του παρόντος Κώδικα εφαρμόζονται στις διαδικασίες του παρόντος κε­φαλαίου μόνο στο μέτρο που γίνεται παραπομπή σε αυ­τές.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οφειλέτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 99, δύναται να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο το άνοιγμα δια­δικασίας εξυγίανσης. Στην περίπτωση νομικών προσώ­πων εφαρμόζεται το άρθρο 96 παράγραφος 2.

2. Στην αίτηση προς το πτωχευτικό δικαστήριο πρέπει να περιγράφονται η επιχείρηση του οφειλέτη, η οικονομική του κατάσταση με παράθεση των πιο πρόσφατων οικονο­μικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν οφει­λών του προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, τα αίτια της οικονομικής του αδυναμίας, τα προτεινόμενα μέ­τρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής αδυναμίας και οι τυχόν διαπραγματεύσεις που έχουν ήδη λάβει χώρα με τους πιστωτές. Ιδιαίτερα γίνεται περιγραφή του μεγέθους της επιχείρησης, του προσωπικού που απασχολεί, καθώς και της κατάστασης και των προοπτικών της αγοράς, στην οποία ο οφειλέτης δραστηριοποιείται. Με την αίτηση ο οφειλέτης οφείλει να καταθέσει, με ποινή απαραδέκτου, τις οικονομικές του καταστάσεις (εφόσον υπάρχουν) για την τελευταία χρήση, για την οποία είναι διαθέσιμες, βεβαίωση της αρμόδιας οικονομικής υπηρεσίας για τα χρέη του οφει­λέτη προς το Δημόσιο και άλλα έγγραφα που στηρίζουν τα παρεχόμενα από τον οφειλέτη στοιχεία, βεβαιωμένα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους από τον υπεύ­θυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου, όπου υπάρχει, και από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης. Στην περί­πτωση των κεφαλαιουχικών εταιριών, οι ως άνω οικονομι­κές καταστάσεις πρέπει να είναι δημοσιευμένες και εγκε­κριμένες από γενική συνέλευση. Στην περίπτωση των λοι­πών επιχειρήσεων, αλλά και όταν πρόκειται για ενδιάμε­σες οικονομικές καταστάσεις, εφόσον υπάρχουν, αυτές πρέπει να είναι δημοσιευμένες σε μία οικονομική εφημε­ρίδα και ελεγμένες. Με την ίδια αίτηση ο οφειλέτης δύναται να ζητά σύγκληση της συνέλευσης των πιστωτών (άρθρο 105) ή και ορισμό μεσολαβητή (άρθρο 102).
 
3. Η αίτηση προς το δικαστήριο συνοδεύεται, με ποινή απαραδέκτου, από έκθεση εμπειρογνώμονα της επιλογής του οφειλέτη, στην οποία επισυνάπτεται κατάλογος των περιουσιακών στοιχείων και των πιστωτών του οφειλέτη, με ειδική μνεία των ενέγγυων πιστωτών και αναλύονται οι πιθανότητες εξυγίανσης της επιχείρησης. Επίσης, εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τα οικονομικά στοιχεία του οφειλέτη, την κατάσταση της αγοράς, τη βιω­σιμότητα της επιχείρησης του οφειλέτη και με το κατά πόσο η εξυγίανση της επιχείρησης του οφειλέτη δεν παρα­βλάπτει τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης ζητά τη λήψη προληπτικών μέτρων κατά το άρ­θρο 103, ο εμπειρογνώμονας διατυπώνει τη γνώμη του και ως προς την ανάγκη λήψης τους. Τα στοιχεία της πα­ρούσας παραγράφου δύνανται να περιλαμβάνονται στην αίτηση του οφειλέτη, οπότε ο εμπειρογνώμονας θα βεβαι­ώνει την ακρίβειά τους και κατά πόσο συμμερίζεται τις εκφερόμενες στην αίτηση εκτιμήσεις. 
 
4. Ο κατά την παράγραφο 3 εμπειρογνώμονας είναι πι­στωτικό ίδρυμα που παρέχει νόμιμα υπηρεσίες στην Ελλά­δα σύμφωνα με το ν. 3601/2007 (Α' 178), νόμιμος ελεγ­κτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στο ν. 3693/2008 (Α' 174). Αν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ως εμπειρογνώμονας δύναται να ορίζεται και ελεγκτής πτυχιούχος ανωτάτης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.) και κάτοχος άδειας Λο­γιστή Φοροτεχνικού Α1 τάξεως του ν. 2515/1997 (Α' 154).
 
5. Η αίτηση προς το δικαστήριο συνοδεύεται, με ποινή απαραδέκτου, από γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Πα­ρακαταθηκών και Δανείων τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ και σε περίπτωση οφειλέτη ανώνυμης εταιρίας επτά χιλιά­δες (7.000) ευρώ για την αντιμετώπιση των αμοιβών του εμπειρογνώμονα και του τυχόν μεσολαβητή ή του τυχόν ειδικού εντολοδόχου, τη διενέργεια δημοσιεύσεων και τη σύγκληση των συνελεύσεων των πιστωτών και των εταί­ρων ή μετόχων. Στην περίπτωση οφειλετών φυσικών προ­σώπων ή αν με την αίτηση δεν ζητείται η σύγκληση συνέ­λευσης ή διορισμός μεσολαβητή, το παραπάνω παράβολο ορίζεται σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση α­πόρριψης της αίτησης διατάσσεται από το δικαστήριο η επιστροφή του παραβόλου στον οφειλέτη, ενώ σε περί­πτωση αποδοχής της το ποσό του παραβόλου αναλαμβά­νεται από το πρόσωπο που θα ορίσει το δικαστήριο (τον τυχόν μεσολαβητή, τον εμπειρογνώμονα ή τον τυχόν ειδι­κό εντολοδόχο).
 
6. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος εντός διμήνου από την υποβολή της. Ο αρμόδιος δικαστής δύναται κατά το άρθρο 748 παράγραφος 3 Κ.Πολ.Δ. να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και την προθεσμία της κλήτευσης. Εφόσον υπάρχουν χρέη του οφειλέτη προς το δημόσιο ή προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση τούτων. Στη συζήτηση δύναται να παραστεί και να ακουσθεί και εκπρόσωπος των εργα­ζομένων. (Το τελευταίο εδ. της παρ. 6 τίθεται όπως προστέ­θηκε με το άρθρο 234 παρ. 2 Ν. 4072/2012). 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο, εφόσον προβλέπει ότι η επίτευξη της συμφωνίας είναι δυνατή, ότι υπάρχουν βά­σιμες προσδοκίες επιτυχίας της προτεινόμενης εξυγίανσης και ότι δεν παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 99 παρ. 2, απο­φασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ορίζει μεσο­λαβητή, σύμφωνα με το άρθρο 102. Ο πρόεδρος του πτω­χευτικού δικαστηρίου δύναται με πράξη του ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, του μεσολαβητή ή πιστωτή να παρα­τείνει την περίοδο αυτή για ένα (1) ακόμη μήνα. (Η παρ. 1 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 234 παρ. 3 Ν. 4072/2012. Σύμφωνα δε με την παρ. 13 του ίδιου άρθρου η προθεσμία των δύο (2) μηνών δεν συμπληρώνεται πριν από την παρέλευση ενός (1) μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου -11/4/2012-, εκτός αν η προθεσμία των τεσ­σάρων (4) μηνών που προέβλεπε η αντικατασταθείσα παρά­γραφος 1 συμπληρώνεται νωρίτερα).

2. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται στο Γενι­κό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) και στο Δελτίο Δικαστι­κών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Τομέας Νομικών). 
 
3. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επιτρέπεται έφεση κατά τις κοινές διατάξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για τη διευκόλυνση επίτευξης συμφωνίας εξυγίαν­σης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών του, το πτωχευτικό δι­καστήριο κατ' αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτών ή και αυτεπαγγέλτως δύναται να διορίσει μεσολαβητή είτε με την α­πόφαση που ανοίγει τη διαδικασία είτε και με μεταγενέ­στερη απόφαση. Ο μεσολαβητής δύναται να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

2. Ο μεσολαβητής επιλέγεται ελεύθερα από το δικα­στήριο, που λαμβάνει υπόψη τις προτάσεις του οφειλέτη ή των πιστωτών. Ιδίως δύναται να διορισθεί ως μεσολαβη­τής πρόσωπο του καταλόγου του άρθρου 63 παράγραφος 1 ή και διαμεσολαβητής του ν. 3898/2010 (Α* 211) για τη διαμεσολάβηση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ως μεσολαβητής δύναται να διορισθεί και ο εμπειρογνώμονας του άρθρου 100.
 
3. Ο διορισμός μεσολαβητή είναι υποχρεωτικός, αν το ζητήσει ο οφειλέτης. Ο οφειλέτης υποχρεούται να ζητήσει το διορισμό μεσολαβητή, αν ζητά τη σύγκληση συνέλευ­σης των πιστωτών σύμφωνα με το άρθρο 105.
 
4. Ο μεσολαβητής έχει ως αποστολή να επιτύχει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστω­τών του, που να είναι ικανή να επικυρωθεί από το δικα­στήριο. Για την εκπλήρωση των καθηκόντων του ο μεσο­λαβητής δύναται να ζητά από τον οφειλέτη όλα τα κατά την κρίση του αναγκαία οικονομικά στοιχεία και να λαμβά­νει αντίγραφα από τα εμπορικά και λογιστικά βιβλία του. Δύναται επίσης να ζητά πληροφορίες σχετικές με τη χρηματοοικονομική κατάσταση του οφειλέτη από το δημόσιο και από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και από πιστωτικά και λοιπά χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά παρέκ­κλιση από τις κείμενες διατάξεις για το τραπεζικό, χρηματιστηριακό και φορολογικό απόρρητο. Οι ως άνω φορείς είναι υποχρεωμένοι να παράσχουν μέσα σε δέκα (10) ημέ­ρες από την υποβολή σε αυτούς σχετικού αιτήματος του μεσολαβητή ή, σε περίπτωση μη διορισμού μεσολαβητή, του ίδιου του οφειλέτη, χωρίς επιβάρυνση, αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα. Σε περίπτωση υπαίτιας παράλειψης πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος να συμμορφωθεί με τις υπο­χρεώσεις της παραγράφου αυτής, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να επιβάλλει κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 55Α του καταστατικού της (ν. 3434/1927, Α' 298, ως ισχύει).
 
5. Αν ο μεσολαβητής διαπιστώσει ότι η επίτευξη συμ­φωνίας είναι ανέφικτη ή ότι ο οφειλέτης εγκαταλείπει την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας εξυγίανσης, ενημερώ­νει χωρίς καθυστέρηση τον πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου, ο οποίος εισάγει αμελλητί την υπόθεση στο δικαστήριο, προκειμένου να ανακαλέσει την απόφαση που άνοιξε τη διαδικασία και να θέσει τέλος στην αποστολή του μεσολαβητή. Το προηγούμενο εδάφιο μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά και μετά από αίτηση πιστωτή, αν δεν υ­πάρχει μεσολαβητής ή ο υπάρχων μεσολαβητής δεν προ­βαίνει σε σχετική ενημέρωση του δικαστηρίου, μολονότι αποδεικνύεται ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις της ανάκλη­σης. Η απόφαση του δικαστηρίου κοινοποιείται στον οφει­λέτη. (Το 2ο εδ. προστέθηκε με το άρ. 234 §4 Ν. 4072/12).
 
6. Με την απόφαση με την οποία ανοίγει τη διαδικασία ή και με μεταγενέστερη απόφαση, το δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή του, δύναται να ορίσει πρόσωπο από τον κατάλογο του άρθρου 63 παράγραφος 1 ως ειδικό εντολοδόχο, για τη διενέργεια ειδικών πράξε­ων, τις οποίες ορίζει το δικαστήριο, ιδίως για τη διαφύλαξη της περιουσίας του οφειλέτη, τη διενέργεια ειδικών διαχει­ριστικών πράξεων ή την επίβλεψη της εκτέλεσης της συμ­φωνίας εξυγίανσης. Τα καθήκοντα αυτά δύνανται να ανα­τεθούν και στο μεσολαβητή. Η απόφαση ορίζει τις πράξεις στις οποίες δύναται να προβαίνει ο ειδικός εντολοδόχος και τη διάρκεια της εντολής, η οποία δεν μπορεί να υπερ­βαίνει τη διάρκεια της συμφωνίας εξυγίανσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου για το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης ή με απόφαση του προέδρου του που λαμβάνεται κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον και δικάζεται με τη διαδικα­σία των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να αναστέλλονται από την κατάθεση της αίτησης για το άνοιγμα της διαδι­κασίας εξυγίανσης και μέχρι τη λήξη της εν όλω ή εν μέρει τα ατομικά μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περι­ουσίας του οφειλέτη. Η αναστολή καταλαμβάνει τις υπο­χρεώσεις του οφειλέτη που είχαν γεννηθεί πριν από την υ­ποβολή της αίτησης για το άνοιγμα διαδικασίας εξυγίαν­σης, το δικαστήριο όμως ή κατά περίπτωση ο πρόεδρος δύναται σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επεκτείνει την ανα­στολή και σε νεότερες απαιτήσεις. Κατά τη διάρκεια της αναστολής αναστέλλεται η παραγραφή κατά το άρθρο 255 του Αστικού Κώδικα. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση της διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησης του οφειλέτη.

2. Εφόσον συντρέχει σπουδαίος επιχειρηματικός ή κοινωνικός λόγος, η αναστολή μπορεί να επεκτείνεται και σε εγγυητές ή λοιπούς συνοφειλέτες του οφειλέτη.
 
3. Το πτωχευτικό δικαστήριο ή κατά περίπτωση ο πρό­εδρός του δύναται επίσης με την ίδια διαδικασία να διατάξει και οποιοδήποτε άλλο από τα προβλεπόμενα στο άρ­θρο 10 προληπτικά μέτρα. Τα προληπτικά μέτρα όμως δεν θίγουν τα δικαιώματα από συμφωνία παροχής χρημα­τοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (Α' 263) ή από ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού κατά την έννοια της ίδιας διάταξης και ανεξ­άρτητα από το αν η ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού περιέχεται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής α­σφάλειας ή σε συμφωνία της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής ασφάλειας. Επίσης δεν θίγεται το δι­καίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περί­πτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υ­περήμερος ως προς την καταβολή έξι (6) ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διατήρηση των αναγκαίων θέσεων εργασίας μέχρι την επικύρωση ή την απόρριψη του σχεδίου εξυγίανσης. (Το τελευταίο εδ. τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 234 παρ. 5Ν. 4072/2012).
 
4. Κατά τη συζήτηση της αίτησης για τη λήψη προλη­πτικών μέτρων το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήτευση ενός ή περισσότερων πιστωτών του οφειλέτη. Η κλήτευση μπορεί να γίνεται με τα μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 686 παράγραφος 4 Κ.Πολ.Δ..
 
5. Στα προληπτικά μέτρα των προηγούμενων παρα­γράφων δύνανται να τίθενται εξαιρέσεις, αν συντρέχει σπουδαίος κοινωνικός λόγος, όπως, ενδεικτικά, προκειμένου να καταβληθούν σε πιστωτή ποσά που είναι αναγκαία για τη διατροφή τούτου ή της οικογένειάς του ή για την ικανοποίηση απαιτήσεων διατροφής άλλων προσώπων. Απαιτήσεις εργαζομένων για μισθούς δεν καταλαμβάνο­νται από τα προληπτικά μέτρα, εκτός αν το δικαστήριο επεκτείνει την αναστολή της παραγράφου 1 και στις απαι­τήσεις αυτές για σπουδαίο λόγο και για ορισμένο χρόνο ειδικά αναφερόμενους στην απόφαση. (Η παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 234 παρ. 6 Ν. 4072/2012).
 
6. Ο πρόεδρος του πτωχευτικού δικαστηρίου δύναται οποτεδήποτε να ανακαλεί ή να μεταρρυθμίζει κατά περί­πτωση τα κατά τις προηγούμενες παραγράφους προλη­πτικά μέτρα με αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον.
 
7. Προληπτικά μέτρα που διατάχθηκαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή τυχόν προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε παύουν να ισχύουν μετά πάροδο δύο (2) μηνών από το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 101. (Η παρ. 7 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 234 παρ. 7 Ν. 4072/2012). 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η συμφωνία εξυγίανσης συνάπτεται εντός της προ­θεσμίας του άρθρου 101 παράγραφος 1. Εντός της ίδιας προθεσμίας κατατίθεται η αίτηση για την επικύρωσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η διαδικασία θεωρείται αυτοδικαίως λήξασα και το λειτούργημα του τυχόν διορισθέντος μεσο­λαβητή και του τυχόν διορισθέντος ειδικού εντολοδόχου του άρθρου 102 παράγραφος 6 περαιωμένο.

2. Κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμ­φωνίας εξυγίανσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να παρέχει στο μεσολαβητή, και αν δεν έχει διορισθεί μεσολαβητής, στους πιστωτές του και τον εμπειρογνώμονα όλες τις πληροφορίες, που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση της κα­τάστασης της επιχείρησης και των προοπτικών της. Οι πληροφορίες παρέχονται από τον οφειλέτη είτε μετά από αίτηση των προσώπων αυτών ή και χωρίς αίτηση, αν η μη παροχή τους θα μπορούσε να δημιουργήσει στους πιστω­τές παραπλανητική εικόνα της επιχείρησης. Σε περίπτωση μη παροχής πληροφοριών που έχουν ζητηθεί, ιδίως για τη διαφύλαξη επιχειρηματικών απορρήτων, ο οφειλέτης οφεί­λει να επεξηγεί τους λόγους της μη παροχής τους. ­

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την απόφαση για το άνοιγμα διαδικασίας εξυγί­ανσης το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται να αποφασίσει κατόπιν αίτησης του οφειλέτη τη σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών, προκειμένου να λάβει απόφαση για την α­ποδοχή της συμφωνίας εξυγίανσης.

2. Δικαιούνται να μετάσχουν στη συνέλευση όλοι οι πιστωτές, ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπραγμάτων ασφα­λειών, οι απαιτήσεις των οποίων υπήρχαν κατά την ημέρα ανοίγματος της διαδικασίας, έστω και αν δεν είναι ληξιπρό­θεσμες ή τελούν υπό αίρεση.
 
3. Για τη συμμετοχή των πιστωτών στη συνέλευση, θα πρέπει οι απαιτήσεις τους να περιλαμβάνονται στον πίνα­κα πιστωτών, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο κατά το άρθρο 100 παράγραφος 3, και οι οποίοι προκύπτουν από τα βιβλία του οφειλέτη ή έχουν αναγνωριστεί ή πιθανο­λογηθεί με απόφαση δικαστηρίου οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας, ακόμη και με τη διαδικασία των ασφαλιστι­κών μέτρων. Ο πρόεδρος του πτωχευτικού δικαστηρίου δύναται, κρίνοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέ­τρων, να επιτρέψει τη συμμετοχή στη συνέλευση πιστωτή, η απαίτηση του οποίου δεν εμφανίζεται στα βιβλία του οφειλέτη και δεν έχει αναγνωριστεί ή πιθανολογηθεί με δικαστική απόφαση. Με τον ίδιο τρόπο νομιμοποιούνται να συμμετάσχουν και πιστωτές που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα πιστωτών, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο κατά το άρθρο 100 παράγραφος 3, καθώς και πιστωτές που προέκυψαν μετά την κατάρτιση του πίνακα και μέχρι την ημέρα ανοίγματος της διαδικασίας. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 121 εφαρμόζεται αναλόγως.
 
4. Για την πρόσκληση των πιστωτών μεριμνά ο μεσο­λαβητής. Η πρόσκληση που περιλαμβάνει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, καθώς και τον τόπο και το χρόνο της συνέλευσης λαμβάνει χώρα δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα της συνέλευσης. Η πρόσκλη­ση γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών, που είναι ικανό να αποδείξει την πρόσκληση κάθε πιστωτή και το χρόνο της. Επιπλέον η πρόσκληση δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσι­εύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Τομέας Νομικών). Σε περίπτωση πιστωτών, το πρό­σωπο ή η διεύθυνση των οποίων είναι άγνωστα, ως πρόσφορο μέσο θεωρείται και η δημοσίευση σε μια πολι­τική και μια οικονομική εφημερίδα που πληρούν τις προϋ­ποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 2 στοιχεία β' και γ' του κ.ν. 2190/1920.
 
5. Δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνέλευ­ση των πιστωτών τίθενται στην διάθεσή τους το σχέδιο συμφωνίας εξυγίανσης υπογεγραμμένο από τον οφειλέτη και συνοδευόμενο από τον πίνακα των πιστωτών, που δι­καιούνται να μετάσχουν στη συνέλευση, καθώς και έκθε­ση εμπειρογνώμονα, που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 100 παράγραφος 4. Δεν απο­κλείεται εμπειρογνώμονας να είναι ο εμπειρογνώμονας του άρθρου 100 παράγραφος 3. Στην έκθεση αυτή πρέπει να εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώμονα σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων επικύρωσης της συμφω­νίας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 106ζ παράγραφοι 1 έως και 3.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο μεσολαβητής ή, αν ο μεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, ο εκπρόσωπός του προεδρεύει της συνέλευ­σης και αποφασίζει για την τυχόν αναβολή της σε ημερο­μηνία, που δεν δύναται να απέχει περισσότερο από δέκα (10) ημέρες.

2. Κατά τη συζήτηση του σχεδίου συμφωνίας εξυγίαν­σης δύνανται να επέρχονται τροποποιήσεις, εφόσον τις αποδεχθεί ο οφειλέτης και εφόσον με αυτές δεν θίγονται απαιτήσεις που δεν έθιγε το αρχικό σχέδιο.
 
3. Ως προς την ψηφοφορία και τη συζήτηση στη συνέ­λευση εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 116 και 117.
 
4. Για την έγκυρη λήψη απόφασης από τη συνέλευση απαιτείται να παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται πιστωτές που εκπροσωπούν το πενήντα τοις εκατό (50%) του συν­όλου των απαιτήσεων των πιστωτών. Για την αποδοχή του σχεδίου συμφωνίας εξυγίανσης απαιτείται πλειοψηφία των πιστωτών που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) των απαιτήσεων των πιστωτών, που παρίστανται στη συνέλευση, στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των απαιτήσεων των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξ­ασφαλισμένων πιστωτών, που παρίστανται στη συνέλευ­ση.
 
5. Σε περίπτωση αποδοχής του σχεδίου συμφωνίας εξυγίανσης η συνέλευση εξουσιοδοτεί ένα ή περισσότερα πρόσωπα να υπογράψουν τη συμφωνία εξυγίανσης, άλ­λως τη συμφωνία υπογράφουν όλοι οι παρευρισκόμενοι ή αντιπροσωπευόμενοι πιστωτές που υπερψήφισαν τη συμ­φωνία. Η συνέλευση δύναται με την απόφασή της να εξου­σιοδοτεί τα πρόσωπα αυτά να επιφέρουν τροποποιήσεις στη συμφωνία εξυγίανσης για τη συμμόρφωση με όρους που τυχόν θα θέσει το πτωχευτικό δικαστήριο για την επι­κύρωσή της σύμφωνα με το άρθρο 106ζ παράγραφος 4.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η συμφωνία εξυγίανσης υπογράφεται από τον οφει­λέτη και, αν έχει λάβει χώρα συνέλευση των πιστωτών, από τα πρόσωπα που παρίστανται ή έχουν εξουσιοδο­τηθεί προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 5, ενώ, αν δεν έχει λάβει χώρα συνέλευση των πιστωτών, από πιστωτές που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο περιλαμ­βάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων.

2. Στη δεύτερη περίπτωση της παραγράφου 1 τα πο­σοστά υπολογίζονται με βάση τις υφιστάμενες κατά την ημέρα ανοίγματος της διαδικασίας απαιτήσεις, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιστωτές που δεν θίγονται από τη συμφωνία εξυγίανσης κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 116 παράγραφος 3. Για τον καθορισμό των πιστωτών που δύνανται να συνυπογράψουν τη συμφωνία και να προσμετρηθούν στα ποσοστά της παραγράφου 1 εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 105 παράγραφοι 2 και 3. (Το άρθρο 106α τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Είναι δυνατόν να συναφθεί και να υποβληθεί στο δικαστήριο για επικύρωση σύμφωνα με το άρθρο 106στ συμφωνία εξυγίανσης και πριν από την έναρξη της δια­δικασίας εξυγίανσης, αν έχει υπογράφει από πιστωτές σύμφωνα με το άρθρο 106α. Στην περίπτωση αυτή ο υπο­λογισμός του ποσοστού των συμβαλλόμενων πιστωτών γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που επισυνάπτεται στη συμφωνία εξυγίανσης και αναφέρεται σε ημερομηνία που δεν προηγείται της ημερομηνίας υποβολής της συμ­φωνίας στο δικαστήριο περισσότερο από τρεις μήνες.

2. Στην περίπτωση αυτή από την κατάθεση της συμ­φωνίας εξυγίανσης προς επικύρωση και μέχρι τη λήψη απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου για την επικύρω­ση ή μη της συμφωνίας εξυγίανσης δύνανται να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρ­θρου 103. (Το άρθρο 106β τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και κατά τις οικείες διατάξεις απαιτείται για την εκπλήρωση ορισμένων όρων της συμφωνίας εξυγίανσης απόφαση της συνέλευ­σης των μετόχων ή των εταίρων, η σχετική απόφαση είτε λαμβάνεται πριν από την υπογραφή της συμφωνίας εξυγί­ανσης από τον οφειλέτη είτε τίθεται ως αναβλητική αίρε­ση για τη θέση της σε ισχύ.

2. Αν ένας ή περισσότεροι μέτοχοι ή εταίροι Ε.Π.Ε. δηλώνουν ότι δεν θα παραστούν στη σχετική συνέλευση ή δεν θα υπερψηφίσουν την αντίστοιχη απόφαση, καθώς και όταν δεν παραστούν ή δεν υπερψηφίσουν την απόφαση σε συνέλευση που έχει λάβει χώρα και έχει συγκληθεί ή πρόκειται να συγκληθεί νέα συνέλευση με τα ίδια θέματα, το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται, αν κρίνει ότι η άρνηση είναι καταχρηστική, δικάζοντας με τη διαδικασία των α­σφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, να διορίσει ειδικό εκπρόσωπο, που θα ασκήσει το δικαίωμα παράστασης και ψήφου αντί των μετόχων ή των εταίρων αυτών. Θεωρείται ότι αρνούνται καταχρηστικά οι μέτοχοι ή οι εταίροι ιδίως αν το δικαστήριο κρίνει ότι χωρίς την επίτευξη συμφωνίας εξυγίανσης ο οφειλέτης αναμένεται να πτωχεύσει και ότι σε περίπτωση εκκαθά­ρισης του οφειλέτη κατά το κεφάλαιο όγδοο οι μέτοχοι ή οι εταίροι δεν θα λάβουν μέρος στο προϊόν της εκκαθάρισης. Η κοινοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου στην εται­ρία υποκαθιστά την κατά το νόμο διαδικασία νομιμοποί­ησης του εταίρου ή μετόχου για τη συμμετοχή του στη συνέλευση.
 
3. Στην περίπτωση που για την εκπλήρωση ορισμένων όρων της συμφωνίας απαιτείται η σύμπραξη τρίτων πρόσωπων που δεν συμβάλλονται, αυτή είτε παρέχεται με σχετική δήλωση τούτων σε έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και συνοδεύει τη συμφωνία είτε τίθεται ως αναβλητική αίρεση στη συμφωνία για τη θέ­ση της σε ισχύ. (Το άρθρο 106γ τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

Το δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημό­σιες επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, φορείς κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης, δύνανται να συναινούν στη σύν­αψη συμφωνίας εξυγίανσης είτε συμμετέχοντας και ψηφί­ζοντας σε συνέλευση των πιστωτών είτε υπογράφοντας τη συμφωνία με τους ίδιους όρους που θα συναινούσε υπό τις αυτές συνθήκες ιδιώτης πιστωτής ακόμη και όταν με τη συμφωνία ο δημόσιος φορέας παραιτείται από προνόμια και εξασφαλίσεις ενοχικής ή εμπράγματης φύσεως. (Το άρθρο 1065 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να έχει ως αντικεί­μενο οποιαδήποτε ρύθμιση του ενεργητικού και του πα­θητικού του οφειλέτη και ιδίως:

α. Τη μεταβολή των όρων των υποχρεώσεων του οφει­λέτη. Η μεταβολή αυτή δύναται ενδεικτικά να συνίσταται στη μεταβολή του χρόνου εκπλήρωσης των απαιτήσεων, περιλαμβανόμενης της τροποποίησης των όρων υπό τους οποίους δύναται να ζητηθεί η πρόωρη αποπληρωμή τους, στη μεταβολή του επιτοκίου, στην αντικατάσταση της υπο­χρέωσης καταβολής επιτοκίου με την υποχρέωση καταβο­λής μέρους των κερδών, στην αντικατάσταση απαιτήσεων με μετατρέψιμες ή μη ομολογίες έκδοσης του οφειλέτη ή στην υποχρέωση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πι­στωτών να δεχθούν την εναλλαγή υποθηκικής ή ενεχυρικής τάξης υπέρ νέων πιστωτών του οφειλέτη. Δεν θίγονται οι πιστώσεις που είναι εξασφαλισμένες με συμφωνία χρηματοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 στο μέτρο που ικανοποιούνται από την ασφάλεια αυτή, εκτός αν συμφωνήσει διαφορετικά ο ασφαλειολήπτης.
 
β. Την κεφαλαιοποίηση υποχρεώσεων του οφειλέτη με την έκδοση μετοχών κάθε είδους ή κατά περίπτωση εται­ρικών μεριδίων. Πριν από την κεφαλαιοποίηση δύναται να λαμβάνει χώρα μείωση του μετοχικού κεφαλαίου για την απόσβεση ζημιών σε κάθε περίπτωση ή αν οι μετοχές του οφειλέτη είναι εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά ή πολυ­μερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, για το σχηματισμό αποθεματικού. Στην τελευταία περίπτωση δεν απαιτείται να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 4 παράγραφος 4α του κ.ν. 2190/1920 περί σχέσης της χρηματιστηριακής προς την ονομαστική αξία.
 
γ. Τη ρύθμιση των σχέσεων των πιστωτών μεταξύ τους μετά από την επικύρωση της συμφωνίας είτε υπό την ιδιότητά τους ως πιστωτών είτε σε περίπτωση κεφαλαιο­ποίησης, υπό την ιδιότητά τους ως μετόχων ή εταίρων. Ενδεικτικά η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να προβλέπει ότι μία κατηγορία πιστωτών δεν δύναται να ζητήσει την αποπληρωμή των απαιτήσεων προς αυτήν πριν από την πλήρη ικανοποίηση μιας άλλης, να ρυθμίζει θέματα διοίκη­σης της επιχείρησης του οφειλέτη μετά την κεφαλαιοποίη­ση απαιτήσεων των πιστωτών, να ρυθμίζει θέματα σε σχέ­ση με τη μεταβίβαση των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων που θα προκύψουν από την κεφαλαιοποίηση, όπως εν­δεικτικά δικαίωμα ή υποχρέωση των μετόχων μειοψηφίας σε περίπτωση πώλησης της πλειοψηφίας των μετοχών να πωλήσουν τις μετοχές τους με τους ίδιους όρους με τους οποίους γίνεται η πώληση της πλειοψηφίας.
 
δ. Τη μείωση των απαιτήσεων έναντι του οφειλέτη.
 
ε. Την εκποίηση επί μέρους περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
 
στ. Την ανάθεση της διαχείρισης της επιχείρησης του οφειλέτη σε τρίτο με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση περιλαμβανομένης ενδεικτικά της εκμίσθωσης ή της σύμ­βασης διαχείρισης.
 
ζ. Τη μεταβίβαση του συνόλου ή μέρους της επιχείρη­σης του οφειλέτη σε τρίτο ή σε εταιρεία των πιστωτών κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 106θ.
 
η. Την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών για κάποιο διάστημα μετά την επικύρωση της συμφωνίας. Η αναστολή αυτή δεν θα δεσμεύει τους μη συμβαλλόμε­νους πιστωτές για διάστημα που υπερβαίνει τους έξι (3) μήνες από την επικύρωση της συμφωνίας. (Η περ. η τίθε­ται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 234 παρ. 8 Ν. 4072/12).
 
θ. Το διορισμό προσώπου που θα επιβλέπει την εκτέ­λεση των όρων της συμφωνίας εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες που του δίνονται κατά τους όρους της συμφωνίας εξυγίανσης. Αν έχει διορισθεί ειδικός εντολοδόχος κατά το άρθρο 102 παράγραφος 6 με εξουσίες επίβλεψης της εκ­τέλεσης της συμφωνίας, θα αντικαθίσταται από το πρό­σωπο που τυχόν προβλέπει η συμφωνία.
 
ι. Την καταβολή συμπληρωματικών ποσών προς εξό­φληση απαιτήσεων σε περίπτωση βελτίωσης της οικονο­μικής θέσης του οφειλέτη. Η συμφωνία θα πρέπει να ορίζει με ακρίβεια τις προϋποθέσεις καταβολής των ποσών αυ­τών. (Το στοιχείο ι τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 234 παρ. 9 Ν. 4072/2012).
 
2. Οι εγγυήσεις, οι ασφαλίσεις πιστώσεων και άλλες συμβάσεις με αντίστοιχο αποτέλεσμα υπέρ απαιτήσεων που κεφαλαιοποιούνται τρέπονται, αν δεν ορίζεται διαφο­ρετικά, σε δικαίωμα προαίρεσης του πιστωτή να πωλήσει στον εγγυητή ή ασφαλιστή τις μετοχές ή τα εταιρικά μερί­δια που προκύπτουν από την κεφαλαιοποίηση του χρέους κατά το χρόνο στον οποίο θα καθίστατο κατά τους όρους του ληξιπρόθεσμο το χρέος και για ποσό ίσο με το άθροι­σμα του κεφαλαίου και των τυχόν τόκων που καλύπτονται από την εγγύηση. Το δικαίωμα προαίρεσης δύναται να ασκηθεί εντός δύο μηνών από το χρόνο κατά τον οποίο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη η υποχρέωση που κεφαλαιοποιήθηκε και, αν είναι ήδη ληξιπρόθεσμη κατά την κεφαλαιο­ποίηση, εντός δύο μηνών από την τελευταία.
 
3. Η μη τήρηση της συμφωνίας εξυγίανσης από τον ο­φειλέτη δύναται να τίθεται ως διαλυτική αίρεση της συμ­φωνίας εξυγίανσης ή ως λόγος καταγγελίας της. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα δικαιώματα που έχει κάθε πιστωτής κατά το κοινό δίκαιο για τις περιπτώσεις μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που αναλαμβάνονται ή δια­μορφώνονται με τη συμφωνία, καθώς και καθυστερημένης ή πλημμελούς εκπλήρωσης, περιλαμβανομένων των δι­καιωμάτων καταγγελίας ή υπαναχώρησης. (Η παρ. 3 τίθε­ται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 234 παρ. 10 Ν. 4072/12).
 
4. Η συμφωνία εξυγίανσης δύναται να τελεί και υπό άλλες αιρέσεις αναβλητικές ή διαλυτικές, όπως ενδεικτικά την τροποποίηση ή καταγγελία εκκρεμών αμφοτεροβαρών συμβάσεων, οι όροι των οποίων είναι επαχθείς για την επιχείρηση του οφειλέτη. Σε περίπτωση αναβλητικής αίρε­σης θα πρέπει να προβλέπεται ο χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να πληρωθεί η αίρεση, μη δυνάμενος να υπερβεί το εξάμηνο από την επικύρωση, και να ρυθμίζονται προσωρινά οι υποχρεώσεις του οφειλέτη στο μέτρο που κρίνεται αναγκαίο για την αποφυγή της παύσης πληρω­μών του οφειλέτη όσο εκκρεμεί η αίρεση.
 
5. Η ισχύς της συμφωνίας εξυγίανσης τελεί υπό την προϋπόθεση της επικύρωσής της από το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτός αν κατά τη βούληση των συμβαλλομένων το σύνολο ή μέρος των όρων της ισχύουν μεταξύ τους και χωρίς την επικύρωση κατά τις διατάξεις του κοινού δι­καίου.
 
6. Η συμφωνία εξυγίανσης συνάπτεται με ιδιωτικό έγ­γραφο, εκτός αν οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται με αυτήν απαιτούν τη σύνταξη δημοσίου εγγράφου. Στην τε­λευταία περίπτωση το συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να αναπληρωθεί με δηλώσεις ενώπιον του δικαστηρίου.
 
7. Η συμφωνία εξυγίανσης συνοδεύεται υποχρεωτικά από επιχειρηματικό σχέδιο με χρονική διάρκεια ίση με αυ­τή της συμφωνίας, το οποίο εγκρίνεται από τον οφειλέτη και τους πιστωτές κατ' άρθρο 106α ή 106β, κατά περίπτω­ση. (Το άρθρο 106ε τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).  

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η αίτηση επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης από το πτωχευτικό δικαστήριο κατατίθεται από τον οφει­λέτη, οποιονδήποτε πιστωτή ή τον μεσολαβητή.

2. Η αίτηση συνοδεύεται από την υπογεγραμμένη συμ­φωνία εξυγίανσης και από έκθεση εμπειρογνώμονα που πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 100 παράγραφος 4. Δεν αποκλείεται εμπειρογνώμονας να είναι ο εμπειρογνώμονας του άρθρου 100 παράγραφος 3. Στην έκθεση πρέπει να εκτίθεται η γνώμη του εμπειρογνώ­μονα σε σχέση με τη συνδρομή των προϋποθέσεων επι­κύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρ­θρο 106ζ παράγραφοι 1 έως και 3. Σε περίπτωση που έχει λάβει χώρα συνέλευση των πιστωτών κατατίθεται η προβλεπόμενη στο άρθρο 105 παράγραφος 5 έκθεση, η οποί­α σε περίπτωση που κατά τη συνέλευση επήλθαν τροπο­ποιήσεις της συμφωνίας εξυγίανσης συνοδεύεται από συμπλήρωμα, στο οποίο εκτίθεται η γνώμη του εμπειρο­γνώμονα για τις τροποποιήσεις αυτές.
 
3. Κλητεύονται με τα αναφερόμενα στο άρθρο 105 πα­ράγραφος 4 μέσα και με την κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικα­σίμου ο οφειλέτης, ο τυχόν μεσολαβητής και ο τυχόν εκ­πρόσωπος των πιστωτών κατά το άρθρο 106 παράγρα­φος 5.
 
4. Στη συζήτηση δύναται να παραστεί και να ακουσθεί και εκπρόσωπος των εργαζομένων. Κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να παρέμβει χωρίς τήρηση προδικασίας.
 
5. Η παράγραφος 6 του άρθρου 100 εφαρμόζεται και στην περίπτωση του παρόντος άρθρου.
 
6. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίζεται δικάσιμος ε­ντός διμήνου από την υποβολή της. (Η παρ. 6 τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 234 παρ. 11 Ν. 4072/2012).
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης εφόσον έχει υπογράφει από τον οφειλέτη και είτε έχει ληφθεί νόμιμα απόφαση από τη συνέλευση των πιστωτών για την υπογραφή της από τα πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 5 είτε υπογράφεται από την απαιτούμενη κατά το άρθρο 106α πλειοψηφία του συνόλου των πι­στωτών.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμ­φωνία εξυγίανσης:
 
α. Αν δεν πιθανολογείται ότι κατόπιν της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης η επιχείρηση του οφειλέτη θα καταστεί βιώσιμη.
 
β. Αν πιθανολογείται ότι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών παραβλάπτεται κατά την έννοια του άρθρου 99 παράγραφος 2.
 
γ. Αν η συμφωνία εξυγίανσης είναι αποτέλεσμα δόλου ή άλλης αθέμιτης πράξης ή κακόπιστης συμπεριφοράς του οφειλέτη, πιστωτή ή τρίτου, ή παραβιάζει διατάξεις ανα­γκαστικού δικαίου, ιδίως του δικαίου του ανταγωνισμού.
 
δ. Αν η συμφωνία εξυγίανσης δεν αντιμετωπίζει με βά­ση την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης τους πιστωτές, που βρίσκονται στην ίδια θέση. Αποκλίσεις από την αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών επιτρέπονται για σπουδαίο επιχειρηματικό ή κοινωνικό λόγο που εκτίθεται ειδικά στην απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου ή αν ο θιγόμενος πιστωτής συναινεί στην απόκλιση. Ενδεικτικά δύνανται να τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης απαιτήσεις πε­λατών της επιχείρησης του οφειλέτη, η μη ικανοποίηση των οποίων βλάπτει ουσιωδώς τη φήμη της ή τη συνέχισή της, απαιτήσεις, η εξόφληση των οποίων είναι αναγκαία για τη διατροφή του πιστωτή και της οικογένειάς του, κα­θώς και εργατικές απαιτήσεις.
 
3. Αν με την επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν αίρεται η παύση πληρωμών που τυχόν υφίσταται, το πτω­χευτικό δικαστήριο δεν επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίαν­σης και, αν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, κηρύσσει την πτώχευση του οφειλέτη σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 99. Αν δεν εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης, αλλά το δικαστήριο διαπιστώσει την παύση των πληρωμών, η απόφαση απόρριψης της επικύρωσης της συμφωνίας εξυγίανσης κοινοποιείται με μέριμνα της γραμματείας του δι­καστηρίου στον εισαγγελέα πρωτοδικών για να κρίνει κατά πόσο θα υποβάλει αίτηση πτώχευσης κατά το άρθρο 5 παράγραφος 1.
 
4. Το πτωχευτικό δικαστήριο δύναται σε περίπτωση που δεν του έχουν προσκομιστεί όλα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν το βάσιμο της αίτησης ή που διαπιστώνει ότι η συμφωνία εξυγίανσης δεν πρέπει να επικυρωθεί, αντί της απόρριψης της αίτησης να τάξει προθεσμία για την προσκόμιση εγγράφων, την παροχή διευκρινίσεων ή την τροποποίηση της συμφωνίας εξυγίανσης. Τα έγγραφα, οι διευκρινίσεις ή η τροποποίηση πρέπει να υποβληθούν εντός της προθεσμίας που τάσσει το δικαστήριο και δεν δύναται να υπερβαίνει το δεκαήμερο.
 
5. Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίαν­σης ή που απορρίπτει την αίτηση επικύρωσής της δημοσι­εύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο του άρθρου 101 παράγραφος 2 με επιμέλεια του μεσο­λαβητή, εφόσον υπάρχει, ή διαφορετικά του οφειλέτη.
 
6. Τριτανακοπή κατά της επικυρωτικής απόφασης δύναται να ασκηθεί ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση και δεν είχε κλητευθεί νομίμως σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 106στ εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση κατά την προηγούμενη παράγραφο.
 
7.  Στην περίπτωση της παραγράφου 6 το δικαστήριο ακυρώνει τη συμφωνία μόνο αν δεν είναι εφικτή η διατή­ρησή της με επανυπολογισμό των ποσών που δικαιούται να λάβει το πρόσωπο που άσκησε την ανακοπή ή την τριτανακοπή. Στον επανυπολογισμό αυτόν προβαίνει το ίδιο το δικαστήριο.
 
8. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επι­κύρωσης επιτρέπεται έφεση κατά τις κοινές διατάξεις. (Το άρθρο 106ζ τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Από την επικύρωσή της, η συμφωνία εξυγίανσης δε­σμεύει το σύνολο των πιστωτών, οι απαιτήσεις των οποί­ων ρυθμίζονται από αυτήν, ακόμη και αν δεν είναι συμ­βαλλόμενοι ή δεν ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας εξυγίαν­σης. Δεν δεσμεύονται πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν μετά το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης.

2. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου ή προβλέψεων της συμφωνίας, η επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης δεν έχει επίπτωση στις ασφά­λειες τρίτων, προσωπικές ή εμπράγματες, περιλαμβανομένων των προσημειώσεων, που έχουν παρασχεθεί από τρίτους για την εξασφάλιση της απαίτησης. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον.
 
3. Με την επικύρωση της συμφωνίας:
 
(α) Αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση ή το κώλυμα έκδοσης επιταγών που είχε επιβληθεί στον οφειλέτη πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης.
 
(β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη των πλημμελημάτων της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α' 43), καθώς και της καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς τα ασφαλι­στικά ταμεία, εφόσον οι παραπάνω πράξεις έχουν τελεσθεί πριν από την υποβολή της αίτησης κατά το άρθρο 100. Η αναστολή δεν υπόκειται στον χρονικό περιορισμό της παραγράφου 3 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα και ισχύει για όσο χρονικό διάστημα προβλέπεται να διαρ­κέσει η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης και υπό τον όρο της εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των συμφωνηθέντων.
 
4. Σε περίπτωση πλήρους και εμπρόθεσμης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία εξυγίανσης εξαλείφεται το αξιόποινο των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρό­ντος.
 
5. Η απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίαν­σης αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτήν υποχρεώσεις, εφόσον από τη συμφωνία προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής. (Το άρθρο 106η τίθεται όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 234 παρ. 12 Ν. 4072/2012).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σε περίπτωση που σύμφωνα με τη συμφωνία εξυ­γίανσης ή με σύμβαση που καταρτίζεται σε εκτέλεση της τελευταίας μεταβιβάζεται το σύνολο ή μέρος της επιχείρη­σης του οφειλέτη, μεταβιβάζονται στον αποκτώντα το εν­εργητικό της επιχείρησης ή του μέρους της και ενδεχο­μένως, στο μέτρο που προβλέπεται στη συμφωνία, μέρος των υποχρεώσεων, ενώ οι λοιπές υποχρεώσεις κατά περί­πτωση εξοφλούνται από το τίμημα της πώλησης της επιχείρησης ή του μέρους της, διαγράφονται, ή στην περί­πτωση μεταβίβασης μέρους της επιχείρησης παραμένουν ως υποχρεώσεις του οφειλέτη ή κεφαλαιοποιούνται. Ως προς τη μεταβίβαση των εκκρεμών συμβατικών σχέσεων εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 33. Ως προς τη μεταβί­βαση διοικητικών αδειών εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 141 παράγραφος 3. Για τη σύμβαση μεταβίβασης εφαρμό­ζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 133 και 134.

2. Είναι δυνατή η μεταβίβαση της επιχείρησης ή μέ­ρους της είτε σε τρίτο έναντι χρηματικού ανταλλάγματος είτε σε εταιρεία που συνιστάται από τους πιστωτές σύμ­φωνα με την επόμενη παράγραφο.
 
3. Είναι δυνατόν κατά τους όρους της συμφωνίας εξυ­γίανσης να συστήνεται ανώνυμη εταιρεία με εισφορά σε είδος μέρους ή του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, τηρουμένων των προϋποθέσεων των άρθρων 9 και 9α του κ.ν. 2190/1920. Η εταιρεία αυτή αποκτά το σύν­ολο ή μέρος της επιχείρησης του οφειλέτη έναντι εξόφλη­σης των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη που έχουν εισφερθεί σε αυτήν. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται ανα­λόγως οι διατάξεις του άρθρου 106ε παράγραφος 1 περί­πτωση γ'.
 
4. Στην περίπτωση του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται το άρθρο 178. (Το άρθρο 106η τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι εμπειρογνώμονες, ο μεσολαβητής και ο ειδικός εντολοδόχος πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από τον οφειλέτη κατά την έννοια του άρθρου 63 παράγραφος 2, να μην είναι πιστωτές του ή πρόσωπα συνδεδεμένα κατά την έννοια του άρθρου 42ε παράγραφος 5 του κ.ν. 2190/1920 με τον οφειλέτη ή με πιστωτές και να μην έχουν διατελέσει ελεγκτές του οφειλέτη κατά την τελευταία πενταετία. Δεν επιτρέπεται ο ορισμός δημοσίων υπαλλήλων που υπηρε­τούν σε οικονομικές υπηρεσίες ως εμπειρογνωμόνων, μεσολαβητών ή ειδικών εντολοδόχων.

2. Ο εμπειρογνώμονας, ο μεσολαβητής και ο ειδικός εντολοδόχος υποχρεούνται να εκτελούν τα καθήκοντα τους με ευσυνειδησία, αντικειμενικότητα και αμεροληψία. Ευθύνονται απέναντι στον οφειλέτη και τους πιστωτές για κάθε θετική ζημία. Ο εμπειρογνώμονας ευθύνεται για δόλο και βαριά αμέλεια, ενώ ο μεσολαβητής και ο ειδικός εντο­λοδόχος για κάθε πταίσμα.
 
3. Η αμοιβή των εμπειρογνωμόνων κατά το παρόν κε­φάλαιο συμφωνείται σε κάθε περίπτωση με τον οφειλέτη.
 
4. Σε περίπτωση που ο μεσολαβητής υποδεικνύεται από τον οφειλέτη η αμοιβή του συμφωνείται με τον τελευ­ταίο, ενώ σε κάθε άλλη περίπτωση ορίζεται από το πτω­χευτικό δικαστήριο σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη.
 
5.  Η αμοιβή του ειδικού εντολοδόχου κατά το άρθρο 102 παράγραφος 6 ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη.
 
6. Οι εμπειρογνώμονες, ο μεσολαβητής και ο ειδικός εντολοδόχος έχουν υποχρέωση να μην γνωστοποιούν πληροφορίες που περιέρχονται σε αυτούς κατά την άσκη­ση των καθηκόντων τους, εφόσον αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη σύναψη της συμφωνίας. (Το άρθρο 106ι τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 3 και επιπλέον κατέχουν επιχείρηση που πληρούσε κατά την τελευταία χρήση τουλάχιστον δύο από τα τρία αριθμητικά όρια των κριτηρίων της παραγράφου 6 του άρθρου 42α του κ.ν. 2190/1920 μπορούν να υπάγονται με απόφαση του κατ’ άρθρο 4 δικαστηρίου στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία.

2. Η αίτηση υποβάλλεται από τα κατά το άρθρο 5 ορι­ζόμενα πρόσωπα. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτεί­ται η ταυτόχρονη κατάθεση:
ί) βεβαίωσης Τράπεζας ή ΕΠΕΥ, που λειτουργεί νόμιμα για την ύπαρξη αξιόχρεου επενδυτή ενδιαφερομένου για την αγορά του ενεργητικού της επιχείρησης,
ii) δήλωσης του προτεινομένου ως εκκαθαριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδο­χής του σχετικού έργου και έκθεσής του για το σχεδιασμό και την πορεία της εκκαθάρισης και της λειτουργίας της ε­πιχείρησης σε εκκαθάριση, καθώς και προϋπολογισμού των προβλεπόμενων για τα παραπάνω δαπανών, με βε­βαίωση του αυτού ως άνω φορέα για τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων κεφαλαίων. Για τον εκκαθαριστή ισχύ­ουν οι παράγραφοι 1, 2, 5 και 6 του άρθρου 106ι. Με την κατάθεση της αίτησης μπορεί να λαμβάνονται από το Δι­καστήριο προληπτικά μέτρα κατά το άρθρο 103 του παρόντος.
 
3. Αν κατά την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή σε καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης εκκρεμεί διαδικασία εξυγίανσης κατά τα άρθρα 99 έως και 106ι ή αν υποβληθεί αίτηση υπαγωγής σε διαδικασία εξυγίανσης κατά τα ως άνω άρθρα μετά από την υποβολή της αίτησης για την υπαγωγή σε καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης, αλλά πριν από τη συζήτησή της, αναστέλλεται η εξέταση της αίτησης υπαγωγής στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης εφαρμο­ζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 99.  
 
4. Από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή σε κα­θεστώς ειδικής εκκαθάρισης και μέχρι την απόρριψή της ή την πάροδο της προθεσμίας της παραγράφου 8 του άρ­θρου αυτού αναστέλλεται η εξέταση τυχόν αίτησης πτώ­χευσης. Σε περίπτωση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, τυχόν εκκρεμείς αιτήσεις πτώχευσης απορ­ρίπτονται.
 
5. Η αίτηση κοινοποιείται στην επιχείρηση και περί­ληψη αυτής δημοσιεύεται στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο του άρθρου 101 παράγραφος 2 πριν από δέκα (10) εργά­σιμες ημέρες, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η ημέρα της επίδοσης και της δικασίμου. Κύριες παρεμβάσεις κατατίθε­νται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, με τον ίδιο παραπάνω υπολογισμό των ημερών, και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς, όπως και οι τυχόν πρόσθετες πα­ρεμβάσεις, με την αίτηση. Σε περίπτωση που οι κυρίως παρεμβαίνοντες αιτούνται την υπαγωγή στην ειδική εκκα­θάριση, ισχύουν, ως προς το παραδεκτό τους, τα οριζό­μενα στην παράγραφο 2 υπό (ί) και (ii). Το πτωχευτικό δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση, αν προβλέπει ότι η υπαγωγή στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης βελτιώνει τις πιθανότητες διατήρησης της επιχείρησης και διάσωσης θέσεων εργασίας χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών. Το πτωχευτικό δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση διορίζει με την απόφασή του τον προτεινόμενο στην αίτηση εκκαθαριστή, εκτός εάν υπάρχει πέραν της μιας αίτηση ή κύρια παρέμβαση με το αυτό αίτημα (θέση σε ειδική εκκαθάριση) και διαφορετική πρό­ταση ως προς τον εκκαθαριστή, οπότε διορίζει τον κατά την κρίση του καταλληλότερο.
 
6. Η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Η απόφαση του πτωχευτικού δικα­στηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) και στο Δελτίο του άρθρου 101 πα­ράγραφος 2. Τριτανακοπή κατά της απόφασης δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση και δεν είχε κλητευθεί νόμιμα σε αυτήν εντός αποκλειστι­κής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά το προηγούμενο εδάφιο. Με τη δημο­σίευση της απόφασης για θέση της επιχείρησης σε εκκα­θάριση η εξουσία των καταστατικών οργάνων διοίκησης και διαχείρισης της επιχείρησης περιέρχεται στο σύνολό της στον διοριζόμενο εκκαθαριστή. Η θέση της επιχείρη­σης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία δεν συνιστά από μόνη της σπουδαίο λόγο για την καταγγελία εκκρεμών συμβάσεων, ούτε αποτελεί λόγο ανάκλησης δι­οικητικών αδειών.
 
7. Ο εκκαθαριστής εγκαθίσταται με τη βοήθεια της Δημόσιας Αρχής στη διοίκηση της επιχείρησης, συντάσσει αμελλητί απογραφή των στοιχείων της επιχείρησης, σύμ­φωνα με την έκθεση της παραγράφου 2 και κατά το σχε­τικό χρονοδιάγραμμα και εν συνεχεία καταρτίζει με βάση την απογραφή Υπόμνημα Προσφοράς, στο οποίο, πλην των απογραφέντων στοιχείων της επιχείρησης, περιλαμ­βάνει και κάθε πληροφορία χρήσιμη για την εικόνα του εν­εργητικού της. Μέσα σε δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την εγκατάστασή του στην επιχείρηση, ο εκκαθαριστής δη­μοσιεύει με ολοσέλιδη καταχώρηση σε δύο καθημερινής πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες, στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Νομικών) και αναρτά επίσης στον τυχόν ιστότοπο της επιχείρησης στο διαδίκτυο Πρόσκληση Διενέργειας Δημόσιου Πλειοδοτικού Διαγωνισμού για την αγορά του συνόλου του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης ή/και αν αυτό προβλέπεται ως εναλλακτική δυνατότητα στην κατά την παρά­γραφο 2 έκθεση επί μέρους λειτουργικών συνόλων αυτής, ορίζοντας ημερομηνία για την ενώπιόν του στα γραφεία της επιχείρησης ή κατά την κρίση του στο κατάστημα του πτωχευτικού δικαστηρίου υποβολή δεσμευτικών με εγγυη­τική επιστολή προσφορών, απέχουσα είκοσι (20) τουλάχι­στον εργάσιμες ημέρες και όχι πέραν των σαράντα (40) εργάσιμων ημερών από τη δημοσίευση της Πρόσκλησης, καθορίζοντας και τους λοιπούς όρους του σχετικού Πλειο­δοτικού Διαγωνισμού, μεταξύ των οποίων δέσμευση ότι με την υπογραφή της Σύμβασης Μεταβίβασης θα καταβάλλε­ται τοις μετρητοίς το 40% τουλάχιστον του προσφερόμενου τιμήματος και το υπόλοιπο θα εξοφλείται εντόκως, με επιτόκιο της επιλογής του προσφέροντος, σε χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει την πενταετία. Οι ενδια­φερόμενοι αγοραστές παραλαμβάνουν από τον εκκαθαριστή το Υπόμνημα Προσφοράς και διεξάγουν έλεγχο για τα πωλούμενα στοιχεία της επιχείρησης, αφού υπογρά­ψουν Συμφωνία Εχεμύθειας.
 
8. Μετά τη σύμφωνα με την Πρόσκληση λήξη της διαδι­κασίας υποβολής και αποσφράγισης των προσφορών α­κολουθεί η συγκριτική εκτίμησή τους από τον εκκαθαριστή, ο οποίος συντάσσει σχετική έκθεση στην οποία προτείνει τη σειρά των προσφορών, την αποδοχή της συμφερότερης προσφοράς και την κατακύρωση του διαγωνισμού. Η έκθεση αυτή κοινοποιείται σε όσους νόμιμα κατέθεσαν προσφορές και υποβάλλεται στο πτωχευτικό δικαστήριο με σχετική αίτηση αποδοχής της. Για τη συζήτηση της αίτησής αυτής, τις τυχόν παρεμβάσεις κ.λπ. ισχύουν τα οριζόμενα για την αίτηση υπαγωγής σε εκκαθάριση, ανα­λόγως εφαρμοζόμενα. Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυ­ρώνει ή απορρίπτει τη σχετική διαδικασία, αποδέχεται ή μη την υποβληθείσα αίτηση θέτοντας τυχόν επιπλέον ό­ρους, ιδίως ως προς την εξασφάλιση της πληρωμής του υπολοίπου και ανακηρύσσει τον Αγοραστή ή τους Αγοραστές, κατά περίπτωση με απόφασή του, που δεν υπάγεται σε ένδικα μέσα. Η απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου δημοσιεύεται σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ. και στο Δελτίο του άρθρου 101 παράγραφος 2. Τριτανακοπή κατά της αποφάσεως δύναται να ασκηθεί από πρόσωπο που δεν παρέστη στη συζήτηση και δεν είχε κλητευθεί νόμιμα σε αυτήν εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημε­ρών από τη δημοσίευση της απόφασης κατά το προηγού­μενο εδάφιο. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει και εισηγητή δικαστή για τις ανάγκες της διανομής του πλειστηριάσματος κατά την πα­ράγραφο 9 του άρθρου αυτού. Με τη δημοσίευση της τυ­χόν θετικής απόφασης ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί σχέδιο Σύμβασης Μεταβίβασης του Ενεργητικού της Επι­χείρησης, το οποίο κοινοποιεί εγγράφως με σχετική πρόσ­κλησή του για υπογραφή, μετά από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, προς τον Αγοραστή ή τους Αγοραστές. Οι καλού­μενοι υπογράφουν τη σχετική Σύμβαση, αποδεχόμενοι και τους τυχόν επιπλέον όρους της δικαστικής απόφασης ή α­παντούν αρνητικά μέσα στην προθεσμία των πέντε (5) εργάσιμων ημερών, οπότε η ίδια διαδικασία ακολουθείται για τον τυχόν Δεύτερο Αγοραστή κ.ο.κ.. Η παραπάνω υπογραφησόμενη Σύμβαση επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του 1003 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Αν η δικαστική απόφαση δεν έχει επιβάλει πρόσθετους όρους, ο Αγοραστής υποχρεούται να υπογράψει τη Σύμ­βαση Μεταβίβασης σύμφωνα με τους όρους του Υπο­μνήματος Προσφοράς και της προσφοράς του Αγοραστή. Μετά την καταβολή του τιμήματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρούνται στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι εξα­σφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συν­τάσσει αμελλητί είτε πράξη εξόφλησης είτε πράξη πιστο­ποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του Αγοραστή. Η πράξη αυτή προσαρτάται στη Σύμβαση Με­ταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμό­ζοντας ως προς αυτήν αναλόγως όσα ισχύουν επί της τε­λευταίας και έχει, στην περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων, ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγρά­φει πριν από τη θέση της επιχειρήσεως στο καθεστώς της ειδικής εκκαθάρισης. Στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης, στο πλαίσιο της ειδικής εκ­καθάρισης, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ.. Ως προς την παραπάνω Σύμβαση Μεταβίβασης, τις εκκρεμείς συμβάσεις της επιχείρησης και τις διοικητικές άδειες ισχύουν τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρ­θρου 106Θ του παρόντος. Η όλη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού κατά τα προεκτεθέντα διαρκεί κατ' ανώτα­το χρονικό όριο δώδεκα (12) μήνες, από την έναρξη των ενεργειών του εκκαθαριστή με τη σύνταξη της προβλεπόμενης στην παράγραφο 4 του παρόντος απογραφής με δυνατότητα παράτασης από το πτωχευτικό δικαστήριο έξι (6) επιπλέον μηνών. Σε περίπτωση υπέρβασης των άνω χρονικών ορίων, η εκκαθάριση παύει αυτοδικαίως και σε περίπτωση που εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης προχωρά η εξέτασή της. Ως προς τη διαδικασία μεταβιβάσεώς τους, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης αυτής, ισχύουν τα ανωτέρω, αναλόγως εφαρμοζόμενα.
 
9. Ο εκκαθαριστής μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από τη μεταβίβαση του ενεργητικού της επιχείρη­σης κατά τα προαναφερόμενα υποχρεούται να δημοσιο­ποιήσει, με τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος, Πρόσκληση Αναγγελίας Απαιτήσεων των πιστωτών. Οι πιστωτές αναγγέλλουν τις απαιτήσεις τους μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσιοποίηση της Πρόσκλησης. Στη συνέχεια ο εκκαθαριστής, αφού αφαιρέσει από το προϊόν της εκκαθάρισης τα έξοδα εκκα­θάρισης, μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και οι δαπάνες της λειτουργίας της επιχείρησης κατά την εκκαθάριση και αποδώσει τα αντίστοιχα ποσά συμμέτρως προς τους δι­καιούχους, συντάσσει, για το απομένον υπόλοιπο, Πίνακα Κατάταξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 153-161 του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμοζομένων αναλόγως. Με τον Πίνακα γίνεται κατάταξη των πιστωτών και για το μέρος του τιμήματος που τυχόν έχει πιστωθεί. Αρμόδιο για την εκδίκαση τυχόν ανακοπών κατά του Πίνακα είναι το πτω­χευτικό δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. (Το άρθρο 106ια τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4013/2011).

Διαβάστε περισσότερα..

Η διάσωση της επιχείρησης, η αξιοποίησή της, αλλά και η διανομή της πτωχευτικής περιουσίας, καθώς και η ευθύνη του οφειλέτη μετά την περάτωση της πτωχευτικής διαδικασίας μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο ρύθμισης με σχέδιο αναδιοργάνωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Σχέδιο δικαιούται να υποβάλει στο πτωχευτικό δικα­στήριο ο οφειλέτης και ο σύνδικος, σύμφωνα με τις ακό­λουθες ρυθμίσεις.

2. Ο οφειλέτης δικαιούται να υποβάλει σχέδιο αναδιορ­γάνωσης συγχρόνως με την αίτησή του, με την οποία ζητεί να κηρυχθεί σε πτώχευση κατά τα άρθρα 3 παράγραφος 2 και 5 παράγραφος 2, ή μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την κήρυξή του σε πτώχευση. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο μια φορά και για σύντομο χρόνο, όχι πέραν του τριμήνου, εφόσον αποδεικνύεται ότι η καθυστέρηση δεν είναι επιζή­μια για τους πιστωτές και ότι υπάρχουν βάσιμες ελπίδες αποδοχής του σχεδίου από τους πιστωτές.
 
3. Ο σύνδικος δικαιούται να υποβάλει σχέδιο αναδιορ­γάνωσης μόνο μετά την παρέλευση άπρακτης της κατά την παράγραφο 2 προθεσμίας υποβολής σχεδίου από τον οφειλέτη και μέσα σε τρεις (3) μήνες από την παρέλευση αυτής και εφόσον έχει προηγηθεί η κατά το άρθρο 70 έκ­θεσή του. Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της προηγού­μενης παραγράφου εφαρμόζεται αναλόγως.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον κώδικα, το σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει ως ελάχιστο περιεχόμενο:

α) πληροφόρηση, αα) ως προς την οικονομική κατά­σταση του οφειλέτη και τα αίτιά της, τα στοιχεία ενεργητι­κού, παθητικού και ταμείου της επιχείρησής του και κάθε στοιχείο οικονομικής ή μη οικονομικής φύσεως που θα μπορούσε να επηρεάσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο μέλλον και θα ήταν κρίσιμο για την αποδοχή του σχεδίου από τους πιστωτές και την επικύρωσή του από το πτωχευτικό δικαστήριο, και ββ) ως προς τη σύγκρι­ση της προτεινόμενης ικανοποίησης των πιστωτών με βάση το σχέδιο και εκείνης με βάση την εκκαθάριση,
 
β) περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί ή πρό­κειται να ληφθούν που να εξασφαλίζουν την υλοποίηση της προτεινόμενης διαμόρφωσης των δικαιωμάτων των πτωχευτικών πιστωτών και άλλων τυχόν συμμετεχόντων και γενικά μέτρων του σχεδίου, που αφορούν ιδίως οργα­νωτικές μεταβολές και επιχειρησιακά προγράμματα, χρη­ματοδότηση του οφειλέτη, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, διαρθρωτικές εταιρικές μεταβολές, την επιτυχή συνέχιση της επιχείρησης ή τη μεταβίβασή της και
 
γ) διαμόρφωση, των δικαιωμάτων και γενικά της νομι­κής θέσης που έχει κάθε πιστωτής, ανάλογα με την κατη­γορία πτωχευτικών πιστωτών στην οποία ανήκει, ή άλλος που συμμετέχει στο σχέδιο χωρίς να είναι πιστωτής, όπως άφεση, μείωση ή καταβολή σε δόσεις των απαιτήσεων, παραίτηση ή περιορισμός εμπράγματης ασφάλειας ή προ­νομίου, καθώς και της θέσης του οφειλέτη κατά την εκ­πλήρωση του σχεδίου και τη συνέχιση ευθύνης του ή την πλήρη ή μερική απαλλαγή του.
 
2. Εάν η ικανοποίηση των πιστωτών προβλέπεται ότι θα γίνει από τα έσοδα της εξακολούθησης λειτουργίας της επιχείρησης του οφειλέτη, από τον ίδιο ή τρίτο, το σχέδιο πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση περιουσιακής κατά­στασης που να προσδίδει στα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις αξία με βάση τη συνέχιση της επιχείρησης, σε αντιπαράθεση με την αξία εκκαθάρισης.
 
3. Εάν το σχέδιο προβλέπει ότι, σε περίπτωση επικύ­ρωσής του, τρίτος θα εκπληρώσει υποχρεώσεις προς τους πιστωτές, πρέπει να συνοδεύεται από δήλωσή του.
 
4. Το σχέδιο που υποβάλλει ο οφειλέτης, πρέπει να συνοδεύεται από έκθεση εμπειρογνώμονα, που προβλέπεται στο άρθρο 99 παράγραφος 3, η αμοιβή του οποίου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 106 παράγραφος 2.

Διαβάστε περισσότερα..

Με το σχέδιο δεν μπορεί να προταθεί μείωση που θα περιορίζει τις απαιτήσεις σε ποσοστό μικρότερο του δέκα τοις εκατό (10%). Το ποσό αυτό πρέπει να καταβληθεί, τμηματικά ή εν όλω, εντός τριών (3) ετών. Ως προς την καταβολή του υπερβάλλοντος ποσοστού δεν τίθεται χρο­νικός περιορισμός. (Το άρθρο 110 τίθεται όπως τροποποιή­θηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 εδ. δ' και ε' Ν. 3858/2010 - *). 

* Προσοχή: Σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 και 2 Ν. 3858/2010: ''1. Για τη μεταβατική περίοδο από τη δημοσίευση, του παρόντος νόμου (1-7-2010) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 στις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 1 εδάφιο πρώτο, 103 παράγραφος 2 περίπτωση δ', 104 παράγραφος 1 περίπτωση στ' και 110 του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3588/2007 «Πτωχευτικός Κώδικας», επέρχονται οι ήδη παρατεθείσες τροποποιήσεις:
δ) Στο άρθρο 110 εδάφιο πρώτο αντί των λέξεων και αριθμού «ποσοστό μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%)» τίθεται «ποσοστό μικρότερο του δέκα τοις εκατό (10%)».
ε) Στο άρθρο 110 εδάφιο δεύτερο αντί των λέξεων «εντός έτους» τίθεται «εντός τριών (3) ετών»''.
 
2. Με το πέρας της μεταβατικής περιόδου της παραγράφου 1, οι επερχόμενες με την παράγραφο 1 υπό στοιχεία α' έως ε' τροποποιήσεις του Πτωχευτικού Κώδικα καταργούνται αυτοδίκαια και από 1ης Ιανουαρίου 2015 οι τρο­ποποιούμενες διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα επανέρχονται σε ισχύ ως είχαν πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου''.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Όταν συντρέχουν πιστωτές διαφορετικής νομικής θέσης, ο καθορισμός των δικαιωμάτων εκείνων που συμ­μετέχουν στο σχέδιο γίνεται υποχρεωτικά ανά ομάδες:

α) ενέγγυων πιστωτών, εφόσον τα δικαιώματά τους θίγονται με το σχέδιο,
 
β) γενικώς προνομιούχων πιστωτών,
 
γ) ανέγγυων πιστωτών και
 
δ) πιστωτών μειωμένης εξασφάλισης, μόνον εάν το σχέδιο προβλέπει περί των τελευταίων.
 
2. Οι απαιτήσεις των εργαζομένων αποτελούν ιδιαίτερη ομάδα.
 
3. Το σχέδιο μπορεί να προβλέπει τη δημιουργία, μέσα σε κάθε ομάδα πιστωτών, υποομάδων πιστωτών με ομοι­ογενή οικονομικά συμφέροντα, με βάση κριτήρια που δια­τυπώνονται ρητά σε αυτό.
 
4. Το σχέδιο μπορεί να εντάξει απαίτηση ή συμφέρον σε συγκεκριμένη ομάδα ή υποομάδα, εφόσον είναι ουσιωδώς όμοια προς εκείνα της ομάδας ή υποομάδας.
 
5. Το σχέδιο μπορεί να προβλέπει ιδιαίτερη ομάδα α­νέγγυων πιστωτών με μικρού ύψους απαιτήσεις.
 
6. Απαιτήσεις από συναλλαγές περί των οποίων το άρ­θρο 46 και απαιτήσεις που δημιουργούνται από συστή­ματα πληρωμών που προβλέπονται από ρυθμίσεις κοινο­τικού δικαίου, καθώς και ασφάλειες για τις απαιτήσεις αυ­τές, δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενα του σχεδίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών, όπως υπο­θήκες, προσημειώσεις υποθηκών, ενέχυρα ή άλλα παρε­πόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση δεν θίγονται, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο σχέδιο.

2. Σε κάθε περίπτωση, τα δικαιώματα αυτά διατηρού­νται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώνεται από το σχέδιο, εκτός εάν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πι­στωτής συμφώνησε διαφορετικά.

Διαβάστε περισσότερα..

Το σχέδιο ως προς τους πιστωτές που συμμετέχουν σε καθεμία ομάδα ή υποομάδα πρέπει να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο αυτεπάγγελτα προβαίνει σε προεξέταση του σχεδίου μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την υποβολή του.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει το σχέδιο:
 
α) εάν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 109 έως 113,
 
β) εάν προδήλως δεν πιθανολογείται ότι το σχέδιο που υποβλήθηκε από τον οφειλέτη, λαμβανομένων υπόψη του περιεχομένου του και της προηγούμενης πορείας της διαδικασίας, θα γίνει δεκτό από τους πιστωτές ή ότι θα επικυρωθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο,
 
γ) εάν οι απαιτήσεις των πιστωτών και των τρίτων στους οποίους τυχόν αναφέρεται το σχέδιο, όπως διαμορ­φώνονται από αυτό, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της οικο­νομικής κατάστασης του οφειλέτη, προδήλως δεν μπο­ρούν να ικανοποιηθούν.
 
3. Η απόφαση του δικαστηρίου που απορρίπτει το σχέδιο δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Επανυποβολή του σχεδίου με τροποποιήσεις ή υποβολή νέου σχεδίου επι­τρέπεται μέσα στις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 108 παράγραφοι 2 και 3.
 
4. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή του συνδίκου και για το μέχρι την αποδοχή και επικύρωση του σχεδίου διάστημα ή μέχρι την απόρρι­ψή του, να διατάξει προσωρινά την απαγόρευση εκποίη­σης ή μεταβολής της κατάστασης της πτωχευτικής περιου­σίας ή στοιχείων αυτής, που θα μπορούσε να θέσει σε διακινδύνευση την πραγματοποίηση του σχεδίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το πτωχευτικό δικαστήριο, όταν δεν απορρίπτει το σχέδιο, καθορίζει με απόφασή του αμέσως προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών, για την αποδοχή του ή μη από τους πιστωτές, καθώς και ημερομηνία σύγκλησης ειδικής συνέλευσης των πιστωτών για συζήτηση και ψηφο­φορία επί του σχεδίου. Η τρίμηνη αυτή προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 8. 

2. Η προθεσμία για τη συζήτηση και αποδοχή του σχε­δίου δεν επιτρέπεται να οριστεί σε χρόνο προγενέστερο της κατά το άρθρο 90 παράγραφος 1 προθεσμίας αναγγε­λίας των απαιτήσεων. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη σύνδεση των δύο προθεσμιών.
 
3. Η απόφαση του δικαστηρίου που καθορίζει ημερο­μηνία σύγκλησης της ειδικής συνέλευσης γνωστοποιείται από τον γραμματέα των πτωχεύσεων, χωρίς υπαίτια κα­θυστέρηση, με επιστολή, μαζί με το σχέδιο αναδιοργάνω­σης, στους πιστωτές που έχουν αναγγείλει τις απαιτήσεις τους, στους ενέγγυους πιστωτές, στον σύνδικο, στον οφει­λέτη και στην επιτροπή πιστωτών, εάν έχει οριστεί.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ψηφοφορία επιτρέπεται να γίνει αυτοπροσώπως ή δια πληρεξουσίου ειδικά εξουσιοδοτημένου (με τήρηση του τύπου του άρθρου 93 παράγραφος 2) ή με ηλεκτρο­νικό μέσο που να αποδεικνύει χωρίς αμφιβολία την ταυτό­τητα και τη βούληση του πιστωτή, καθώς και τον τόπο και χρόνο προέλευσης της ψήφου.

2. Με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων του επόμενου ε­δαφίου, πιστωτές που απέχουν από την ψηφοφορία θεω­ρούνται ότι ψηφίζουν υπέρ του σχεδίου. Πιστωτές που απέχουν από την ψηφοφορία, των οποίων οι απαιτήσεις μηδενίζονται από το σχέδιο, θεωρούνται ότι ψηφίζουν αρ­νητικά.
 
3. Πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δεν θίγονται από το σχέδιο δεν ψηφίζουν. Θεωρούνται ότι δεν θίγονται οι απαιτήσεις όταν, κατά το σχέδιο, διατηρούν ακέραιη την νομική κατάσταση που είχαν κατά την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης και πριν επέλθουν τα αποτελέσματα αυτής.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η συζήτηση και η ψηφοφορία επί του σχεδίου γίνε­ται σε ειδική συνέλευση των πιστωτών ενώπιον του εισηγητή.

2. Μετά την περάτωση της συζήτησης και εφόσον δεν προκόψει ανάγκη αναβολής, ο εισηγητής καλεί τους πι­στωτές να ψηφίσουν επί του σχεδίου. Οι πιστωτές ορίζουν εκπρόσωπο για την εφαρμογή του άρθρου 131 παράγρα­φος 2.
 
3. Εάν κατά τη συζήτηση στη συνέλευση προκύψει η ανάγκη για αναβολή της ψηφοφορίας, ιδίως λόγω υποβο­λής τροποποιήσεων του σχεδίου ή συνεχιζόμενων δια­πραγματεύσεων, ο εισηγητής μπορεί να αναβάλει τη συνέ­λευση μόνο μια φορά σε ημερομηνία που δεν θα απέχει περισσότερο από δέκα (10) ημέρες.

Διαβάστε περισσότερα..

Εκείνος που υπέβαλε το σχέδιο δικαιούται να επιφέρει τροποποιήσεις σε επιμέρους προτάσεις του σχεδίου που προκύπτουν κατά τη συζήτησή του και τις θεωρεί αναγκαί­ες για την αποδοχή του. Οι τροποποιήσεις αυτές δεν μπο­ρεί να αφορούν απαιτήσεις τις οποίες το σχέδιο δεν έθιγε.

Διαβάστε περισσότερα..

Ο οφειλέτης δικαιούται, μέχρι την έναρξη της ψηφοφο­ρίας επί του σχεδίου που υπέβαλε, να παραιτηθεί από αυ­τό με δήλωσή του γραπτή προς τον εισηγητή ή τον γραμ­ματέα των πτωχεύσεων. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικα­σία αναδιοργάνωσης θεωρείται αυτοδικαίως ματαιωθείσα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Με την επιφύλαξη των ορισμών της παραγράφου 2 προϋπόθεση για την έναρξη της ψηφοφορίας επί του σχεδίου, όταν το σχέδιο έχει υποβληθεί από τον σύνδικο, είναι η προηγούμενη συναίνεση του οφειλέτη.

2. Η συναίνεση του οφειλέτη θεωρείται ότι έχει δοθεί, εάν άρχισε η ψηφοφορία επί του σχεδίου, χωρίς ο οφει­λέτης να προβάλει αντιρρήσεις κατά του σχεδίου. Οι τυχόν αντιρρήσεις πρέπει να υποβληθούν με έγγραφο του οφει­λέτη προς τον εισηγητή ή τον γραμματέα των πτωχεύ­σεων.
 
3. Οι κατά την παράγραφο 2 αντιρρήσεις του οφειλέτη δεν εμποδίζουν την επικύρωση του σχεδίου από το πτω­χευτικό δικαστήριο εάν, σωρευτικά:
 
α) προβλέπεται ότι το σχέδιο δεν θα καταστήσει τη νομική κατάσταση του οφειλέτη χειρότερη από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν χωρίς το σχέδιο και
 
β) κανένας πιστωτής δεν λαμβάνει, με βάση το σχέδιο, οικονομική αξία που υπερβαίνει ολόκληρο το ποσό της απαίτησής του.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Για την αποδοχή του σχεδίου απαιτείται πλειοψηφία των πιστωτών που εκπροσωπούν τα εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται και ποσοστό τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγμάτως ή με ειδικό προ­νόμιο ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλιζόμενων α­παιτήσεων, όπως οι απαιτήσεις είχαν αναγγελθεί και η πραγματική εικόνα τους βεβαιώνεται σε πίνακα απαιτή­σεων που συντάσσεται και υπογράφεται από ορκωτό ελεγκτή και υποβάλλεται στον εισηγητή.

2. Αμφισβητούμενες απαιτήσεις μπορούν να γίνουν προσωρινά δεκτές προς ψηφοφορία από τον εισηγητή. Η οριστική επίλυση της αμφισβήτησης διαφοροποιεί τα δικαι­ώματα του αμφισβητούμενου πιστωτή, χωρίς να θίγεται η ψηφοφορία.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το σχέδιο, μετά την αποδοχή του από τους πιστω­τές, υποβάλλεται προς δικαστική επικύρωση, χωρίς την οποία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Αρμόδιο προς επικύρωση είναι το πτωχευτικό δικαστήριο.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 123, το σχέδιο εισάγεται άμεσα προς επικύρωση με βάση έκθεση του εισηγη­τή σε ημερομηνία συζήτησης που δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από είκοσι (20) ημέρες από την ημερομηνία αποδοχής του σχεδίου από τους πιστωτές.
 
3. Στη συζήτηση καλούνται, τουλάχιστον πριν τρεις (3) ημέρες, να εκφέρουν τις απόψεις τους, ο οφειλέτης, ο σύνδικός και, όπου έχει οριστεί, η επιτροπή πιστωτών. Ό­ποιος έχει έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα παρέμβασης χωρίς τήρηση προδικασίας.
 
4. Η απόφαση του δικαστηρίου για επικύρωση ή απόρ­ριψη του σχεδίου υπόκειται σε έφεση, η προθεσμία της οποίας αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσής της στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίζεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την άσκησή της και η απόφαση πρέπει να εκδοθεί μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη συζήτησή της. Αναβολή της συζήτησης της έφεσης δεν επιτρέπεται. Η έφεση δεν αναστέλλει την ενέργεια της διαδικασίας ανα­διοργάνωσης που αποφασίστηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν προβλέπεται στο σχέδιο ότι πριν την επικύρω­ση θα έχουν καταβληθεί ορισμένες παροχές ή θα έχουν ληφθεί άλλα μέτρα, το σχέδιο επικυρώνεται μόνον, εάν οι όροι αυτοί πληρωθούν.

2. Επί όρων του σχεδίου για διαρθρωτικές αλλαγές εταιρικής φύσεως, ιδίως μετατροπής, συγχώνευσης ή ανα­βίωσης, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του:
 
α) να εξαρτήσει την επικύρωση του σχεδίου από την εκπλήρωση των όρων αυτών μέσα σε εύλογη προθεσμία που ορίζει, λαμβάνοντας υπόψη τις κατά το εταιρικό δίκαιο επιβαλλόμενες για κάθε μέτρο ή διαδικασία προθεσμίες, ή
 
β)να επικυρώσει το σχέδιο υπό την αναβλητική αίρεση της εκπλήρωσης των όρων μέσα στην ως άνω εύλογη προθεσμία.

Διαβάστε περισσότερα..

Το πτωχευτικό δικαστήριο με απόφασή του, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον πιστωτή αρνείται την επικύρωση:

α) εάν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του παρόντος κώ­δικα ως προς το περιεχόμενο του σχεδίου, τη διαδικασία συζήτησης και ψηφοφορίας, τις αναγκαίες πλειοψηφίες των πιστωτών και τη συναίνεση του οφειλέτη και εφόσον η σχετική παράβαση θα μπορούσε ουσιωδώς να είχε επη­ρεάσει την αποδοχή του σχεδίου από τους πιστωτές,
 
β) εάν η αποδοχή του σχεδίου είναι αποτέλεσμα δόλου ή άλλης αθέμιτης πράξης ή κακόπιστης συμπεριφοράς του οφειλέτη, του πιστωτή, του συνδίκου ή τρίτου,
 
γ) εάν η απόρριψη επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος και
 
δ) εάν το σχέδιο δεν προστατεύει τους διαφωνούντες πιστωτές, ιδίως εάν δεν εξασφαλίζεται ότι θα λάβουν, με βάση το σχέδιο, τουλάχιστον ό,τι πιθανολογείται ότι θα ελάμβαναν μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το σχέδιο, από την τελεσιδικία της απόφασης που το επικυρώνει, κατά το περιεχόμενο που διαμορφώνει τα δικαιώματα των πιστωτών, αποκτά δεσμευτική ισχύ για όλους τους πιστωτές, οποιασδήποτε κατηγορίας και νομι­κής μορφής, ανεξάρτητα αν έχουν αναγγείλει ή μη τις α­παιτήσεις τους, περιλαμβανομένων και των πιστωτών που μειοψήφησαν ή προέβαλαν αντίρρηση ή απείχαν από την ψηφοφορία ή δεν συμμετείχαν σε αυτή.

2. Από την τελεσιδικία της απόφασης που επικυρώνει το σχέδιο, η πτωχευτική διαδικασία περατώνεται και τα όργανα της πτώχευσης παύουν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 131.
 
3. Εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο σχέδιο, ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του, προς το σκοπό εκπλήρωσης των όρων του σχεδίου.
 
4. Τα δικαιώματα των πτωχευτικών πιστωτών κατά των εγγυητών και συνοφειλετών εις ολόκληρον του οφει­λέτη, καθώς και τα υφιστάμενα δικαιώματά τους σε περι­ουσιακά αντικείμενα τρίτων, περιορίζονται στο ίδιο ποσό με την απαίτηση κατά του οφειλέτη, εκτός αν δεν συναινεί ο εξασφαλιζόμενος πιστωτής. Σε περίπτωση ικανοποίη­σης πιστωτή από εγγυητή ή συνοφειλέτη εις ολόκληρον, ο οφειλέτης ευθύνεται έναντι των τελευταίων, εάν συντρέχει δικαίωμα αναγωγής, με τον ίδιο τρόπο που ευθύνεται κατά το σχέδιο έναντι του πιστωτή που ικανοποιήθηκε από αυτούς.
 
5. Πιστωτής ο οποίος πριν ή μετά την τελεσιδικία της επικυρωτικής απόφασης έχει λάβει ποσό που υπερκαλύ­πτει την απαίτησή του, όπως διαμορφώνεται με το σχέδιο, δεν μπορεί να υποχρεωθεί σε απόδοση του υπερβάλλοντος, παρά μόνον κατά το ποσό που υπερβαίνει την αρ­χική του απαίτηση.
 
6. Τα δικαιώματα των ομαδικών πιστωτών δεν θίγονται από το σχέδιο.
 
7. Οι πτωχευτικοί πιστωτές αναλαμβάνουν τις ατομικές διώξεις κατά του οφειλέτη εντός των όρων του σχεδίου.

Διαβάστε περισσότερα..

Από την τελεσιδικία της η απόφαση που επικυρώνει το σχέδιο αποτελεί τίτλο εκτελεστό για τις αναλαμβανόμενες με αυτό υποχρεώσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ακύρωση του σχεδίου επέρχεται αυτοδικαίως, εάν ο οφειλέτης καταδικάστηκε αμετακλήτως για χρεοκοπία σύμ­φωνα με το άρθρο 171.

2. Το σχέδιο μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση του δι­καστηρίου μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
 
α) εάν μετά από την επικύρωση αποκαλύφθηκε ότι το σχέδιο αποτέλεσε προϊόν δόλου του οφειλέτη ή συμπαι­γνίας του με πιστωτή ή τρίτο, ιδίως λόγω απόκρυψης του ενεργητικού ή διόγκωσης του παθητικού του,
 
β) εάν η μη εκπλήρωση των όρων του σχεδίου από τον οφειλέτη είναι τόσο ουσιώδης, ώστε με βεβαιότητα να προβλέπεται η αδυναμία αναδιοργάνωσης.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η ακύρωση του σχεδίου επιφέρει αυτοδικαίως:

α) τη λήξη της διαδικασίας αναδιοργάνωσης και της εποπτείας εκπλήρωσης των όρων του σχεδίου,
 
β) την αποδέσμευση των πιστωτών από τους όρους του σχεδίου και την επαναφορά τους στην κατά την κή­ρυξη της πτώχευσης νομική θέση τους ως προς το ύψος, το είδος, την εξασφάλιση και τα προνόμια των απαιτήσεών τους κατά του οφειλέτη, εφόσον είχαν διαμορφωθεί διαφο­ρετικά στο σχέδιο, μετά από αφαίρεση των ποσών που τυχόν είχαν λάβει σύμφωνα με το σχέδιο,
 
γ) την ανάληψη από τους πιστωτές των ατομικών διώ­ξεων κατά του οφειλέτη, σε περίπτωση που κατά το σχέ­διο είχαν ανασταλεί ή περιοριστεί, συμπεριλαμβανομένης και της κήρυξής του σε πτώχευση, εάν συντρέχουν οι προ­ϋποθέσεις των άρθρων 2 και 3,
 
δ) την απαλλαγή εκείνων που εγγυήθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο υπέρ του οφειλέτη.
 
2. Οι πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν μετά την τελεσίδικη επικύρωση του σχεδίου και πριν την ακύ­ρωσή του κηρύσσονται άκυρες, εάν είναι από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 42. Η διάταξη του άρθρου 51 εφαρμόζεται αναλόγως, και η διετία υπολογίζεται από την τελεσιδικία της ακύρωσης του σχεδίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Πιστωτής ως προς τον οποίο ο οφειλέτης περιήλθε σε υπερημερία, λόγω μη καταβολής των συμφωνηθέντων ποσών ή μη εμπρόθεσμης καταβολής αυτών ή μη παρο­χής εξασφαλίσεων και εν γένει λόγω μη εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των έναντι αυτού υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο, δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς την ανατροπή του σχεδίου ως προς αυτόν.

2. Η περί ατομικής ανατροπής αγωγή ασκείται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου. Με την τελεσιδικία της από­φασης που δέχεται την αγωγή, ο πιστωτής απαλλάσσεται από τις δεσμεύσεις του σχεδίου και οι απαιτήσεις του επαναφέρονται στη νομική κατάσταση που είχαν πριν την επικύρωση του σχεδίου. Ο πιστωτής δικαιούται να ασκή­σει, σε σχέση με αυτές, τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα κα­τά του οφειλέτη, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η κήρυ­ξη του οφειλέτη σε πτώχευση, εάν συντρέχουν οι προϋ­ποθέσεις των άρθρων 2 και 3.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η κήρυξη νέας πτώχευσης του οφειλέτη, μετά την τελεσίδικη επικύρωση του σχεδίου, επιφέρει τη ματαίωση του σχεδίου.

2. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου:
 
α) οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν έχουν ικανο­ποιηθεί πλήρως κατά το σχέδιο, επανέρχονται, ως προς το ύψος και το χρόνο λήξης τους, όπως είχαν πριν την επι­κύρωση του σχεδίου, μετά την αφαίρεση των τυχόν ληφθέντων,
 
β) εμπράγματες εξασφαλίσεις, οι οποίες, σύμφωνα με το σχέδιο είχαν εξαλειφθεί ή άλλως αρθεί, δεν αναβιώ­νουν, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στο σχέδιο και τούτο έχει σημειωθεί στα οικεία δημόσια βιβλία,
 
γ) εμπράγματες εξασφαλίσεις, οι οποίες είχαν συσταθεί σύμφωνα με το σχέδιο για να εξασφαλίσουν την ικανοποί­ηση απαιτήσεων, εξακολουθούν να ασφαλίζουν την απαί­τηση μόνον κατά το ποσό και για το χρόνο που έχει συμφωνηθεί στο σχέδιο, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε αυτό,
 
δ) απαιτήσεις πιστωτών που προέρχονται από χρημα­τοδοτήσεις που έγιναν μετά την επικύρωση, σύμφωνα με το σχέδιο και κατά τη διάρκεια της εποπτείας εκπλήρωσης του σχεδίου και προς υλοποίησή του, κατατάσσονται ως γενικώς προνομιούχες.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος έχει την εποπτεία εκπλήρωσης των ό­ρων του σχεδίου και συμπράττει με τον οφειλέτη για όσες πράξεις προβλέπονται κατά το σχέδιο. Ο οφειλέτης υποχρεούται να παρέχει σε αυτόν κάθε πληροφορία σε σχέση με το σχέδιο.

2. Ο σύνδικος πληροφορεί ανά έξι (6) μήνες με έκθεσή του την επιτροπή πιστωτών, άλλως τον εκπρόσωπο των πιστωτών που έχει προς τούτο οριστεί στο σχέδιο, για την πορεία του σχεδίου και τις προβλέψεις για την εκπλήρωσή του.
 
3. Η αμοιβή του συνδίκου ως εποπτεύοντος ορίζεται με το σχέδιο, διαφορετικά κατόπιν αιτήσεώς του από το πτω­χευτικό δικαστήριο.
 
4. Το χρονικό διάστημα εποπτείας καθορίζεται από το σχέδιο. Σε διαφορετική περίπτωση, η εποπτεία παύει μετά παρέλευση τριετίας από την επικύρωση του σχεδίου και υπό τον όρο ότι τότε δεν θα εκκρεμεί κατά του οφειλέτη αίτηση για κήρυξή του σε νέα πτώχευση.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μετά την ολοκλήρωση της εξέλεγξης των πιστώσε­ων και εφόσον δεν επιτεύχθηκε η αποδοχή ή η επικύρω­ση σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης του οφει­λέτη ή αυτή ακυρώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, η πτώ­χευση βρίσκεται στο στάδιο της ένωσης των πιστωτών.

2. Κατά το στάδιο αυτό ο σύνδικος προβαίνει στη ρευ­στοποίηση του ενεργητικού της περιουσίας του οφειλέτη και στη διανομή του προϊόντος αυτής στους πιστωτές είτε με την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου είτε με την εκποίηση των επιμέρους στοιχείων αυτής, καθενός χω­ριστά ή ομαδικά, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Κάθε σύμβαση που συνάπτεται και κάθε πράξη που ενεργείται κατά τα άρθρα 135 έως 145 του κώδικα, οι συνεπεία αυτής επιμέρους μεταβιβάσεις, οι μεταγραφές και κάθε άλλη πράξη για την πραγμάτωσή τους, απαλ­λάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα του Δημο­σίου ή τρίτων, καθώς και τελών χαρτοσήμου (πλην Φ.Π.Α.). Οι απαλλαγές αυτές επέρχονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται και η υποβολή οποιασδήποτε σχετικής δήλωσης στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).

2. Ο σύνδικος δεν απαιτείται να προσκομίσει πιστοποι­ητικά φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας του οφει­λέτη ή οποιαδήποτε άλλα πιστοποιητικά για τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης μεταβίβασης στοιχείου του ενερ­γητικού της περιουσίας του οφειλέτη, κατά τον παρόντα κώδικα, καθώς επίσης και σε κάθε συναλλαγή του γενικά με το Δημόσιο.

Διαβάστε περισσότερα..

Περιορίζονται στο τριάντα τοις εκατό (30%) των νόμι­μων ποσών οι αμοιβές και τα δικαιώματα των συμβολαιο­γράφων, των δικηγόρων, των δικαστικών επιμελητών και των υποθηκοφυλάκων για κάθε σύμβαση ή πράξη που αφορά τη διαδικασία του δεύτερου τίτλου του παρόντος κεφαλαίου. Η αμοιβή του συνδίκου καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 81.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν αποφασισθεί, μετά το πέρας των επαληθεύσεων από τη συνέλευση των πιστωτών σύμφωνα με το άρθρο 84 ότι η επιχείρηση του οφειλέτη πρέπει να εκποιηθεί ως σύνολο, η εκποίηση θα γίνει σύμφωνα με τις επόμενες δια­τάξεις.

2. Αν η αξία της επιχείρησης αποτιμηθεί από το πτω­χευτικό δικαστήριο σε ποσό μικρότερο του ενός εκατομμυ­ρίου (1.000.000) ευρώ, η εκποίηση της επιχείρησης, κατ' εξαίρεση, θα γίνει κατά τον τρόπο και κατά τους τύπους που θα αποφασίσει το πτωχευτικό δικαστήριο.

Διαβάστε περισσότερα..

Μόλις η απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών του άρθρου 84, περί εκποίησης της επιχείρησης του οφειλέτη ως συνόλου, επικυρωθεί από τον εισηγητή και δεν ασκηθεί κατ' αυτής εμπρόθεσμη προσφυγή ή η ασκηθείσα απορριφθεί από το πτωχευτικό δικαστήριο κατά το άρθρο 84 παράγραφος 3, ο σύνδικος ζητεί από τον εισηγητή να του επιτραπεί η πρόσληψη εκτιμητή από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων για την εκτίμηση της αξίας της επιχείρησης ως συνόλου, εν όψει της δυνατότητας συνέχισης της επιχείρησης, καθώς και για την ταυτόχρονη εκτίμηση της αξίας και των κατ' ιδίαν υλικών και άυλων στοιχείων του ενεργητικού της.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος, με βάση την απογραφή του ενεργητικού του οφειλέτη (άρθρο 68 παράγραφος 2) και τον ισολο­γισμό ή τη λογιστική κατάσταση που έχει συντάξει (άρθρο 76 παράγραφοι 1 και 2) και κάθε άλλο στοιχείο που έχει στη διάθεσή του, καθώς και την έκθεση του κατά το προ­ηγούμενο άρθρο εκτιμητή, συντάσσει, εντός είκοσι (20) ημερών, λεπτομερή έκθεση προς το πτωχευτικό δικαστή­ριο, στην οποία αναφέρονται όλα τα επιμέρους στοιχεία που απαρτίζουν το ενεργητικό και τα οποία θα περιέλθουν στον αγοραστή που θα αναδειχθεί πλειοδότης, τους τυχόν προτεινόμενους όρους της πώλησης και γενικά κάθε χρή­σιμη πληροφορία.

2. Με την έκθεση αυτή ο σύνδικος ζητεί από το πτω­χευτικό δικαστήριο να του επιτραπεί, με δημόσιο πλειοδο­τικό διαγωνισμό, η εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου, αντί του συνολικού τιμήματος που εκτιμά αυτός και αντί των όρων που τυχόν αυτός θεωρεί ότι προσήκουν στην περίπτωση.
 
3. Το πτωχευτικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και την έκθεση του εισηγητή, αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών, καθορίζοντας την αξία της επιχείρησης, την τιμή πρώτης προσφοράς και τους όρους υπό τους οποί­ους πρέπει να γίνει η εκποίηση. Κατά της απόφασης αυ­τής δεν επιτρέπεται κανένα ένδικο μέσο.
 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος, εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσί­ευση της κατά το προηγούμενο άρθρο απόφασης του δι­καστηρίου, δημοσιεύει διακήρυξη περί διενέργειας δημό­σιου πλειοδοτικού διαγωνισμού. Η διακήρυξη περιέχει:

α) την επωνυμία, την έδρα, τη δραστηριότητα και συνο­πτική περιγραφή της επιχείρησης του οφειλέτη, το ενεργη­τικό της οποίας πωλείται ως σύνολο, χωρίς να απαιτείται και η λεπτομερής περιγραφή των επιμέρους στοιχείων και τα οποία αναγράφονται στην έκθεση του συνδίκου του προηγούμενου άρθρου, αντίγραφο της οποίας μπορεί να λάβει ατελώς κάθε ενδιαφερόμενος,
 
β) πρόσκληση προς κάθε ενδιαφερόμενο να παραλάβει από τον σύνδικο αντίγραφο της κατά το άρθρο 137 έκθεσής του και να υποβάλει την προσφορά του, που συν­οδεύεται από εγγυητική επιστολή τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, για ποσό και με όρους που προσ­διορίζονται επίσης στη διακήρυξη,
 
γ) την προθεσμία υποβολής των προσφορών, στον εισηγητή, η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη των είκο­σι (20) ημερών από την τελευταία δημοσίευση της διακή­ρυξης στον τύπο, σύμφωνα με τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου, καθώς και την ημέρα και ώρα αποσφρά­γισης των προσφορών από τον εισηγητή,
 
δ) το ονοματεπώνυμο του συμβολαιογράφου της έδρας της επιχείρησης του οφειλέτη, ενώπιον του οποίου, μετά από την έγκριση του εισηγητή, θα συναφθεί η σύμβαση της μεταβίβασης της επιχείρησης.
 
2. Οι ανωτέρω δημοσιεύσεις γίνονται μια φορά στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών και από δύο φορές σε δύο ημερήσιες πολιτικές αθηναϊκές εφημερίδες πανελλήνιας μεγάλης κυκλοφορίας και σε μια οικονομική εφημερίδα. Αν πρόκειται για επιχείρηση που έχει την έδρα της ή διαθέτει περιουσιακά στοιχεία και σε επαρχιακές πόλεις, απαιτούνται πρόσθετες δημοσιεύσεις και σε μια τουλάχιστον από τις αντίστοιχες τοπικές εφημε­ρίδες. Αν πρόκειται για επιχείρηση της οποίας η αξία έχει καθοριστεί κατά το άρθρο 137 παράγραφος 3 σε ποσό άνω των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ, πρέ­πει η πρόσκληση να δημοσιευθεί και σε μια διεθνούς κυ­κλοφορίας ημερήσια οικονομική εφημερίδα που κυκλοφο­ρεί και στην Ελλάδα. Τις εφημερίδες προσδιορίζει ο ειση­γητής. 

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εντός της προθεσμίας που ορίζει η διακήρυξη του άρθρου 138, οι ενδιαφερόμενοι καταθέτουν στον εισηγητή τις ενσφράγιστες προσφορές τους. Ο εισηγητής συντάσσει έκθεση, στην οποία αναφέρονται όλες οι κατατιθέμενες προσφορές, καθώς και πράξη κατάθεσης πάνω σε κάθε προσφορά, την οποία υπογράφει ο ίδιος, ο γραμματέας και ο προσφέρων, αφού βεβαιωθεί ότι η προσφορά είναι κλειστή. Εκπρόθεσμες προσφορές δεν γίνονται δεκτές.

2. Κατά την καθορισθείσα στη διακήρυξη ημέρα και ώρα, ο εισηγητής αποσφραγίζει τις προσφορές, παρουσία του συνδίκου, της επιτροπής πιστωτών και εκείνων που υπέβαλαν τις προσφορές. Ο εισηγητής συντάσσει έκθεση περί της αποσφράγισης, στην οποία προσαρτώνται όλες οι προσφορές και την οποία υπογράφει ο ίδιος, ο γραμματέας, ο σύνδικος και οι λοιποί παρόντες. Αντίγραφο της έκ­θεσης και των προσφορών παραδίνεται στον σύνδικο αυ­θημερόν, καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο που δικαιο­λογεί έννομο συμφέρον.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος, εντός πέντε (5) ημερών από την απο­σφράγισή τους, συντάσσει συνοπτική έκθεση αξιολόγησης των προσφορών και προτείνει την κατακύρωση ή μη της επιχείρησης στον πλειοδότη, δηλαδή σε αυτόν του οποίου την προσφορά κρίνει ως πλέον συμφέρουσα για τους πι­στωτές. Η έκθεση υποβάλλεται στην επιτροπή πιστωτών και στον εισηγητή, αντίγραφο δε αυτής χορηγείται αδαπάνως και σε κάθε ενδιαφερόμενο που δικαιολογεί έννομο συμφέρον.

2. Ο εισηγητής με έκθεσή του προς το πτωχευτικό δικαστήριο προτείνει την έγκριση ή μη της κατακύρωσης. Στο πτωχευτικό δικαστήριο καλούνται να παραστούν ο σύνδικος, ο οφειλέτης και αυτοί που μετείχαν στο δημόσιο πλειστηριασμό, οι οποίοι μπορούν να παρέμβουν. Το πτωχευτικό δικαστήριο, αφού ακούσει αυτούς που εμφανί­στηκαν, εφόσον κρίνει την προσφορά του πλειοδότη συμ­φέρουσα για τους πιστωτές, εγκρίνει τη σύναψη της σύμ­βασης μεταβίβασης της επιχείρησης. Άλλως, ο δημόσιος πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται, σύμφωνα με το άρθρο 144. Κατά της απόφασης αυτής του δικαστηρίου δεν επι­τρέπεται κανένα ένδικο μέσο ή ένδικο βοήθημα.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Μετά την κατά το προηγούμενο άρθρο έγκριση του δικαστηρίου, ο σύνδικος συνάπτει ενώπιον του συμβολαι­ογράφου που ορίζεται στη διακήρυξη τη σύμβαση μεταβί­βασης του ενεργητικού της επιχείρησης, με βάση τους όρους της προσφοράς του και τους τυχόν άλλους ευνοϊκό­τερους όρους που υποδείχθηκαν στον πλειοδότη και αυ­τός τους αποδέχθηκε με δήλωσή του προς τον σύνδικο και τον εισηγητή ή προς το πτωχευτικό δικαστήριο.

2. Η πώληση γίνεται αντί συνολικού τιμήματος. Αν ό­μως υπάρχουν εμπράγματα δικαιώματα ή άλλα προνόμια επί ακινήτων ή κινητών ή επί άλλων ειδικών περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, πρέπει να καθορίζεται στο συμβόλαιο ποιο ποσό από το συνολικό τίμημα αντιστοιχεί σε καθένα από αυτά.
 
3. Με τη μεταβίβαση της επιχείρησης (ή της κατά το άρθρο 145 χωριστής λειτουργικής μονάδας αυτής), συμμεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον πλειοδότη και οι διοικη­τικές άδειες κάθε φύσεως που συνδέονται με τη λειτουργία της επιχείρησης και των μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού. Οι άδειες ισχύουν για το χρόνο που θα ίσχυαν και για την επιχείρηση του οφειλέτη, όχι πάντως για περίοδο μικρότερη από ένα (1) έτος από τη μεταβίβαση ή από το χρόνο που υποχρεωτικά προβλέπεται η λειτουργία της επιχείρησης από ειδική διάταξη νόμου. Στη συνέχεια εκδίδεται στο όνομα του πλειοδότη από την αρμόδια αρχή επιβεβαιωτική πράξη μεταβίβασης της άδειας. Το ίδιο ισχύει και για τα δικαιώματα μεταλλειοκτησίας που αποτε­λούν τμήμα του ενεργητικού της επιχείρησης του οφειλέτη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Το Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ή οποιονδήποτε ήθελε ορίσει η Διυπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποίησης (Δ.Ε.Α.), μπορεί να συμβάλλεται, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενος, στις ανωτέρω συμβάσεις μεταβιβάσεως και να αποδέχεται την ανάληψη υποχρεώσεων από τον πλειοδότη για τη διενέρ­γεια επενδυτικών προγραμμάτων, σχετικά με τα μεταβιβα­ζόμενα στοιχεία του ενεργητικού, την ανάπτυξη επιχειρη­ματικών σχεδίων δράσης και την εξασφάλιση θέσεων ερ­γασίας.

2. Στις περιπτώσεις, όπου συμβάλλεται ως τρίτος το Δημόσιο, η τυχόν απαιτούμενη άδεια της αρχής για τη με­ταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου, θεωρείται ότι χορη­γήθηκε.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο πλειοδότης καταβάλλει προς τον σύνδικο το συμφωνηθέν ως αμέσως καταβλητέο ποσό του τιμήματος. Αν καταβληθεί το σύνολο του ποσού, ο σύνδικος συντάσσει την πράξη εξόφλησης, ενώπιον του ίδιου συμβολαιογρά­φου. Αν καταβλήθηκε το μέρος του τιμήματος που συμφωνήθηκε και τηρήθηκαν οι όροι που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της καταβολής του υπόλοιπου, ο σύνδικος, μετά από έγκριση του εισηγητή, συντάσσει αντίστοι­χα, ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, την πράξη μερι­κής εξόφλησης και πράξη πιστοποίησης ότι εκπληρώθη­καν οι εν λόγω όροι.

2. Ο σύνδικος υποχρεούται να καταθέσει, χωρίς καμιά καθυστέρηση, κάθε ποσό που εισπράττει, στο λογαριασμό του άρθρου 73.
 
3. Με την καταβολή όλου του εκπλειστηριάσματος και τη σύνταξη πράξης ολοσχερούς εξόφλησης, επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες της καταβολής που ορίζονται στο άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ..

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν δεν υποβληθεί καμία νομότυπη προσφορά ή οι υποβληθείσες νομοτύπως δεν κριθούν συμφέρουσες κατά το άρθρο 140, ο δημόσιος πλειστηριασμός επαναλαμβά­νεται για μια ακόμη φορά.

2. Ο σύνδικος, στην περίπτωση αυτή, επαναλαμβάνει εντός δεκαπέντε (15) ημερών τις δημοσιεύσεις του άρθρου 138, ορίζοντας νέες ημερομηνίες υποβολής προσφορών. Ο σύνδικος μπορεί να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστή­ριο να ορίσει νέα τιμή πρώτης προσφοράς. Ο νέος δημό­σιος πλειστηριασμός διεξάγεται με τις ίδιες διατυπώσεις και έχει τα ίδια αποτελέσματα που ορίζονται στις ανωτέρω διατάξεις.

Διαβάστε περισσότερα..

Αν και ο δεύτερος δημόσιος πλειστηριασμός δεν καταλήξει στη σύναψη σύμβασης μεταβίβασης της επιχείρη­σης, η εκποίηση πλέον γίνεται χωριστά για κάθε στοιχείο του ενεργητικού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 146 έως 150, αν δεν έχει αποφασισθεί διαφορετικά από τη συνέλευση των πιστωτών, σύμφωνα με το άρθρο 84.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν μέχρι την ένωση δεν έχουν εκποιηθεί όλα τα κινητά και εμπορεύματα της περιουσίας του οφειλέτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 67 και 84 του παρόντος κώδικα, αυτά που έχουν απομείνει εκποιούνται κατά τη διαδικασία του άρθρου 77, χωρίς την τήρηση της διατυπώσεως της παραγράφου 2 αυτού. Η άδεια του εισηγητή κοινοποιείται στους πιστωτές που έχουν εμπράγματη ασφάλεια.

2. Κατά τον πλειστηριασμό ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 149, στην άδεια δε του εισηγητή ορίζεται ο χρόνος εξόφλησης του τιμήματος και παράδοσης των κι­νητών στον πλειοδότη.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Αν πριν την ένωση των πιστωτών, οι ενέγγυοι πι­στωτές δεν κίνησαν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέ­λεσης (κατάσχεση) επί υπέγγυου ακινήτου της πτώχευσης (άρθρο 26), την εκποίηση αυτού και την κατάταξη των πιστωτών ενεργεί μόνο ο σύνδικος, κατά τις ακόλουθες διατάξεις.

2. Σε περίπτωση που άρχισε εκτέλεση από τους ενέγγυους πιστωτές κατά την προηγούμενη παράγραφο, αν και μετά την ένωση αυτή καθυστερεί σε βλάβη των πιστω­τών, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον και έκθεση του εισηγητή, μπορεί να δώσει την άδεια στον σύνδικο να εκποιήσει το ακίνητο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η εκποίηση των ακινήτων του οφειλέτη γίνεται μετά από άδεια του πτωχευτικού δικαστηρίου που παρέχεται μετά από αίτηση του συνδίκου και έκθεση του εισηγητή. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η αξία του ακινή­του, η τιμή πρώτης προσφοράς και οι τυχόν όροι της εκ­ποίησης. Αν έχει προηγηθεί η διαδικασία των άρθρων 135 επ., ως αξία του ακινήτου θεωρείται η εκτίμησή του σύμ­φωνα με το άρθρο 136.

2. Μετά από την έκδοση της απόφασης της παραγρά­φου 1 ο εισηγητής συντάσσει έκθεση, στην οποία αναφέρεται το ακίνητο που εκποιείται, η τιμή πρώτης προσφο­ράς και οι τυχόν όροι που όρισε το πτωχευτικό δικαστήριο, καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία. Ορίζεται ο τόπος και χρόνος του πλειστηριασμού και ο τόπος και χρόνος των επαναλήψεών του.
 
3. Ο σύνδικος, εντός δέκα (10) ημερών από την δη­μοσίευση της κατά τα άνω απόφασης του δικαστηρίου, εκδίδει διακήρυξη περί διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού. Η διακήρυξη περιέχει σύντομη περιγραφή του ακινήτου, την τιμή πρώτης προσφοράς και τους τυχόν όρους που όρισε το πτωχευτικό δικαστήριο, τον τόπο και χρόνο του πλειστηριασμού και τις τυχόν επαναλήψεις του, καθώς και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία.
 
4. Αντίγραφο της διακήρυξης τοιχοκολλάται στο γρα­φείο του εισηγητή και κοινοποιείται στους ενυπόθηκους πιστωτές και στο Δημόσιο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν τον πλειστηριασμό. Περίληψη της διακήρυξης, που αναφέρει τα ανωτέρω στοιχεία, δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν τον πλειστηριασμό και τις τυχόν επαναλήψεις του. Ο εισηγητής μπορεί να διατάξει πρόσθετες δημοσιεύσεις σε πολιτικές ή οικονομικές αθη­ναϊκές εφημερίδες, καθώς και σε εφημερίδα του τόπου όπου βρίσκεται το ακίνητο, τις οποίες ορίζει ο ίδιος. Στις τελευταίες αυτές δημοσιεύσεις πρέπει να αναφέρεται η ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού και οι επαναλήψεις, πρέπει δε οι δημοσιεύσεις αυτές να γίνουν, εφόσον διαταχθούν, επτά (7) τουλάχιστον ημέρες πριν τον πλειστηριασμό.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Η εκποίηση του ακινήτου γίνεται με ενσφράγιστες προσφορές των ενδιαφερομένων ενώπιον του εισηγητή με την παρουσία του συνδίκου. Στον πλειστηριασμό λαμβάνει μέρος οποιοσδήποτε, αφού προηγουμένως δηλώσει, αν συμμετέχει για τον εαυτό του ή ενεργεί ως πληρεξούσιος άλλου, προσκομίζοντας ειδικό συμβολαιογραφικό πληρε­ξούσιο. Ο συμμετέχων υποχρεούται να καταβάλει ως εγγυοδοσία το ποσό του ενός τρίτου της τιμής πρώτης προσφοράς, με επιταγή έκδοσης Τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε διαταγή του ίδιου, που συμψηφίζεται στο τίμημα, αν κατακυρωθεί σε αυτόν το ακίνητο.

2. Οι προσφορές αποσφραγίζονται και μονογράφονται από τον εισηγητή. Ο εισηγητής, αν κρίνει την τιμή συμφέρουσα, εγκρίνει την εκποίηση και επιτρέπει τη σύναψη της πώλησης, άλλως η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Για τον πλειστηριασμό και εφόσον εγκριθεί από τον εισηγητή, συντάσσεται χωρίς υπαίτια βραδύτητα από αυτόν έκθεση, στην οποία αναφέρεται το ακίνητο, το τίμημα που επιτεύ­χθηκε, η δοθείσα εγγυοδοσία ως προκαταβολή του τιμή­ματος και ο χρόνος εξόφλησης του τιμήματος και σύνταξης του μεταβιβαστικού συμβολαίου.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Εάν ο πλειστηριασμός επαναληφθεί τρεις (3) ακόμα συνεχείς ανά εβδομάδα φορές, χωρίς να εμφανιστεί πλειο­δότης, αναβάλλεται για μία ακόμη φορά από τον εισηγητή, χωρίς άλλες διατυπώσεις, σε ημερομηνία απέχουσα τέσ­σερις εβδομάδες. Μετά από αυτό, το πτωχευτικό δικα­στήριο, κατόπιν αίτησης του συνδίκου, κατά τη συζήτηση της οποίας μπορεί να παρέμβει καθένας που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, υποχρεούται να μεταρρυθμίσει την κα­τά το άρθρο 148 απόφασή του, σύμφωνα με το άρθρο 758 Κ.Πολ.Δ. και να ορίσει μικρότερη τιμή πρώτης προσφοράς ή να θέσει όρους για τη διευκόλυνση της εκποίησης του ακινήτου.

2. Το πτωχευτικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και την έκθεση του εισηγητή, αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών και μεταρρυθμίζει την απόφαση. Αμέσως μετά τη δημοσίευση της απόφασης, ο εισηγητής συντάσ­σει νέα έκθεση, κατά το άρθρο 148 παράγραφος 2, ο δε σύνδικος συντάσσει νέα διακήρυξη, την οποία προσαρμό­ζει στην απόφαση και τηρεί τις διατυπώσεις της παραγρά­φου 3 του ίδιου άρθρου. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για κάθε περαιτέρω μείωση της τιμής πρώτης προσφοράς.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Επί εκποίησης της επιχείρησης του οφειλέτη ως συνόλου (άρθρα 135 επ.), η συμβολαιογραφική σύμβαση μεταβίβασης επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης των άρθρων 1003 επ. Κ.Πολ.Δ.. Το συνολικό ποσό του τιμή­ματος έναντι του οποίου έγινε η πώληση και μεταβίβαση της επιχείρησης επέχει θέση εκπλειστηριάσματος του άρ­θρου 1004 επ. Κ.Πολ.Δ.. Η πράξη εξοφλήσεως ή μερικής εξοφλήσεως και πιστοποίησης ότι τηρήθηκαν οι όροι που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, επέχει τη θέση περίληψης εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 Κ.Πολ.Δ., επί της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως όσα ισχύουν γι' αυτή.

2. Επί των εκποιήσεων του παρόντος κεφαλαίου του κώδικα, η έγκριση του εισηγητή επί των κινητών και η συμ­βολαιογραφική σύμβαση μεταβίβασης του ακινήτου επέχουν θέση κατακύρωσης των άρθρων 1003 επ. Κ.Πολ.Δ., το ποσό του τιμήματος επέχει θέση εκπλειστηριάσματος και η πράξη εξόφλησης του τιμήματος επέχει θέση περί­ληψης εκθέσεως κατακυρώσεως, κατά το άρθρο 1005 Κ.Πολ.Δ., επί της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως όσα ισχύουν γι' αυτή.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι κατ' ιδίαν πράξεις της διαδικασίας του δημόσιου πλειστηριασμού που ενεργείται για την εκποίηση της περι­ουσίας του οφειλέτη είτε ως συνόλου είτε των κατ' ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων, προσβάλλονται από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον με ανακοπή που ασκείται ενώ­πιον του πτωχευτικού δικαστηρίου.

2. Η ανακοπή ασκείται εντός αποκλειστικής προθε­σμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ενέργεια της κάθε πράξης. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ασκηθεί ανα­κοπή μετά τη μεταγραφή της περίληψης της πράξης εξό­φλησης ή μερικής εξόφλησης και πιστοποίησης ότι τηρή­θηκαν οι όροι που συμφωνήθηκαν για την εξασφάλιση της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, εκτός αν η προσβο­λή αφορά τη σύνταξη της μεταβιβαστικής σύμβασης, καθώς και μεταγενέστερες πράξεις, οπότε η ανακοπή ασκεί­ται εντός ενενήντα (90) ημερών από της μεταγραφής ή αν δεν υπάρχουν ακίνητα εντός εξήντα (60) ημερών από της υπογραφής της σύμβασης μεταβιβάσεως.
 
3. Η άσκηση της ανακοπής και η προθεσμία αυτής δεν αναστέλλουν την περαιτέρω διαδικασία της εκκαθάρισης, εκτός αν διατάξει τούτο ο εισηγητής, μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου που δικαιολογεί έννομο συμφέρον και αφού ακουσθεί η επιτροπή των πλωτών και ο σύνδικος, που προσκαλούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους εγγράφως προ τριών (3) ημερών.
 
4. Το δικαστήριο αποφαίνεται επί της ανακοπής εντός δεκαπέντε (15) ημερών. Η απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται μόνο στο ένδικο μέσο της εφέσεως. Το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφαση που απαγγέλλει την ακύρωση ορίζει ποιες από τις πράξεις πρέπει να επαναληφθούν.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Ο σύνδικος συντάσσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση πίνακα διανομής του εκπλειστηριάσματος, καθώς και κάθε ποσού που εισέπραξε κατά οποιονδήποτε τρόπο για λο­γαριασμό της πτωχεύσεως. Ο πίνακας συντάσσεται με βά­ση τις επαληθευθείσες απαιτήσεις, σύμφωνα με τα επόμε­να άρθρα. Με άδεια του εισηγητή μπορεί ο σύνδικος να προβεί και σε προσωρινές διανομές.

2. Ο πίνακας διανομής υποβάλλεται στον εισηγητή, ο οποίος τον κηρύσσει εκτελεστό και τοιχοκολλάται στα γρα­φεία του. Ανακοίνωση περί της σύνταξης του πίνακα δια­νομής δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Αν ο πίνακας διανομής αφορά προ­ϊόν εκποίησης της επιχείρησης ως συνόλου, η ανακοίνωση για τη σύνταξη του πίνακα δημοσιεύεται και σε δύο από τις πέντε μεγαλύτερης κυκλοφορίας (κατά το δελτίο του προη­γούμενου μηνός) ημερήσιες πολιτικές αθηναϊκές εφημερί­δες πανελλήνιας κυκλοφορίας, καθώς και σε μια οικονο­μική εφημερίδα. Αν πρόκειται για επιχείρηση της οποίας η αξία έχει καθοριστεί κατά το άρθρο 137 παράγραφος 3 σε ποσό άνω των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ, πρέπει η πρόσκληση να δημοσιευθεί και σε μια διεθνούς κυκλοφορίας ημερήσια οικονομική εφημερίδα που κυκλο­φορεί και στην Ελλάδα. Τις εφημερίδες προσδιορίζει ο εισηγητής. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο εισηγητής μπορεί να διατάξει τη δημοσίευση και σε μια ημερήσια πολιτική αθηναϊκή εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, καθώς και σε μια οικονομική εφημερίδα, τις οποίες προσδιορίζει ο ίδιος.
 
*** ΠΡΟΣΟΧΗ: Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 67 Ν. 3842/2010, η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 58 του κώδικα εισπράξεως δημοσίων εσόδων εφαρμόζεται αναλόγως και στους πίνακες διανομής που συντάσσουν οι σύνδικοι πτω­χεύσεως κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, ισχύει δε, και για όλα τα Ν.Π.Δ.Δ. οι απαιτήσεις των οποίων εισπράττονται, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

Διαβάστε περισσότερα..

Μετά από την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή και οριστική αντι­μισθία του συνδίκου και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων, οι πιστωτές κατατάσσονται με την ακόλουθη σειρά:

α) Οι απαιτήσεις από χρηματοδοτήσεις του οφειλέτη οποιασδήποτε φύσεως, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δραστηριότητάς του και των πληρωμών του με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης ή το σχέδιο αναδιοργά­νωσης της επιχείρησης. Το ίδιο προνόμιο έχουν και απαι­τήσεις προσώπων που, με βάση τη συμφωνία εξυγίανσης, συνεισέφεραν αγαθά ή υπηρεσίες προς το σκοπό συνέχι­σης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη και των πληρωμών, για την αξία των αγαθών ή των υπηρεσι­ών που συνεισέφεραν. Επίσης, το ίδιο προνόμιο έχουν και απαιτήσεις από χρηματοδότηση κάθε φύσης, παροχή αγα­θών και υπηρεσιών προς τον οφειλέτη κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αίτηση ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης μέχρι την επικύρωση της συμφω­νίας, στο μέτρο που η παροχή του προνομίου αυτού προβλέπεται από τη διαδικασία εξυγίανσης. Το προνόμιο των προηγούμενων εδαφίων δεν αφορά σε μετόχους ή εταί­ρους για τις εισφορές τους σε μετρητά ή σε είδος στα πλαί­σια αύξησης του κεφαλαίου του οφειλέτη.
 
β) Οι απαιτήσεις για την κηδεία ή τα νοσήλια του οφει­λέτη, της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του, εφόσον προέκυψαν κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν την κήρυξη της πτώχευσης.
 
γ) Οι απαιτήσεις από την παροχή εξαρτημένης εργα­σίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν κατά την τελευταία διετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης. Απαιτήσεις από αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, καθώς και απαιτήσεις έμμισθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν. Απαιτήσεις δικηγόρων από αμοιβές, έξο­δα και αποζημιώσεις, εφόσον αμείβονται κατά υπόθεση, κατατάσσονται στην τάξη αυτή, εφόσον προέκυψαν κατά τους τελευταίους έξι (6) μήνες πριν την κήρυξη της πτώ­χευσης. Στην ίδια τάξη υπάγονται οι απαιτήσεις αποζημίω­σης σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου προς διατροφή, καθώς και οι απαιτήσεις αποζημίωσης λόγω αναπηρίας ποσοστού εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, εφόσον προέκυψαν έως την κήρυξη της πτώχευσης. (Το τελευταίο εδάφιο τίθεται όπως προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 -εκ παραδρομής στον νόμο ετέθη παρ. 4- Ν. 4055/2012 και με ισχύ από 2-4-2012).
 
δ) Οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την κή­ρυξη της πτώχευσης.
 
ε) Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από φόρους που ορί­στηκαν από την αξία της προσόδου ή από το είδος των πραγμάτων που πλειστηριάστηκαν και που αφορούν το έτος που έγινε ο πλειστηριασμός και το προηγούμενο.
 
στ) Οι απαιτήσεις των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφά­λισης που προέκυψαν είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την κήρυξη της πτώχευσης, χωρίς προσαυξήσεις.

Διαβάστε περισσότερα..

1. Οι απαιτήσεις που έχουν προνόμιο σε ορισμένο κι­νητό ή ακίνητο πράγμα ή σε ποσότητα χρημάτων κατα­τάσσονται με την παρακάτω σειρά:

α) Οι απαιτήσεις που προέκυψαν από δαπάνες για τη διατήρηση του πράγματος το τελευταίο εξάμηνο πριν την κήρυξη της πτώχευσης.
 
β) Οι απαιτήσεις για το κεφάλαιο με τους τόκους των δύο (2) τελευταίων ετών για τις οποίες υπάρχει ενέχυρο ή υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης, εφόσον πρόκειται για ακίνητο.
 
γ) Οι απαιτήσεις που προέκυψαν από δαπάνες για πα­ραγωγή και συγκομιδή καρπών κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν την κήρυξη της πτώχευσης.
 
2. Επί πωλήσεως της επιχείρησης ως συνόλου (άρθρα 135 επ.), αν υπάρχουν ειδικοί προνομιούχοι πιστωτές επί κατ' ιδίαν αντικειμένων της περιουσίας του οφειλέτη, κατα­τάσσονται ειδικά επί του ποσού του μέρους του τιμήματος που αντιστοιχεί στο μεταβιβασθέν στοιχείο επί του οποίου υπάρχει το ειδικό προνόμιο, του οποίου η αξία υπολογίζε­ται για την κατάταξή τους.

Διαβάστε περισσότερα..

Επί διανομής προϊόντος εκποίησης πράγματος ή χρη­ματικής ποσότητας, εάν υπάρχουν και απαιτήσεις με προ­νόμια του άρθρου 155, το προς διανομή ποσόν διαχωρί­ζεται σύμφωνα με το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ., σε συν­δυασμό με το άρθρο 31 του ν. 1545/1985.

Διαβάστε περισσότερα..

Εάν το προϊόν εκποίησης των ακινήτων διανεμηθεί πριν το προϊόν εκποίησης των κινητών ή και συγχρόνως, οι ενυπόθηκοι πιστωτές, που δεν έχουν πλήρως εξοφλη­θεί από το τίμημα των ακινήτων, συντρέχουν ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο με τους ανέγγυους πιστωτές, σε κάθε διανομή με τους τελευταίους, με την προϋπόθεση ότι οι απαιτήσεις των προνομιούχων πιστωτών έχουν επαληθευθεί στα χρέη της πτώχευσης.

Διαβάστε περισσότερα..

Εάν πριν τη διανομή του τιμήματος των ακινήτων πραγματοποιηθούν χρηματικές διανομές από τα κινητά ή ποσότητα χρημάτων, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι πι­στωτές, των οποίων οι απαιτήσεις έχουν επαληθευθεί, συν­τρέχουν σε αυτές στο σύνολο των πιστωμάτων τους, οπότε όμως επέρχονται οι συνέπειες των επόμενων άρθ&rho